Στιγμές

Χθές το βράδυ έβλεπα σε dvd μια εγγλέζικη κωμωδία. Λεπτό και ευγενές χιούμορ με πρωταγωνίστρια μιά γυναίκα σαν και εμένα..εντάξει λίγο νεώτερη. Ομως με το ίδιο θάρρος για ζωή παρόλλες τις προσπάθειες άλλων. Είχα χρόνια να γελάσω τόσο, με αυτό το είδος γέλιου που διαπερνά το είναι και αφήνει μιά εφορία. Και πάνω στην καλύτερη στιγμή, πάνω εκεί που γέλαγα σαν παιδούλα, είπε ο Β μιά κουβέντα, ένα ειρωνικό σχόλιο για την παλιά μου ζωή, για την παλιά μου δουλειά, επειδή τούφυγε ένα κουμπί απο το πουκάμισο.

Ολη η καριέρα μου, η μοδιστρική, το ράψιμο, η καταξίωσή μου σαν εργαζόμενη να κουρελιαστεί στο βωμό ενός κουμπιού. Που έφυγε απο κοντά του. Επέλεξε να αναχωρήσει πρίν κουμπωθεί. Και αυτό είναι μείον για την προσωπικότητα της νοικοκυράς. Αν πέρναγα μιά ζωή γονατισμένη να σφουγγαρίζω τα πατώματα θα ήταν μείον για τη ζωή μου σαν καθαρίστριας το αν η πολυκατοικία ήταν ανακαινισμένη? Εξερράγην  και δεν πάει να μείνει στον τόπο απο το 50οστό εγκεφαλικό. Ολοι θα πεθάνουμε μιά μέρα.

Γίναμε μαλλιά κουβάρια. Ολα τα άπλυτα βγήκαν στη φόρα. Είπα όλα τα παράπονά μου για την οικτρή συμπεριφορά, είπα ότι δεν την ανέχομαι πιά. Είπε και τα δικά του που όλο παίρνω το καπελλάκι μου και φεύγω. Που τον έχω πετάξει στα χέρια μιάς ξένης, ενώ μιά χαρά του τρώω τα λεφτά του. Αναψα και κόρωσα. Το ίδιο και εκείνος, βαριανάσαινε και με στόλιζε με βρισίδι. Ηρθαμε στα χέρια.

Με έρριξε κάτω και εγώ τον κλώτσησα. Η ρωσίδα πήγε να μας χωρίσει αλλά της έδωσε ένα μπάτσο. Οπισθοχώρησε και βγήκε κλαίγοντας απο το σπίτι. Αλλοίμονο

Παλέψαμε άγρια, μου άνοιξε νομίζω η μύτη πλημμυρίσαμε στα αίματα..όμως σε μία στιγμή χαλαρώσαμε τις λαβές και κυτταχτήκαμε..και σκάσαμε στα γέλια

Δύο κοκκόρια μιάς κάποιας ηλικίας ξεπουπουλιασμένα, με γρατζουνιές στη φαλάκρα και στα μάγουλα ο ένας, ξεμαλλιασμένη με ανοιγμένη μύτη η άλλη, έτοιμα για τον δεύτερο γύρο.

Σηκωθήκαμε επάνω να πλυθούμε και να σιαχτούμε κάπως..αγκαλιασμένοι πήγαμε στο μπάνιο μόνο που δεν φθάσαμε ώς εκεί. Ηρθε ένα φιλί και μας έκοψε τη φόρα. Σαν τα ξεπεταρούδια παραδοθήκαμε κατάχαμα, στη στιγμή.

το καθηκον με καλεί

Τρέχω αυτές τις μέρες και δεν φθάνω. Ολοι είναι άρρωστοι. Τα εγγόνια, η μάνα τους και ο γιός μου. Εχω στείλει τον Β στο μαγαζί και εγώ κάνω τη νοσοκόμα, τη καμαριέρα, τη μαγείρισσα, την παιδαγωγό και την αρτίστα. Το τελευταίο θα μπορούσε να είναι η Ψυχαγωγία του Στρατεύματος. Παίζω μαριονέττες στην νύφη μου, έμαθα RSP μαζί με τα παιδιά, τους κάνω Ελληνικά και ορθογραφία, άμα πέφτει ο πυρετός κάνουμε με τη μικρή και πιρουέτες για το μπαλέτο, και στο τέλος της μέρας πάω σπίτι μου και τρέμουν τα πόδια μου απο την κούραση.

Η Ολγα είναι χρυσή κοπέλλα. Μαγειρεύει για την κουρασμένη γιαγιά ωραία πράγματα, χθές έκανε παστίτσιο και πρασόσουπα, μου έκανε και ωραίο μασσάζ γιατί μου έχει βγεί το λάδι.

Η ψυχαγωγία των αμάχων είναι πιο δύσκολη και απο τον πόλεμο. Στις εχθροπραξίες έχει ο καθένας τη θέση του, άλλοι αποφασίζουν, ο καραβανάς απλά ακολουθεί, ενώ ο αυτοσχεδιασμός δύστροπου απο τον πυρετό κοινού, μανίκι.

Εκεί που ήμουνα χαρούμενη σαν την Κοκκινοσκουφίτσα που μάζευε τα μανιτάρια της και φλέρταρε μιά τον κυνηγό και μιά τον λύκο, ξαφνικά το καθήκον με κάλεσε να αφήσω τα παραμύθια και να ανασκουμπωθώ.. κάποιος έπρεπε να φυλάξει τα νώτα της χώρας, δηλαδή της οικογένειας.

Περνάει ο Στρατός της Ελλάδος εμπρός!

   

Σαγήνη

Κουράστηκα σήμερα πολύ. Ψυχικά. Πήγα στο μαγαζί και έκαστα αμίλητη πίσω απο τον πάγκο. Κόσμος πολύς μπήκε-βγήκε. Ο Μάρκος δεν έκατσε ούτε στιγμή κάτω. Δουλεύει πολύ αυτό το παιδί, τόσο που αναρωτιέμαι πολλές φορές μήπως τα δίνει όλα εκεί και στο σπίτι του τους δίνει παράδες και ένα άδειο κέλυφος – τον εαυτό του. Δέκα φορές τον πήρε μια γυναίκα τηλέφωνο. Εβγαινα εγώ και 9 φορές μου το έκλεισε. Τη 10η τον ζήτησε και δεν ρώτησα ποιά είναι. Μιλήσανε. Το πρόσωπό του είχε ανάψει, το ξέρω αυτό το φώς..ο θρίαμβος του παιδιού που επιτέλους έφθασε το πολυπόθητο ράφι όπου το αγαπημένο γλυκό. Τρόπαιο. Ψιθυρίσματα σχολιαρόπαιδων, έσφιγγε το ακουστικό σαν να έπιανε τους ώμους της. Δεν έχω περιέργεια για το ποιά είναι. Είναι αυτή που του προσφέρει αγάπη τώρα. Το αύριο δεν με αφορά.

Κάποια στιγμή γύρω στις 1.00 είπε ότι θα λείψει για λίγο, του είπα ότι δεν τον χρειαζόμαστε και ότι θα κάνω εγώ ταμείο. Χάρηκε. Με φίλησε. Εφυγε τραγουδώντας. Παιδί μου είναι, ακόμη κι αν διαφωνώ με τις πράξεις του.  Παιδί μου είναι, ακόμη και αν συμφωνώ με τις αποφάσεις του.

Καθρέφτης

Ο τρόπος που βλέπουμε τους άλλους δεν είναι ο ίδιος με αυτόν που βλέπουνε εμάς. Το είδωλο είναι ακριβές, αλλά καμμιά φορά ανάποδο.

Η μεγάλη μου νύφη έχει πρόβλημα υγείας. Μόνιμο. Αυτό της αφαιρεί το δικαίωμα να κάνει παιδιά. Τα αποφεύγει όσο μπορεί νομίζοντας ότι έτσι ξορκίζει το κακό. Μερικές φορές το καταφέρνει. Αλλες πάλι όχι. Ο γιός μου δεν καταλαβαίνει τον πόνο της. Ποσώς τον ενδιαφέρει αν έχουνε παιδιά. Αν είχανε θα ήτανε ωραία, αλλά και τώρα ωραία είναι. Είναι άνθρωπος του τώρα χωρίς μεγάλες μεταφυσικές εξάρσεις. Δεν μπορεί να χαρεί ή να λυπηθεί για ένα «ίσως». Ρεαλιστής.

Τα εγγόνια μου παίζουν με τη νύφη μου σαν τρελλά. Τα αντιμετωπίζει σαν να είναι μεγάλα παιδιά, σαν να είναι έφηβοι και όχι 10χρονα. Αυτό τα ενθουσιάζει. Της λένε τα αισθήματά τους, είναι φίλη τους. Χοροπηδάνε στα δωμάτια, τρέχουνε ξυπόλητα και παίζουνε μαξιλαριές μαζί της. Γυρίζουν στο σπίτι τους αρνάκια και κοιμούνται γλυκά. Αυτό της καλύπτει το κενό. Φοβάται όμως μην προδοθεί. Και φάει την κοροϊδία της άκληρης.

Αυτά μου τα είπε εκείνη. Πρέπει να είναι και άλλα. Δικά της. Κάποτε είχε μία κόρη. Τώρα όμως δεν είναι μαζί της. Τι να απέγινε άραγε? Πότε να πέθανε? Κανείς δεν λέει λέξη. Οταν τη ρώτησα, μου είπε «αστα μητέρα, άσε τους νεκρούς με τους νεκρούς».

Ετσι δεν μιλώ. Μόνο αναπνέω.  

Γιατί κλαίει?

Κάθομαι στην πολυθρόνα μου και σερφάρω. Βλέπω όμως πράγματα. Κλαίει η νύφη μου πολύ, κάτι ξερά δάκρυα χωρίς λυγμούς. Και μετά λέει ότι είναι απο το κρεμμύδι που καθαρίζει κάτω απο τη βρύση. Κλαίει όταν νομίζει ότι δεν τη βλέπω, ότι προσηλωμένη στην οθόνη ονειρεύομαι τις ζωές των άλλων.

Γιατί κλαίει? Καλά τα βλέπω τα πράγματα στη ζωή της. Ομως δεν ξέρω τι γίνεται, ούτε τι σκέφτεται. Είναι κλειστός άνθρωπος. Αλλά έχει στοργή και αγάπη για τους άλλους, αναρωτιέμαι λοιπόν το γιατί.

Δεν ρωτάω. Δεν μου λέει και έτσι δεν ανακατεύομαι. Αισθάνομαι όμως ότι δεν έχει χαρά. Δίνει σε μένα χαρά και καταφύγιο για εκείνη όμως δεν κρατάει ένα σπόρο.

Φοβάμαι

Γιατί να κλαίει?

Εξουσία

ή τίνος είναι το μεγαλύτερο..χέρι, πόδι, γλώσσα, συμπληρώνει ο καθένας. Την εξουσία στους άλλους δεν την παίρνεις μόνος σου φωνάζοντας, καπελλώνοντας, βρίζοντας ή απαιτώντας να σε αναγνωρίσουν, να σέρνονται στα γόνατα, να καίγεται το σύμπαν και εσύ να ευλογείς..λάβετε φάγετε. Αυτά τα κάνουν τα μωρά παιδιά. Και οι μεγάλοι γελάνε στην αρχή και μετά τους δίνουν ένα μπάτσο να σταματήσουν να ενοχλούν.

Την εξουσία δεν την παίρνεις, επειδή βρήκες ένα παράθυρο ανοιχτό και μπήκες. Θα μπορούσες να έπεφτες και μέσα στην αποχέτευση και μετά τι εξουσία θα είχες παρέα με τις κουράδες? Διαχειριστής σκατών ! Λαμπρό επάγγελμα. Μάθημα στα νέα Ιδιωτικά Πανεπιστήμια.

Η εξουσία σου δίνεται απο τους άλλους. Σαν σήμα αναγνώρισης. Επειδή την κέρδισες. Με την αξία σου όχι με το γλείψιμο ή τις φοβέρες.

Ολα τα άλλα έίδη εξουσίας βαίνουν ή στη δικτατορία ή στην ηλιθιότητα. Διαλέξεις και παίρνεις τι θέλεις να σε θεωρούν. Να ξέρεις όμως ότι ο δικτάτορας μόνο ελεύθερος δεν είναι. Συνεχώς φοβάται μήπως οι τιποτένιοι πολίτες εξεγερθούν (τιποτένιοι που τον διάλεξαν χωρίς να ξέρουν τι έπαιρναν-τιποτένιοι που τον ανέχτηκαν), μήπως οι ραγιάδες σηκώσουνε κεφάλι και φύγουν. Και μετά ποιόν θα έχει να καταπιέζει?

Οι ηλίθιοι δεν φοβούνται τίποτα. Γιατί άλλωστε?

Τι να την κάνεις την εξουσία στο σπιτικό σου? Να φέρεσαι άσχημα στη γυναίκα σου, να βρίζεις τα παιδιά σου, πρός τι? Για να νοιώσεις άντρας? Επειδή έχεις μπαλλάκια? Και ο σκύλος έχει. Αντε κάνε σύγκριση με ένα ζώο τώρα.

Ολοι να προσκυνάμε, όλοι να σκεφτόμαστε αυτό που έχεις στο νού σου, όλοι να καταπιανόμαστε με πράγματα your way, τι τσίκλα θεέ μου βαρετή. Εχασε όλη της γεύση, ούτε φούσκα δεν κάνει, σαν λάστιχο έγινε μόνος σκοπός να τη φτυσω.

Αντε γειά. Το σώμα μου είναι εδώ. Το μυαλό μου σε αποχαιρετά. Η καρδιά το έχει κάνει αυτό προ πολλού.

Πάρε την εξουσία και βάλτη εκεί που ξέρεις. Κράτα τη καλά απο το λαιμό μη μιλήσει, ούτε κίχ να πεί.  

Την κοπάνησα

Ξυπνάω το πρωϊ με ένα και μοναδικό σκοπό, να χαθώ μέσα στην απεραντοσύνη του διαδικτύου, τόσα πράγματα, τόσες εικόνες απο γεωγραφικά μήκη και πλάτυ, λαοί, γλώσσες, εθνογραφίες, ταινίες, μουσικές και λόγια. Λόγια ανθρώπων σε στίχους, σε πρόζα, ο κόσμος επικοινωνεί όπως μπορεί, χρησιμοποιώντας τα αθέατα κύματα της Γής και της τεχνολογίας.

Κάτι ψιλοτρώω, κάτι ψιλολέω αλλά βασικά η κάθε στιγμή είναι σαν την αναμονή μιάς γέννησης. Κάθομαι στην πολυθρόνα μου και τρυπώνω στο Ιντερνέτ. Καταφύγιο,  γλυκιά μέθη, ένα τσιγαράκι μαριχουάνας σαν αυτά που κάπνιζα πότε-πότε, γιατί όχι?

Εδώ έίμαι η θεία Λένα. Βρήκα σε άλλα φόρουμ ότι θα μπορούσα να είμαι ο Μήτσος με τη λαδωμένη μπούκλα, είτε με λένε Λένα είτε Μήτσο η πρόκληση της ανωνυμίας τεράστια. Αυτό είναι καλύτερο και απο την πρέζα. Μη σου πώ ότι είναι καλύτερο και απο τον Βησσαρίωνα και τα αιώνια παράπονα-όλοι μου χρωστάνε.

Τον άφησα στο σπίτι με την Ολγα. Δεν ξέρω τι του έκανε, πάντως κάνουν έρωτα. Κάποιας μορφής. Ακόμη και πί@@@ να του παίρνει σημαίνει ότι έχει στύση. Αυτό είναι καλό. Πολύ καλό.