Ψιθυρίζοντας

Όταν οι άνθρωποι ψιθυρίζουν, αφουγκράζομαι. Τι είναι αυτό που τους κάνει να λένε πράγματα κάτω απο τα δόντια τους και όχι φωναχτά?

Τα ψιθυρίσματα ταράζουν τα νερά, είναι η φωνή της αντίδρασης – του θυμού, του παραπόνου, της κακίας – που για προσωπικούς λόγους κυλάει σταθερά κάτω απο την πόλη δημιουργώντας σαθρά θεμέλια.

Ψιθυρίζουμε τα ονειρά μας και ψιθυρίζουμε λόγια αγάπης.

Λές κι αν μας ακούσουν οι θεοί τίποτα δεν θα πραγματοποιηθεί.

 Ψιθυρίζω κάθε μέρα στον εαυτό μου τις γνώμες μου για ότι γίνεται μέσα μου και γύρω μου. Οι άγιοι στο εικονοστάσι μου με κυττούν με πλάνα μάτια..τι κάνεις? σαν να με ρωτούν.

Ψιθυρίζω τα λόγια που θα ήθελα να πώ

Αλλά δεν τα λέω.  

 Είναι δύσκολο να τους δώσω ήχο, θα είναι σαν να τα πλένω απο την αόρατη μπογιά και να τα βαφτίζω. Σήμερα οι σκέψεις σου θα είναι πράσινες, αύριο μαβιές, μεθαύριο τυρκουάζ.

Τα ψιθυρίζω στους τοίχους, στις γλάστρες, στα κεντήματά μου. Η κάθε κλωστίτσα ξέρει το μέσα μου

Τώρα όμως καλούμαι και να τα γράψω. Μία πρόκληση. Το ψιθύρισμα γίνεται γραπτός λόγος και αποκτά ψήφο. Καμμία αμφισβήτηση. Οτι λέγεται δεν ξελέγεται.

Το ψιθύρισμά μου παίρνει θέση ζωής.