Τσιγάρο

Κάθε πρωϊ την τελευταία εβδομάδα, νωρίς πάω κάτω στη νύφη μου και πίνουμε μαζί καφέ. Η ώρα 6.00, ή και 6.30, η συννενόηση γίνεται με μήνυμα στο κινητό. Τόμαθα και αυτό, δηλαδή να στέλνω γραπτά μηνύματα, μου αρέσει κιόλας. Ο Β. ούτε να τ’ ακούσει, τα θεωρεί αντίστοιχα με την αναρρίχηση στο Εβερεστ. Ετσι περιμένω το μήνυμα, και κατεβαίνω.

Με περιμένει. Είναι ξεκούραστη και χαμογελαστή. Ολα μου τα προβλήματα ξεχύνονται σαν τον τραχανά στον ήλιο με το χαμόγελό της. Ενα χαμόγελο ευδαιμονίας και χαράς που με συναντά, έτσι νομίζω τουλάχιστον. Στους άλλους βλέπουμε μάλλον αυτά που λαχταράμε.

Μιλάμε, της λέω, μου λέει, ακούει, ακούω. Σκέφτομαι φωναχτά. Καπνίζω ότι τσιγάρα βρώ, ακόμη και πούρα. Παλιά βούταγα την άκρη του πούρου σε κονιάκ, γινόμουνα φέσι αλλά είχε το γούστο του. Πάνε μάλλον αυτά.

Οι εντυπώσεις της απο το νέο σπίτι πολύ θετικές, της αρέσει η διαρρύθμιση και δεν την ενοχλούν οι πολυκατοικίες απέναντι και ο θορυβώδης δρόμος. Είχα αγωνία γιατί πρίν ζούσε στην εξοχή. Μη φύγει και πάρει τον γιό μου μαζί της μακρυά μας. Μη φοβάσαι τόσο λέω στον εαυτό μου, παλιά όλο εσύ έφευγες σε δουλειές ταξίδια, τώρα που δεν μπορείς έχεις και απαιτήσεις..ο εαυτός μου με μαλώνει, συνέχεια.

Ο γιός μου δέν άλλαξε και πολυ, όπως τον θυμάμαι είναι, κάθε απόγευμα πάει ο Β κάτω να τους βοηθήσει, να συνδέσει, καρφώσει, αλλάξει, κρεμάσει πράγματα, παίρνει και το μεζεδάκι του, γυρίζει μετά απο κανένα δίωρο ευτυχής. Είναι αποδεκτός απο αυτούς και τον αγαπάνε κιόλα. Αυτό του δίνει φτερά.

Να καπνίσω λίγο ακόμη, όσο μπορώ να απολαμβάνω τη δροσιά του πρωινού πρίν η πόλη ξυπνήσει. Θα μπορέσω άραγε ποτέ να τιθασσεύσω τους φόβους μου?

Advertisements