Reflections

Καλημέρα όλη μέρα. Κάθομαι στο μπαλκόνι και πίνω τον καφέ μου. Δεν πήγα εκκλησία σήμερα. Απολαμβάνω εδώ και 3 ώρες τη σιγαλιά, την πόλη που κοιμάται. Πουλάκια παντού ψαλιδίζουν τον ουρανό. Κανείς δεν τα προσέχει, εντούτοις κοπτόμεθα για την σκληρή πόλη. Φταίμε.

Η μετακόμιση τελείωσε με επιτυχία, κούραση τριών ημερών. Ολοι βοηθήσαμε. Ο Β. συντόνιζε τους οδηγούς αυτοκινήτων, είχε βάλει κόκκινες ταινίες παντού για να μην παρκάρουν ώστε να μπορούν τα φορτηγά να ακουμπούν τα έπιπλα και τα κιβώτια, η Μ κυνήγαγε τους μεταφορείς «βάλε αυτό εκεί, το άλλο εδώ», ο γιός μου έλειπε στο γραφείο, να μην μπερδεύεται στα πόδια κανενός-καλά έκαμε, και εγώ ήμουνα στην κουζίνα και μαγείρευα. Χαμογελώντας. Το χαμόγελο έχει κολλήσει στο πρόσωπό μου σαν αποκριατικη μάσκα, όλα μου φαίνονται ωραία. Να είναι μόνο.

Ο Μάρκος μου είπε χθές πόσο συγκινημένος είναι που έρχεται ο αδελφός του επιτέλους κοντά μας. Πάντα πίστευε αυτό το παιδί ότι προτιμούμε τον μεγάλο του αδελφό. Ποτέ δεν είπε τίποτα, το καταλαβαίνω όμως. Ο μεγάλος ήταν αριστούχος, ο μικρός έμενε στην ίδια τάξη. Ο ένας πέρασε με τα τσαρούχια πανεπιστήμιο και τελείωσε πολύ γρήγορα, ο άλλος πήρε σύνταξη σπουδάζοντας. Ο ένας παντρεύτηκε όμως νωρίς και εχω τα εγγονάκια μου, ο άλλος άργησε και παιδιά δεν έχει. Κανείς δεν είναι τέλειος και συνάμα είναι. Τα παιδιά όμως μετράνε τα πράγματα αλλιώς.

Σκέφτομαι, άρα ζώ?