Υφεση

Aισθάνομαι απαίσια. Η ημικρανία σαν σφυρί πάει να μου πάρει το κεφάλι. Το πρωϊ με έβρισε πατόκορφα. Δεν θυμόταν που έβαλε τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Βιαζόταν να πάει στο μαγαζί και τα ήθελε. Και βέβαια έφταιγα εγώ γιατί πήρα χθές το αμάξι να πάω στη λαϊκή.  Τα κλειδιά όμως τα άφησα πάνω στην κλειδοθήκη. Και εκείνος βγήκε χθές το βράδυ με το αυτοκίνητο για να πάει εκεί κοντά για ένα κρασάκι με τους φίλους του. Αλλά για όλα φταίω εγώ. Φταίω που υπάρχω.  Φταίω που αναπνέω, φταίω που ζώ.

Ελεγε, έλεγε, έλεγε, είχε κοκκινήσει το πρόσωπό του και την ώρα που με έβριζε έφτυνε κιόλας.. το κενό γιατί ήμουνα μακριά του. Και μετά έβαλε τα χέρια στις τσέπες και ΝΑΤΑ τα κλειδιά! Και μετά ήθελε αγκαλιές και συγνώμη αγαπούλα μου δεν το εννούσα!.

Πίστευα παλιά ότι στερεύουν τα δάκρυα.

Δεν είναι αλήθεια

Η ζωή στερεύει λίγο-λίγο. Ολο και περισσότερο χώνομαι στην ψευδαίσθηση. Γυρίζω πίσω στο χθές που ήταν ροδαλό και αφήνω τη σκαιή πραγματικότητα να με συνθλίβει όποτε μπορεί.

Αισθάνομαι ότι δεν έχω τίποτα δικό μου, ν’ αγκαλιάσω, να σφίξω, να πώ τον πόνο μου. Η ψυχολόγος..εντάξει μιλήσαμε μου είπε να πιώ λίγο κρασάκι να ηρεμήσω.

Πώς καταφέρνει κάθε φορά αυτός ο άνθρωπος και με διαλύει, με κομματιάζει, λάθος τα λέω, πως αφήνομαι βορά στο ξέσπασμα αυτού του ανθρώπου, αφήνομαι να με κομματιάζει, τον αφήνω να με συνθλίβει στο όνομα του οτιδήποτε στραβού που μπορεί να προκύψει. Παίρνω άμεσα τον ρόλο του θύματος, σαν πέτσα έχει γίνει ο ρόλος και υποκύπτω, φταίω για ότιδήποτε προκύπτει στην Γή.

Και τα δάκρυα άπλετα χύνονται σαν ωκεανός. Ο πόνος οξύς, η πίκρα περίσσια, το μόνο που υπάρχει είναι η ψευδαίσθηση. Η ψευδαίσθηση μιάς ζωής. Της δικής μου

Advertisements