H Prada και τα διαβολάκια

Με το που βγήκε το βιβλίο το αγόρασα. Το είδα και στο σινεμά. Εχει σχέση με την πραγματικότητα και συγχρόνως δεν έχει.

Η πραγματικότητα είναι ότι οταν δουλεύει κανείς σε συλλογικό χώρο πάντα υπάρχουν «οι καλοί, οι κακοί, οι άσχημοι, οι απαίσιοι, οι παν-καλοι» με αρχηγό όλων τον Σχεδιαστή.  Ο τελευταίος σχεδιάζει, σκέφτεται, ονειρεύεται και προσπαθεί να ενσωματώσει όλα τα παραπάνω στην πραγματικότητα δλδ στο κέρδος. Οφείλει 2 φορές τουλάχιστον το χρόνο να κατεβάζει τέτοιες ιδέες που πάντοτε να γίνονται χρυσωρυχείο. Δύσκολη δουλειά. Ιδιαίτερα αν στοχεύει να διατηρήσει το όνομά του/της για πολλές δεκαετίες.

Για να μπορέσει να τα κάνει όλα αυτά χρειάζεται πλάτες. Μέσα στην επιχείρησή του εννοώ, όχι τις τράπεζες. Χρειάζεται ένα δυνατό αστυνομικό σκυλί που θα είναι υπεύθυνο για όλα, ώστε η επιχείρηση να δουλεύει ρολόϊ και ο σχεδιαστής να παράγει ανέμελος. Χάος θα βασίλευε σε έναν ραπτικό οίκο αν δεν υπήρχε ο Στριφνός και Απονος Μάνατζερ. Ολοι θα μπλοκάριζαν, θα μπερδευόντουσαν, θα καθυστερούσαν τις κολεξιόν, δεν θα πιάνανε τις ημερομηνίες. Κατά κάποιο τρόπο η προσωπικότητα της Μιράντα Πρίσλυ έχει σχέση με την πραγματικότητα.

Ομως εκεί που δούλευα εγώ δεν ήταν έτσι. Υπήρχε βέβαια ο μάνατζερ όλων ο οποίος όμως διέθετε άριστες σχέσεις με το προσωπικό. Στον νυφικό οίκο που δούλευα (προ κομπιούτερ εποχή), μας πίεζαν οι ημερομηνίες, οι πελάτισσες, τα υφάσματα κλπ αλλά ποτέ δεν υπήρχε τέτοια παρατραβηγμένη συμπεριφορά πρός τις βοηθούς, γραμματείς κλπ όπως στο βιβλίο. Ο καθένας ήξερε τη θέση του και τη δουλειά του. Καμμιά φορά όλοι μπερδεύονταν στα πόδια όλων, ιδιαίτερα άμα έχεις να κάνεις με μοντέλλα ή παιδιά μοντέλλα.. αχ! ιστορίες για αγρίους, το ξεπερνάγαμε όμως. Χωρίς πολλές υστερίες. Και κυρίως χωρίς σαδισμούς και μαζωχισμούς.

Ισως όμως να έχουν αλλάξει τα πράγματα και στην Αμερική να είναι έτσι. Τι να πώ!

Advertisements

Ευθύνες

Εχω μέρες να γράψω. Αισθάνομαι καλύτερα τώρα. Σαν να έφυγε ένα βάρος απο πάνω μου. Ο Β. πάει το πρωϊ πάλι στο μαγαζί,κάθεται πίσω απο τον πάγκο και παίζει στο Ιντερνέτ. Υποτίθεται ότι προσέχει και διευθύνει. Μάλιστα.

Και εγώ βγήκα στην αγορά, πήρα και την Ολγα μαζί να μου κρατάει τα πακέτα, πήγαμε στην Κεντρική Αγορά και πήραμε διάφορα καλούδια για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Οχι γαλοπούλα. Γουρουνόπουλο τρώμε.

Το γεγονός ότι έφυγε απο πάνω μου η ευθύνη του Β, μου έχει δώσει φτερά. Θα μου πείς, τώρα που αρρώστησε, τον αδειάζω. Ε! Ναί! Ας είχε καλύτερη συμπεριφορά. Δεν τον έστειλα σε ίδρυμα, του πήρα μιά κοπελιά να τον απασχολεί. Οτιδήποτε θα έκανα για να γλυτώσω.

Δειλία? Μάλλον υπερβολική λατρεία για το τομαράκι μου.

…θέλει το Γερμανό του!

Ηρθε η νέα οικιακή βοηθός σήμερα. Η Ολγα. Ουκρανή, γύρω στα 50, ψηλή, λίγο παχουλή, χαμογελαστή. Της έδειξα την κουζίνα, το σπίτι και τον Β. ο οποίος γραβατώθηκε πρωϊ-πρωϊ για να είναι στα καλύτερά του. Με πιάσανε τα γέλια, αχ! άντρες! σκέφτηκα. Γέλασε και η Ολγα όταν τον είδε να την περιμένει με επισημότητα, με το μαύρο του κοστούμι, γυαλισμένα παπούτσια, καθαρό πουκάμισο, ξυρισμένος με τις κολώνιες..το φράκο του έλειπε…μιά χαρά θα περάσουνε, εννοώ θα περάσουμε και οι τρείς μας. Μας μαγείρεψε ήδη παστίτσιο! Αύριο θα πάμε μαζί στην αγορά να της δείξω τα κατατόπια, εκεί που ψωνίζουμε, να ξέρει.  

Χθές ο Πέτρος μου είπε «Τώρα που θα μπεί η Ρωσίδα στο σπίτι σας μαμά, πιάσε θεωρείο και άραξε. Ο μπαμπάς θα γίνει αρνάκι και θα έχει πολύ γέλιο».

Δένδρο

Στολίδια το στολίσαμε χθές το δένδρο στο σπίτι του μεγάλου μου γιού, μαζί με την θεία της Μ. Στιγμές χαράς. Παίξαμε λίγο και με τα christmas crackers που είχε πάρει, κάναμε χάζι τις γάτες που παίζανε με τις μπάλλες και τα φωτάκια, μετά φάγαμε μιά πλούσια μακαρονάδα.

Επαιξα και μπιρίμπα με την Πόπη τη θεία της Μ, δεν την ξέρει καλά την μπιρίμπα και την κέρδισα. Νευρίασε νομίζω γιατί θεωρεί τον εαυτό της μπιριμποχανούμισα, σήμερα παίξαμε ρεβάνς και με κέρδισε. Μιά χαρά.

Το πρωϊ ήρθε ο Β απο το σπίτι και πήγαμε στην Αθήνα με το τράμ για καφέ. Ηταν ήσυχος και καλός. Μακάρι να γινόταν καλά. Εντελώς δηλαδή.

Αύριο θα πάω στον άλλο μου το γιό να μείνω.

Είμαι καλά.  

Λύσεις

Είμαι ξαπλωμένη σε μιά μαλακιά πολυθρόνα σκεπασμένη με μιά κουβέρτα και το laptop  στα πόδια μου. Σερφάρω ευχαριστημένη. Πίνω και ζεστή σοκολάτα. Είμαι ακόμη στο σπίτι της Μ και ξεκουράζομαι. Κοιμάμαι στον καναπέ τους γιατί δεν έχουν που να με βάλουν, είναι μικρό το σπίτι τους, δεν παραπονιέμαι αρκεί που ζώ μαζί τους. Θαλπωρή.

Χθές όλη μέρα βλέπαμε αλλοδαπές νοσοκόμες. Πήραμε μία Ουκρανή γυναίκα, όχι πολύ νέα αλλά ούτε και γριά για να περιποιείται τον Βησσαρίωνα επί 24 ώρου βάσεως και άμα τον πιάνει το υστερικό του, να μπορεί να του΄κάνει μία ηρεμιστική ένεση. Θα πάω αύριο μάλλον στο σπίτι μου, να δώ τι γίνεται..και μετά πάλι εδώ ως τη Δευτέρα που έρχεται η Ολγα.

Ελπίζω στο καλύτερο.

Υφεση

Aισθάνομαι απαίσια. Η ημικρανία σαν σφυρί πάει να μου πάρει το κεφάλι. Το πρωϊ με έβρισε πατόκορφα. Δεν θυμόταν που έβαλε τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Βιαζόταν να πάει στο μαγαζί και τα ήθελε. Και βέβαια έφταιγα εγώ γιατί πήρα χθές το αμάξι να πάω στη λαϊκή.  Τα κλειδιά όμως τα άφησα πάνω στην κλειδοθήκη. Και εκείνος βγήκε χθές το βράδυ με το αυτοκίνητο για να πάει εκεί κοντά για ένα κρασάκι με τους φίλους του. Αλλά για όλα φταίω εγώ. Φταίω που υπάρχω.  Φταίω που αναπνέω, φταίω που ζώ.

Ελεγε, έλεγε, έλεγε, είχε κοκκινήσει το πρόσωπό του και την ώρα που με έβριζε έφτυνε κιόλας.. το κενό γιατί ήμουνα μακριά του. Και μετά έβαλε τα χέρια στις τσέπες και ΝΑΤΑ τα κλειδιά! Και μετά ήθελε αγκαλιές και συγνώμη αγαπούλα μου δεν το εννούσα!.

Πίστευα παλιά ότι στερεύουν τα δάκρυα.

Δεν είναι αλήθεια

Η ζωή στερεύει λίγο-λίγο. Ολο και περισσότερο χώνομαι στην ψευδαίσθηση. Γυρίζω πίσω στο χθές που ήταν ροδαλό και αφήνω τη σκαιή πραγματικότητα να με συνθλίβει όποτε μπορεί.

Αισθάνομαι ότι δεν έχω τίποτα δικό μου, ν’ αγκαλιάσω, να σφίξω, να πώ τον πόνο μου. Η ψυχολόγος..εντάξει μιλήσαμε μου είπε να πιώ λίγο κρασάκι να ηρεμήσω.

Πώς καταφέρνει κάθε φορά αυτός ο άνθρωπος και με διαλύει, με κομματιάζει, λάθος τα λέω, πως αφήνομαι βορά στο ξέσπασμα αυτού του ανθρώπου, αφήνομαι να με κομματιάζει, τον αφήνω να με συνθλίβει στο όνομα του οτιδήποτε στραβού που μπορεί να προκύψει. Παίρνω άμεσα τον ρόλο του θύματος, σαν πέτσα έχει γίνει ο ρόλος και υποκύπτω, φταίω για ότιδήποτε προκύπτει στην Γή.

Και τα δάκρυα άπλετα χύνονται σαν ωκεανός. Ο πόνος οξύς, η πίκρα περίσσια, το μόνο που υπάρχει είναι η ψευδαίσθηση. Η ψευδαίσθηση μιάς ζωής. Της δικής μου

Je ne regrette rien

Καμμιά φορά κάθομαι με τον εαυτό μου και σκέφτομαι τις επιλογές μου στη ζωή. Εζησα μοιρασμένη ανάμεσα σε δύο άντρες, τον νόμιμο και τον μη νομιμο.

Ο Β. ο νόμιμος άντρας μου με αγαπούσε τρελλά και κατά κάποιο τρόπο τον αγαπούσα και εγώ. Πέρα απο τον έρωτα, μου άρεσε και σαν άντρας, είχε εξυπνάδα και πρακτικότητα. Επίσης ήταν άνθρωπος που έβλεπε μακριά, αυτό που οι γιοί μου λένε «to be proactive», όχι μόνο για τη δουλειά του αλλά για τον κόσμο γενικά. Είχε και διάφορες γνωριμίες είτε επί πληρωμή είτε όχι, κανά δυό τις είχε μπλέξει με υποσχέσεις για γάμο, αλλά πάντα έκανε εγκαίρως πίσω «πρός χάριν των παιδιών». Δεν με παραμελούσε, αλλά του άρεσε ο ποδόγυρος. Ο μύθος της στρίγγλας συζύγου, παλιός αλλά καλός, πάντα έπιανε. (Απ’ ότι ξέρω συνεχίζει ακόμη να πιάνει). Ποτέ δεν έψαξα τα συρτάρια του Β. ούτε έλεγα τίποτα για τα λερωμένα πουκάμισα ή εσώρουχα. Καποια ανώνυμα τηλεφωνήματα πέσανε στο κενό. Δεν ζήλευα που κάποιες ίσως τον δεχόντουσαν για φίλο τους, γιατί όχι, ήταν πολύ καλός στο κρεββάτι. Αλλά ούτε και εκείνος ζήλευε εμένα, ούτε ρώταγε και φαινόταν να μην καταλαβαίνει ότι λίγες ώρες πρίν απο εκείνον είχα κάνει έρωτα με κάποιον άλλον. Ισως να ήξερε. Ποτέ όμως δεν είπε λέξη. Και αυτό του το αναγνωρίζω.     

Ο άλλος, ο Νίκος (που είχε παντρευτεί την αδελφή του Β.) ήταν διανοούμενος, φιλόλογος, άνθρωπος των γραμμάτων και της φιλοσοφίας. Τον ερωτεύτηκα τρελλά πρίν παντρευτώ τον Β.  ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον.  Τους ήθελα και τους δύο. Με τον πρώτο ζούσα στην πραγματικότητα, με τον δεύτερο πορευόμουνα στο όνειρο. Εξαιτίας του Νίκου έμαθα ξένες γλώσσες όταν ακόμη ήμουνα μαθητευόμενη μοδίστρα και έκανα καλά γιατί στη δεκαετία του ’60 με στέλνανε στο εξωτερικό για να δουλεύω σε ραπτικούς οίκους, μιλούσα τη γλώσσα της δουλειάς.

Ισως ο Β. να προτιμούσε να έχω εραστή μέσα απο την οικογένεια. Η αδελφή του δεν ξέρω αν κατάλαβε ποτέ τίποτα. Και εκείνη όμως κάτι είχε στη ζωή της, πέρα απο τον Νϊκο γιατί όταν μεγάλωσαν τα παιδιά της, χώρισε και σε 6 μήνες παντρεύτηκε κάποιον άλλον που υιοθέτησε τη μικρή της κόρη…

Ποτέ δεν είπα την αλήθεια στα παιδιά μου. Ηθελα να είμαι ψηλά στα μάτια τους, φοβόμουνα μη με θεωρήσουν «που..». Μερικά παιδιά είναι σκληρά και δεν συγχωρούν ότι δεν έχουν βιώσει.

Αν χρειαζόταν να ξαναζήσω τη ζωή μου, θα σκεφτόμουνα το ίδιο, θα έκανα τα ίδια πράγματα, θα έκλαιγα για τις ίδιες ταινίες, θα έκανα τα ίδια λάθη, θα μάζευα το ίδιο μπουκέτο απο μαργαρίτες.