Κυριακές

Δύσκολες. Σχεδόν ανίατες. Τις μισούσα. Γιατί σήμαιναν ότι θα τις πέρναγα με την οικογένεια. Οταν ήμουνα παιδί, σε οικογενειακές συντρώσεις, γεύματα με θείες, θείους, παπούδες, βαριόμουνα αλλά δεν ήξερα ότι τα χειρότερα θα ερχόντουσαν αργότερα.

Χρόνια τώρα τις Κυριακές ο Β κάνει ομφαλοσκόπηση. Την μασάει τη δόλια τη τσίκλα τόσα χρόνια το ίδιο μοτίβο που έχει γίνει πιά κωμωδία του Μολιέρου » Ο κατά φαντασίαν όλοι του χρωστάνε». Κάθε Κυριακή τα ίδια.

Στην αρχή ακούγανε τα παιδιά τη γκρίνια του μπαμπά τους. Ευτυχώς κάπου βαρέθηκαν στη διαδρομή και μετά το φαϊ διακριτικά φεύγανε να παίξουνε μπάλλα με τους φίλους τους. Μετά  έφτιαχνα τάρτες και καρτέραγα τους φίλους τους να τους κεράσω που εξ αιτίας τους έσωζα τα παιδιά μου απο ένα εξοστρακισμό χωρίς τελειωμό.

Οταν δούλευα πολλά σαββατοκύριακα έλειπα γιατί συνόδευα τις παρουσιάσεις κολεξιόν που η μοδίστρα ήταν απαραίτητη να καλύψει το οποιοδήποτε κενό. Τα μοντέλλα συχνά λυνόντουσαν στα δάκρυα και έπρεπε κάποιος να τις συνεφέρει..αυτή ήμουνα εγώ. Οι καϋμένες πέθαιναν της πείνας. Δύσκολο επάγγελμα. Η μόδα των λιμοκτονούντων γυναικών βασίζεται στην αχόρταγη ανάγκη των δημιουργών για κέρδος. Ενα μικροσκοπικό μοντέλλο χρειάζεται λιγώτερο ύφασμα απο ένα παχύσαρκο. Ετσι βγήκε η μόδα της Τουϊγκυ. Βάσει αυτής της μόδας τα λογείς Μποντυλάιν πλουτίζουν και οι γυναίκες αγωνιούν.

Εφευγα λοιπόν για ολόκληρες βδομάδες πρίν την κολεξιόν μέχρι την ημέρα της παρουσίασης, όσο για τα παιδιά τα έπαιρνα μαζί μου να διαβάζουν μέσα στα εργαστήρια κοπής των υφασμάτων. Και ήταν και καλοί μαθητές. Απεύφευγα έτσι τον Β.

Τώρα όμως δεν μπορώ να τον αποφύγω. Και κάθε Κυριακή ακούω τα ίδια και τα ίδια πώς δηλαδή η μοίρα τον μούτζωσε και έγινε αυτό που ήταν.

Δεν τιμάει αυτό που έχει

και το κυριώτερο

Δεν αγαπάει ούτε τα παιδιά του.

……………………

Γύρισα απο την εκκλησία. Αναψα ένα κερί. Ο Θεός ας μας σπλαχνίζεται.