Γκοφρέ χαρτί

 Παρόλλο που ο άνδρας μου έχε κατάστημα ρούχων και εγώ είμαι μοδίστρα, δεν δούλευα στην οικογενειακή επιχείρηση. Αυτή ήταν η ιδέα της μανούλας μου που με συνεβούλευσε τότε  παλιά , να μη δένω τα πάντα πίσω απο το καράβι ενός άνδρα, αλλά να είμαι ανεξάρτητη. Ετσι πρίν ακόμη ο Β αποφασίσει να γίνει έμπορος, έπιασα δουλειά σε νυφικό οίκο όπου έμεινα εκεί αρκετά χρόνια. Μετά δούλεψα κοντά σε έναν νεαρό μόδιστρο στην Αθήνα που όμως παρόλλο το ταλέντο του πέθανε νωρίς απο το AIDS και πρός το τέλος της καριέρας μου κοντά σε έναν άλλο γνωστό σχεδιαστή. Ο Β ποτέ δεν είχε αντίρρηση για την δουλειά μου ακόμη και όταν αργούσα τα βράδυα ή δούλευα πυρετωδώς όταν είχαμε να παρουσιάσουμε κολεξιόν. Ο μισθός μου συχνά συνέτρεχε τις οικογενειακές ανάγκες, γιατί το μαγαζί πότε ήταν στα πάνω του και πότε στα κάτω του. Ενώ το δικό μου εισόδημα, σταθερό.

Μου άρεσε που ήμουνα μοδίστρα σε οίκους μόδας. Ξεκίνησα απο αρκετά ψηλά γιατί είχα τέχνη και ταλέντο, με ένα βλέμμα καταλάβαινα το ύφασμα και την πελάτισσα. Κάτω απο μένα μάθαιναν άλλες πιό άπειρες κοπέλλες. Οταν μας δίνανε τα υφάσματα για να γίνουν ρούχα, είχα μιά χαρά, να κόψω τα πατρόν και μετά με τις μηχανές να μετατρέψω άψυχα μέτρα σε ζωντανά ρούχα που θα τύλιγαν ευαίσθητες υπάρξεις και θα τις ανέδειχναν.. στα μάτια των άλλων. Ηταν η εποχή που εύπορες γυναίκες παρήγγελναν διάφορα ρούχα σε μάς. Ηταν η εποχή που τα τελειωμένα σύνολα τυλίγονταν σε ιβουάρ χαρτί ή σε σατέν φόδρα και τοποθετούντο σε σκληρά κουτιά με έναν περίτεχνα δεμένο απλό φιόγκο. Ιδιαίτερα μου άρεσε να τοποθετώ γούνινα παλτά σε κουτιά, να τα γέρνω πάνω στην γυαλιστερή επίστρωση σαν κοιμισμένα μοσχοβολιστά μωράκια, που ξάπλωναν και περίμεναν, να τα ξυπνήσουν και να δώσουν χαρά.  

Οταν πηγαίνω τώρα να αγοράσω ρούχα βλέπω μία προχειρότητα. Γρήγορα-γρήγορα τα διπλώνουν και τα τοποθετούν βιαστικά σε μία σακκούλα, ένα τυποποιημένο φιόγκο και χαίρεται. Σαν το ρούχο να είναι κάτι άψυχο που προορίζεται να κουκουλώσει άλλο ένα άψυχο. Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Λίγες αλλά φωτεινές.

Σαν κόλλες γκοφρέ χαρτί, ρόζ, μώβ, λιλα, κίτρινο, ιβουάρ, γαλάζιο, γκρίζο, μαύρο. Το κάθε χρώμα προσφέρετε ανάλογα με την περίσταση

Σαν χνούδι

 Τις νύχτες αργώ να κοιμηθώ. Πάει 12, 1, 2, και είμαι άϋπνη. Ο Βησσαρίων ροχαλίζει στο διπλανό κρεββάτι και εγώ στριφογυρίζω σαν τη κουκουβάγια. Σκέψεις άπειρες περνάνε μπροστά απο τα μάτια μου.

Αισθάνομαι πάρα πολύ κουρασμένη. Απ’ όλα. Αν ήταν εδώ ο Νίκος θα με έπαιρνε και θα πηγαίναμε σινεμά. Στο γειτονικό σινεμά να δούμε ό,τι παίζει. Ασχέτως τίτλου. Να δώσουμε στον εαυτό μας την έκπληξη. Στοιχηματίζαμε κιόλας αν θα είναι ρομάντζο, θρίλερ ή αστυνομικό. Εμένα μου άρεσε η περιπέτεια, σε εκείνον τα έργα με δίκες και κατασκόπους. Σαν σαστισμένοι έφηβοι μαγνητιζόμασταν απο τις ταινίες τρώγοντας ποπ κόρν. Ποτέ τσίπς.  Παλιά τρώγαμε πασατέμπους, ποτέ ηλιόσπορους. Πίναμε κοκα-κόλα ποτέ πέπσι. Παγωτό χωνάκι, ποτέ κυπελλάκι. Σινεμά κατα κόρον, σπάνια θέατρο.

Στον Βησσαρίωνα δεν αρέσει ο κινηματογράφος, τον παίρνει ο ύπνος και όταν κοιμάται ροχαλίζει και στο τέλος μας βγάζουν έξω. Παλιά έπαιρνα τα παιδιά και τα πήγαινα σινεμά, σινεάκ θέλανε, τα πήγαινα στο Δελφινάριο και στο κουκλοθέατρο, στα συγκρουόμενα σε λούνα πάρκ..και βέβαια σινεμά. Κανείς όμως γιός μου δεν κόλλησε, προτίμησαν τη μουσική και το χορό. Αλλη γενιά.  Πάω πιά κανένα απόγευμα σινεμά μόνη μου, βλέπω διάφορες ταινίες, καμμιά φορά την ίδια ταινία την βλέπω 2 φορές.

Και μετά αυτές τις διεξόδους αισθάνομαι ανάλαφρη.

Σαν χνούδι που θα το πάρει ο άνεμος. Που θα εξαφανισθεί, θα χαθεί μέσα στο άπειρο.    

Κυριακές

Δύσκολες. Σχεδόν ανίατες. Τις μισούσα. Γιατί σήμαιναν ότι θα τις πέρναγα με την οικογένεια. Οταν ήμουνα παιδί, σε οικογενειακές συντρώσεις, γεύματα με θείες, θείους, παπούδες, βαριόμουνα αλλά δεν ήξερα ότι τα χειρότερα θα ερχόντουσαν αργότερα.

Χρόνια τώρα τις Κυριακές ο Β κάνει ομφαλοσκόπηση. Την μασάει τη δόλια τη τσίκλα τόσα χρόνια το ίδιο μοτίβο που έχει γίνει πιά κωμωδία του Μολιέρου » Ο κατά φαντασίαν όλοι του χρωστάνε». Κάθε Κυριακή τα ίδια.

Στην αρχή ακούγανε τα παιδιά τη γκρίνια του μπαμπά τους. Ευτυχώς κάπου βαρέθηκαν στη διαδρομή και μετά το φαϊ διακριτικά φεύγανε να παίξουνε μπάλλα με τους φίλους τους. Μετά  έφτιαχνα τάρτες και καρτέραγα τους φίλους τους να τους κεράσω που εξ αιτίας τους έσωζα τα παιδιά μου απο ένα εξοστρακισμό χωρίς τελειωμό.

Οταν δούλευα πολλά σαββατοκύριακα έλειπα γιατί συνόδευα τις παρουσιάσεις κολεξιόν που η μοδίστρα ήταν απαραίτητη να καλύψει το οποιοδήποτε κενό. Τα μοντέλλα συχνά λυνόντουσαν στα δάκρυα και έπρεπε κάποιος να τις συνεφέρει..αυτή ήμουνα εγώ. Οι καϋμένες πέθαιναν της πείνας. Δύσκολο επάγγελμα. Η μόδα των λιμοκτονούντων γυναικών βασίζεται στην αχόρταγη ανάγκη των δημιουργών για κέρδος. Ενα μικροσκοπικό μοντέλλο χρειάζεται λιγώτερο ύφασμα απο ένα παχύσαρκο. Ετσι βγήκε η μόδα της Τουϊγκυ. Βάσει αυτής της μόδας τα λογείς Μποντυλάιν πλουτίζουν και οι γυναίκες αγωνιούν.

Εφευγα λοιπόν για ολόκληρες βδομάδες πρίν την κολεξιόν μέχρι την ημέρα της παρουσίασης, όσο για τα παιδιά τα έπαιρνα μαζί μου να διαβάζουν μέσα στα εργαστήρια κοπής των υφασμάτων. Και ήταν και καλοί μαθητές. Απεύφευγα έτσι τον Β.

Τώρα όμως δεν μπορώ να τον αποφύγω. Και κάθε Κυριακή ακούω τα ίδια και τα ίδια πώς δηλαδή η μοίρα τον μούτζωσε και έγινε αυτό που ήταν.

Δεν τιμάει αυτό που έχει

και το κυριώτερο

Δεν αγαπάει ούτε τα παιδιά του.

……………………

Γύρισα απο την εκκλησία. Αναψα ένα κερί. Ο Θεός ας μας σπλαχνίζεται.  

Αλλαγές

Αυτές τις μέρες πάω κάθε μέρα στο μαγαζί και ο Βησσαρίων μένει σπίτι. Δεν μένει δλδ, πάει στο καφενείο ή παίζει στο Ιντερνέτ με τις ώρες. Πάει στη Λαϊκή και ψωνίζει, πίνει και κανένα κρασάκι και μετά μαγειρεύει το μεσημεριανό μας, προχθές που έβρεχε έκανε μία φασολάδα μούρλια. Φεύγω νωρίς το πρωϊ και γυρίζω κατά τις 3 το μεσημέρι. Κάθομαι πίσω απο τον πάγκο και άμα με χρειαστούν για κάποιες επιδιορθώσεις εμφανίζομαι με τις καρφίτσες μου.

Δεν θα κρατήσει αυτή η κατάσταση για πολύ..ας το χαρώ όμως για όσο κρατήσει.

Πώς με βλέπουν

dscn1492.JPG

οι άλλοι.

Απαξ και κάποιος μεγαλώσει λίγο, οι νεώτεροι θεωρούν ότι είναι ώρα να του πάρουμε τα μέτρα, ότι ξόφλησε και κυρίως ότι έτσι ήταν πάντα, δεν ήταν ποτέ νέος. Μας θεωρούν μη μου άπτου και ίσως να μας θεοποιούν..» Πώς μιλάς έτσι μπροστά στη γιαγιά», μαλώνει η νύφη μου το γιό της γιατί είπε τη λέξη «σκατ’α»

Παράξενο δεν είναι? 

Εξαγνιση

Θα ήθελα να έλεγα ότι πάω στο περίπτερο ν’ αγοράσω εφημερίδα και να χανόμουνα.

Να μη γύριζα, απλά να εξαφανιζόμουνα με τα ρούχα που φοράω. Ολα να τα άφηνα πίσω, ανθρώπους, περιουσίες, συναισθήματα, αναμνήσεις…όλα χάρισμά σας, πάρτε τα.

Το μόνο που ζητώ είναι ΝΑ ΜΕ ΑΦΗΣΕΤΕ ΗΣΥΧΗ.

Ψιθυρίζοντας

Όταν οι άνθρωποι ψιθυρίζουν, αφουγκράζομαι. Τι είναι αυτό που τους κάνει να λένε πράγματα κάτω απο τα δόντια τους και όχι φωναχτά?

Τα ψιθυρίσματα ταράζουν τα νερά, είναι η φωνή της αντίδρασης – του θυμού, του παραπόνου, της κακίας – που για προσωπικούς λόγους κυλάει σταθερά κάτω απο την πόλη δημιουργώντας σαθρά θεμέλια.

Ψιθυρίζουμε τα ονειρά μας και ψιθυρίζουμε λόγια αγάπης.

Λές κι αν μας ακούσουν οι θεοί τίποτα δεν θα πραγματοποιηθεί.

 Ψιθυρίζω κάθε μέρα στον εαυτό μου τις γνώμες μου για ότι γίνεται μέσα μου και γύρω μου. Οι άγιοι στο εικονοστάσι μου με κυττούν με πλάνα μάτια..τι κάνεις? σαν να με ρωτούν.

Ψιθυρίζω τα λόγια που θα ήθελα να πώ

Αλλά δεν τα λέω.  

 Είναι δύσκολο να τους δώσω ήχο, θα είναι σαν να τα πλένω απο την αόρατη μπογιά και να τα βαφτίζω. Σήμερα οι σκέψεις σου θα είναι πράσινες, αύριο μαβιές, μεθαύριο τυρκουάζ.

Τα ψιθυρίζω στους τοίχους, στις γλάστρες, στα κεντήματά μου. Η κάθε κλωστίτσα ξέρει το μέσα μου

Τώρα όμως καλούμαι και να τα γράψω. Μία πρόκληση. Το ψιθύρισμα γίνεται γραπτός λόγος και αποκτά ψήφο. Καμμία αμφισβήτηση. Οτι λέγεται δεν ξελέγεται.

Το ψιθύρισμά μου παίρνει θέση ζωής.

Ατσάλι + πλαστελίνη = ?

Αναρωτιέμαι συχνά γιατί τον πήρα αυτόν τον άνδρα. Τον Βησσαρίωνα εννοώ τότε παλιά. Εντάξει βγαίναμε κάτι χρόνια, με κολάκευε το γεγονός ότι ένας «μεγάλος» , στα 24 φοιτητής ασχολιόταν με ένα κοριτσάκι της δευτέρας γυμνασίου. Στην αρχή τον κορόιδευα, του έδινα ραντεβού και μετά τον έστηνα. Μετά όμως είδα ότι άναβα όταν με άγγιζε. Κάναμε έρωτα πρίν τελειώσω τη β γυμνασίου στο αυτοκίνητο του μπαμπά του ένα Σαββατόβραδο στο Λυκαβηττό.  Από εκείνο το βράδυ και μετά η σχέση πήρε το δρόμο της.

Δεν ξέρω αν μου έκανε απιστίες, εγώ πάντως του έκανα. Οταν πήγε στρατιώτης, τον στείλλανε στα σύνορα, όπως τους περισσότερους Αθηναίους. Και ο φίλος του ο Νίκος με είχε απο κοντά.. έτσι κάναμε έρωτα μιά νύχτα σε ένα ξενοδοχείο στο Σκαραμαγκά. Και συνεχίσαμε να βρισκόμαστε ώσπου να γυρίσει ο Β.

Επρεπε να είχα πάρει τον Νίκο για σύζυγο. Ηταν πιό μαλακός με τις γυναίκες ενώ ο Β ήταν ισχυρογνώμων. Δυστυχώς δεν είχα το θάρρος να πώ στον Β, να τελειώνουμε και ούτε ο Ν είχε το κουράγιο να πλακωθεί μαζί του στο ξύλο για μένα. Ετσι ο Β με παντρεύτηκε και ο Ν πήρε την αδελφή του Β για γυναίκα. Για να μη χάσει την επαφή με εμένα. Η Κατερίνα, η γυναίκα του Νίκου, δεν νομίζω ποτέ να υποψιαστηκε τίποτα, του έκανε 2 γιούς και 1 κόρη και όταν μεγαλώσαν κάπως τα παιδιά, του ζήτησε διαζύγιο γιατί  ήθελε λέει να κάνει καριέρα. Και χώρισαν φιλικά.

 Η ζωή με τον Β ήταν γλυκιά στην αρχή του γάμου μας, ο έρωτας δυνατός και παθιασμένος. Πώς είναι δυνατόν να ζώ ερωτευμένη με 2 άντρες ταυτόχρονα? Δεν ξέρω αλλά είχαν γίνει ένα με εμένα τους είχα άμεσα ανάγκη και τους δυό.

Οταν όμως περάσανε τα χρόνια και έκανα τα παιδιά μου είδα ότι ο έρωτας αλλάζει, και ο άντρας αλλάζει. Εγινε ο Β άνθρωπος απο ατσάλι με κοφτερές οδοντωτές άκρες και εγώ από αγέρωχη με πίστη για τη ζωή γυναίκα, έγινα ευάλωτη, σαν απο πλαστελίνη.  

Στο ενδιάμεσο πέθανε και ο Ν από έμφραγμα.

Και εγώ έγειρα σαν καμμένη οξυά για το χώμα.  

Ομφαλοσκόπηση

Απο το πρωϊ έχω πονοκέφαλο. Απο τη διάσειση. Και νεύρα πολλά. Από την ανοησία μου. Τι ήθελα και ανακατεύτηκα στον καυγά. Ο Βησσαρίων χαστούκισε τον γιό μας. Κοτζάμ άντρα. Που έφαγε το χαστούκι και δεν είπε λέξη. Εγώ τι ήθελα να μπώ στη μέση, να τους χωρίσω έλεγε η ηλίθια, αφού όσες φορές το έχω ξανακάνει βρίσκω πάντα τον μπελά μου. Σιχτίρ.

Είναι όμως παιδί μου και το πονάω. Δεν μπορώ να τον βλέπω να το χτυπάει.

Είναι στιγμές που μισώ τον άντρα μου, παρόλλο που είμαστε μαζί τόσα χρόνια. Και μετά προσπαθώ να βρώ δικαιολογίες για να συγχωρήσω όλες τις καταστάσεις. Να δικαιώσω το γιό μου, τον εαυτό μου, τα εξιλαστήρια θύματα. Που υπάρχουμε για να ξεσπάνε οι άλλοι επάνω τους. Αμνοί πρός σφαγή.

Και να συγχωρήσω και τον Β γιατί όταν νευριάζει, κακκιάζει και ψάχνει για φταίχτη. Και ο φταίχτης στήνεται σαν τον Χριστό στον τοίχο. Και καρφώνεται. Και μετά ο Β αισθάνεται ικανοποιημένος απο τη ζωούλα του έχοντας καταστρέψει εκείνη των άλλων.

Να πεθάνω, γίνεται?

Και τώρα?

Το σαββατοκύριακο ήπια τόσο πολύ που στο τέλος έκανα εμετό. Ξεροσφύρι. Ολοι γύρω μου τσακώνονται με όλους. Ο άντρας μου τσακώνεται με τους υπαλλήλους στο μαγαζί. Θεωρεί ότι λόγω ηλικίας τον έχουνε ξεγραμμένο και για οδηγίες πάνε στον Μάρκο. Καλά κάνουνε οι άνθρωποι, όμως αυτό τον εξοργίζει και φέρεται άσχημα στο παιδί μας μπροστά στους άλλους. Μετά πατέρας και γιός τσακώνονται σαν τα σκυλιά. Και ο Μάρκος σηκώνεται και φεύγει. Και μετά πάει στη μπυραρία και γίνεται πίτα. Εχει πάρει το δικό μου γονίδιο, αντί να τον πατήσει κάτω τον πατέρα του, αυτοκαταστρέφεται.

Ο άντρας μου ξέρει την αγορά σαν τη τσέπη του και μπορεί να προβλέπει που οδεύει. Είχε προβλέψει την εμφάνιση του φθηνού ρούχου, προτού εμφανισθούν οι Κινέζοι και κράτησε τις τιμές χαμηλές, έτσι αντίθετα με άλλους εμείς δεν πάθαμε σχεδόν τίποτα, όταν γείτονές μας στον κλάδο κλείσανε τα μαγαζιά.  Αυτό του δίνει αφάνταστο κύρος παρόλλα τα χρονάκια του..που έτσι κι αλλιώς δεν του φαίνονται, δείχνει καμμία 70αριά.

Το κακό είναι ότι εχοντας τον Μάρκο στο μαγαζί, προσπαθεί να του πεί τι να κάνει. Ο γιός μου έχει άλλες απόψεις, θέλει ανανέωση, να φέρει και άλλα είδη που προτιμάει ο κόσμος, ο Β αντιστέκεται και οι καυγάδες είναι ψωμοτύρι. Επειδή το εμπόρευμα απευθύνεται σε άντρες, ο Β θέλει άντρες υπαλλήλους και ο Μάρκος γυναίκες..και οι δυό έχουν δικιο, θα μπορούσαν να πάρουν και απο τα δύο φύλλα.. αλλα πού..

Τον χαστούκισε το Σάββατο, ευτυχώς όχι μπροστά στους άλλους. Επεσα επάνω τους να τους χωρίσω και με έσπρωξε βίαια. Εκανα ένα βήμα πίσω και γλύστρισα. Επεσα ανάσκελα και χτύπησα στο κεφάλι..ήρθε το ΕΚΑΒ γιατί πλημμυρίσαμε αίματα. 5 ράμματα κοντά στο αυτί.

Είμαι στο σπίτι της νύφης μου τώρα.

Κάποια στιγμή όμως πρέπει να σκεφτώ τι θα κάνω.  

Φοβάμαι