Οι βοσκοί των μπλογκς

Εχω τρελλαθεί στη δουλεά αυτές τις μέρες. Πρωϊ-βράδυ στο μαγαζί. Χάλασε και ο κομπιούτερ και ώσπου να το φτιάξει ο Πέτρος πέρασαν μέρες. Είχε κολλήσει ιούς, όπως τα πιτσιρίκια.

Κάθομαι στο μπαλκόνι και σερφάρω θυμωμένα. Εφυγε η νύφη μου το βράδυ για να πάει στο Σύνταγμα να φωνάξει για τις φωτιές, μαζί με τους μπλόγκερς. Μου είπε να έρθω. Είπα όχι. Θα λεει ότι είμαι γριά και δεν έρχομαι, μη κουραστώ, μη το ένα μη το άλλο. Ας νομίζει ότι της κάνει κέφι. Νευριάζω γιατί δεν βλέπει ότι

α) Κάποιοι δίνουν «το σύνθημα» και οι μπλόγκερς σαν άλλα πρόβατα ακολουθούν. Σήμερα όλοι θα γράψουμε για την Αμαλία, για τον Αλεξ, για τις πυρκαγιές θα τους κάψουμε στις εκλογές, θα βάλουμε μαύρα και θα τραβήξουμε τα φώτα των (ψωρο) καναλιών.

Για καθίστε παιδιά, τα μπλόγκς είναι ψηφιακά ημερολόγια. Ουτε κόμμα είναι, ούτε ομάδα ακτιβιστών, γκέϊ, πολιτικών. Γιατί χρειάζεσθε να αντιδράτε σαν να ανήκετε σε ένα κοπάδι? Ποιοί είναι οι βοσκοί? Ποιοί είναι αυτοί που σας τσιγκλάνε να κάνετε πορείες ή όλοι να διαμαρτύρεσθε επειδή το ζηταει ένας αρχηγός (που σέβεσθε ίσως επειδή συν-γράφει και εκείνος/νη?). Μη μπαίνετε σε καλούπια. Είσθε συνειδητοποιημένοι, ανεξάρτητοι κονδυλοφόροι. Μην σας παρασύρουν οι δημαγωγοί.

β) Το να κάνετε πορεία και να μαζευτείτε φωνάζοντας στο κόμμα που κυβερνάει, είναι γελοίο. Ποιοί είσθε δλδ? Τι θα είσασταν χωρίς ADSL?, Ως πρός τι ντυθήκατε σαν τα κοράκια και φωνάζετε? Νομίζετε ότι θα σας δώσουν σημασία, οτι θα τραβήξετε την προσοχή των κυβερνώντων, ενώ μόνο για σκανδαλοθηρία θα σας φωτίσουν οι κάμερες. Καλύτερα να πάτε εθελοντές να φυλάξετε κανένα δάσος. Να μάθετε πως λειτουργεί ένας πυροσβεστήρας, να δώσετε πρώτες βοήθειες σε έναν συνάνθρωπο απο το να χτυπάτε το κεφάλι σας στον τοίχο και να προσπαθείτε να συγκινήσετε αγύριστα κεφάλια. Εδώ δείρανε τους συνταξιούχους παπούδες σας, με το 1% θα ασχοληθούνε. Μόνο αν χάσουν στις εκλογές θα πονέσουν. 

Σιχαίνομαι όσους προσπαθούν με κάθε τρόπο να μαντρώσουν και καθοδηγούν την ελεύθερη βούληση. Πίστευα ότι τα μπλόγκς ΔΕΝ καθοδηγούνται. Πόσο άδικο είχα.

1,2,3

1. Για πότε φύγαμε και για πότε γυρίσαμε. Σαν ψέμματα πέρασαν οι ξέγνοιαστες μέρες. Οι στενοχώριες είχαν στρώσει το τραπεζομάντηλό τους στο κατώφλι μας. Την πρώτη μέρα δεν τις καταλάβαμε, τη Δευτέρα όμως που πήγα στην αγορά μου τα προλάβανε οι τρίτοι, οι γλώσσες της γειτονιάς. «Τα μάθατε?» Οχι, τι » Α! Δεν σας είπαν τα παιδιά τίποτα ε?» «Κάτσε κυρά Λένα να στα πούμε εμείς».  Και κάθισα!.

2. Κατά τα φαινόμενα, το διαμέρισμα του γιού μου έπιασε ένα πρωϊ φωτιά. Μαύρος καπνός βγήκε απο τις πόρτες, στριγγλίζανε οι γείτονες, ήρθε η Πυροσβεστική, παραβιάστηκαν οι πόρτες γιατί όλοι λείπανε, έτσι κι αλλιώς ποιός πλησίαζε τις φλόγες, η φωτιά σβήστηκε αλλά οι απώλειες άνευ προηγουμένου. Κάηκε το σαλόνι όλο του Μάρκου, οι πόρτες μαύρες, τα ταβάνια, τα πατώματα, κάηκαν τα ηλεκτρικά είδη και της κουζίνας που επικοινωνεί με πάσο..ευτυχώς όχι τα άλλα δωμάτια, οι φλόγες βγήκαν πρός τα έξω..τρόμαξε ο κόσμος η κυρία δίπλα που είχε μικρό παιδάκι έρριχνε με το λάστιχο νερό απο το μπαλκόνι της.

Ηρθε και ο πραγματογνώμων της ασφαλιστικής εταιρείας μετά και είπε ότι ήταν φωτιά απο τσιγάρο, όμως κανείς δεν κάπνιζε, κάνενας απο εμάς δεν καπνίζει έτσι άλλαξε και είπε ότι μάλλον έγινε βραχυκύκλωμα απο ένα πολύμπριζο. Θα πάρουν αποζημίωση, αλλά πόση θα είναι αυτή? Και πώς θα τους φανεί όταν γυρίσει η νύφη μου απο το νησί μαζί με τα παιδιά και βρεί τις μαύρες πύλες του Αδη να έχουν καταπιεί το όμορφο καθιστικό της? Πήγα κάτω και το είδα. Εχει γίνει ζημιά, τα έπιπλα τα έχουν βγάλει, γίνανε κάρβουνο, κάηκαν οι κάσες απο τις μπαλκονόπορτες, μαύρισαν οι τοίχοι, η κουζίνα δεν έχει ψυγείο, υπάρχει όμως η ηλεκτρική κουζίνα αν και δεν ξέρω αν λειτουργεί. Ανασκουμπωθήκαμε με τον Β, να καθαρίσουμε λίγο, κάπως να σουλουπώσουμε τη καταστροφή. Βοηθάνε ο Πέτρος και η Μ.

3. Οσο για τον Μάρκο έφυγε, μας άφησε το σπίτι του καμμένο και πήγε στο νησί. Ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Ωσπου να γυρίσει θα το έχουμε κάπως συνεφέρει το διαμέρισμα, θα φροντίσουμε για βάψιμο κλπ. Ετσι θα μειωθεί η ένταση του γεγονότος. Κάτι δεν μου κάθεται καλά αλλά δεν ξέρω τι. Και δεν μιλάω για τα αίτια της φωτιάς, αυτά τα διαγράφω, μιλάω για την ανεμελιά του αποτελέσματος. Κανένα ενδιαφέρον για ανάληψη ευθυνών, «μπαμπά, μαμά, αδελφια-νά το σπίτι, ό,τι θέλετε κάντε για να μας βοηθήσετε – εγώ φεύγω».

Χμμ!   

Τα απομεινάρια

Σηκώθηκα νωρίς σήμερα γιατί το βράδυ μπαίνουμε στο καράβι για αναχώρηση. Το τελευταίο μπάνιο το έκανα χθές το σούρουπο, ας λέει ο γιατρός ότι θέλει, εμένα μου άρεσε.  Πίνω το καφεδάκι μου και κάνω απολογισμό.

Η επίσκεψη στο νησί εκπαιδευτική. Οι συμπέθεροι χάρηκαν για τη παρουσία μας, η νύφη μου τυπικά καλή μαζί μας ήταν και πιο διαχυτική όταν της κρατάγαμε τα παιδιά και την κοπάναγε με τις φίλες της. Παλιά λέγανε για τους Πελοποννήσιους ότι είναι συμφεροντολόγοι, μμ! είδαμε και τους νησιώτες. Δεν φταίνε οι τόποι καταγωγής, οι άνθρωποι, εμείς, διοργανώνουμε τη μοίρα μας. Δεν μας πάει, δεν την πάμε άρα όλα μια χαρά είναι.

Τα εγγόνια μας, άλλη ιστορία. Εκεί που είναι παιδιά στο σπίτι, στο νησί γίνονται ανεξάρτητα πλάσματα. Παίρνουν αποφάσεις, ανήκουν σε παρέες συνομηλίκων, καβαλλάνε τα ποδήλατα και ξεχύνονται μακριά απο τα «πρέπει». Ο μικρός αποφάσισε ότι ωρίμασε αρκετά και πρέπει να πάρει τη ζωή του στα χέρια του. Ετσι ντύνεται στα ολόμαυρα (και μαύρο σλιπάκι βεβαίως) που είναι το χρώμα της εξουσίας και περπατάει κορδωμένος. Εγινε και αρχηγός του τσούρμου. Η εγγονή μου τον κοροϊδεύει που δεν ξεχωρίζει στο σκοτάδι και συνεχίζει να είναι παιδί, ξένοιαστη μέσα στα ρόζ, γαλάζια, κίτρινα μαγιώ-παρεό της. Απίστευτη η κοκκεταρία της. Τώρα άρχισε να επεμβαίνει και στη ντουλάπα της μάνας της, της διαλέγει εκείνη τα ρούχα που πρέπει να φοράει!!! Και που να φθάσει στην εφηβεία!

Ο Β. φε’υγει με βαριά καρδιά απο το νησί και πόδια πρησμένα απο τη κούραση. Μέρα-νύχτα στο γιαλό την έβγαζε, όταν δεν ψαρεύανε, μπαλώνανε τα δίχτυα, ρίχνανε βραχοπετονιές, παραγάδια, συρτές, μετά πηγαίνανε σε μιά ταβέρνα και πέφτανε βροχη τα ούζα και οι μεζέδες απο αχινούς και οστρακοειδή..η χοληστερίνη του πέθανε απο την αγωνία της, θα τα πούμε στην Αθήνα μπάρμπα!

Λοιπόν το νησί μου άρεσε. Πάντα μου αρέσει γιατί παρόλλη τη κοσμοσυρροή έχει γαλήνη. Τα καταπράσινα μονοπάτια, οι εκκλησιές, τα λιόδενδρα..η δροσιά των μαρμάρων στους αρχαιολογικούς χώρους. Θα μου λείψει.  

Πειρατές

Υπήρχε μία εποχή που στο ραδιόφωνο ήταν οι Χ σταθμοί. Και όλοι μας ανεξαιρέτως, μαζί με τη νεολαία ακούγαμε πειρατικούς σταθμούς που εξέπεμπαν απο διάφορες περιοχές, όλοι αφιέρωναν τραγούδια στη Μαρία, Κατερίνα απο Γαλάτσι και στο Γιώργο που αγαπάει την Ειρήνη. Επίσης ρώταγαν πώς ακούγονται σε άλλες περιοχές, παίρναμε λοιπόν τηλέφωνο και λέγαμε ότι «σας πιάνουμε μιά χαρά στην Καλλιθέα» και εκείνοι χαιρόντουσαν γιατί ο σταθμός ήταν στη Κυψέλη! Και μετά θέλανε γνωριμία και κουβέντα κλπ.

Τώρα όλοι οι σταθμοί είναι νόμιμοι. Καλό αυτό δεν λέω. Η γλύκα όμως του απαγορευμένου χάθηκε.

Τι μαθαίνω

Είμαι σε ένα Internet cafe. Μία ώρα την ημέρα έρχομαι για να σερφάρω. Παρόλλη τη ζέστη και τον κόσμο είναι σχεδόν γεμάτο. Οι πελάτες ως επί το πλείστον, αγόρια και άντρες. Είμαι η μόνη γυναίκα. Την πρώτη μέρα που ήρθα με κυττούσαν περίεργα, κανά δυό με ρώτησαν κιόλας ποιόν ψαχνω και έμειναν κόκκαλο όταν τους είπα ότι θέλω να μπώ στο διαδίκτυο για να δουλέψω.. Προφανώς στα μάτια τους έχω το 1 πόδι στον τάφο. Ηλικίες. Τα 10χρονα θεωρούν τους 40άρηδες γέρους, οι 20άρηδες λένε ότι άμα φθάσουν τα 40 θα είναι ερείπια και οι 40άρηδες θεωρούν ότι στα 70 θα έχουν πεθάνει.. και οι 70άρηδες τους γράφουν όλους και παίζουν κομπιούτερ, κάνουν χειμερινά σπόρ και εκδρομές… Ξεγέλασμα του Χάρου! Ετσι μας θέλω.

Και ενώ σερφάρω βλέπω γύρω μου ότι είμαι η μόνη που σερφάρω. Ολοι δίπλα παίζουν παιχνίδια με ακουστικά στ ‘ αυτιά. Οχι αυτά που παίζουυ τα παιδιά μου puzzle, tetris, arcade, αυτά θεωρούνται ξεπερασμένα, παίζουν αληθινές μάχες με τρομερούς αλλόκοτους τερατάνθρωπους που έχουν τα φοβερά όπλα. Εχω δίπλα δύο μαντράχαλους με μούσια και μαλλούρες, οι μηχανές τους απέξω και παίζουν μάχες με δρακουλάνθρωπους.  Εντάξει παλιά πηγαίναν στα μπιλιάρδα, τώρα εδώ.

Παλιά όμως δεν ήταν όλα τόσο βίαια. Τώρα είναι. Κάθε χρόνο και χειρότερα.

Μέχρι?

Ελπίδες

Φθάσαμε στο νησί Κυριακή μεσημέρι. Μας περίμεναν οι συμπέθεροι με το χαμόγελο στο στόμα και μία αρμαθιά φρέσκα ψάρια σε ένα πανέρι. Απλοί καλοί άνθρωποι με καρδιά μαλαματένια. Μου έχουν λείψει τέτοιοι άνθρωποι. Καλώς σας βρήκα λοιπόν.

Μας δώσανε το μισό τους σπίτι, το ισόγειο να μείνουμε. Κάθε χρόνο για 15 μέρες εδώ ερχόμαστε για λίγα μπάνια και αλλαγή περιβάλλοντος. Φετος δεν θα κάνω μπάνια, όμως ίσως να τσαλαβουτάω στα ρηχά.

Το βράδυ μαζευτήκαμε όλοι, η νύφη μου, τα εγγόνια, τα ξαδέλφια, οι θειάδες..όλο το σόϊ και ο συμπέθερος έκανε ψησταριά, να πεί σε όλους τη χαρά του.  Γιατί με τον Β, είναι σαν αδέλφια, μιλάνε την ίδια γλώσσα σαν να είχαν μεγαλώσει σιμά. Πάνε για ψάρεμα μαζί, για περιπατους, σκαρφαλώνουν τα βράχια, ψάχνουν για γλαροφωλιές, λένε τα δικά τους στη τοπική διάλεκτο που αμέσως έμαθε..

Και εγώ κάθομαι με τη Μαίρη τη συμπεθέρα και …κεντάμε. Της έδειξα πώς να κεντάει με ηλεκτρική μηχανή, τώρα πήρε και μία για να πλέκει. Ανήκει σε έναν γυναικέιο συνεταιρισμό και τα υφαντά της τα πουλάνε στο Εξωτερικό κυρίως αλλά και στην Ελλάδα. Οι Ελληνες δεν αγαπούν τα κεντήδια, προτιμάνε τα ξενόφερτα διάφορα που τους προτείνουν τα περιοδικά και οι διακοσμητές. Οι ξένοι όμως τρελλαίνονται. Κεντώντας μιλάμε, την ακούω και λέει για τον χειμώνα που πέρασε, για τις αγωνίες των παιδιών της, για τη μεγάλη της κόρη που είναι πάλι άρρωστη και παρόλλ’α αυτά θέλει να κάνει και παιδί..πώς θα μπορέσει να γεννήσει και να ζήσει με ένα νεφρό..πολλά και άλλα. Είναι τόσο ισορροπημένη, πολύ χαμηλών τόνων και τόσο ξέγνοιαστη. Ισως να είναι που ζεί στο νησί, μακριά απο την αντάρα της πόλης.

Baby love

 Η Μ στα 23 της χρόνια ήταν μία λαμπερή, έξυπνη κοπέλλα που τράβαγε τα βλέμματα όλων. Δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη με τα κλασσικά μέτρα και σταθμά, δεν είχε μπλέ μάτια, ξανθά μαλλιά, θεϊκό κορμί, δεν ντυνόταν σαν μοντέλλο, με γόβες στιλέττο  και τις επιταγές της μόδας και δεν «μάσαγε». Ηταν απλή, καλοβαλμένη αλλά όχι «νούμερο». Δεν έκανε καμμία προσπάθεια να αρέσει σε κανέναν, έδινε την εντύπωση ότι είναι ανεξάρτητη και έτσι θέλει να μείνει. Αυτό την έκανε πολύ ποθητή στα μάτια των ανδρών, τους έλεγε κατά κάποιο τρόπο ότι «ναι μεν αλλά» χωρίς δεσμεύσεις.  Ετσι πάντα είχε συντροφιά χωρίς να κοπιάζει καθόλου. Ποτέ όμως δεν είχε ερωτευτεί.

Και μετά πήγε Αγγλία για μεταπτυχιακά. Επιασε και δουλειά εκεί, το πρωϊ πανεπιστήμιο, το βράδυ δουλειά. Εκεί γνώρισε τον Arthur (ας τον πούμε «Α» για συντομία), που ήταν τότε 17 ετών. Είχε τελειώσει τα A levels του και είχε γίνει δεκτός στο U.C. του Λονδίνου. Ο έρωτας ήταν σφοδρός και αμοιβαίος, για τη Μ, πρώτη φορά αυτό το κάτι τη συνέπαιρνε, για τον Α., τρελλάθηκε με τη μεγαλύτερή του Μόλις ο Α ενηλικιώθηκε παντρεύτηκαν αμέσως. Ζούσαν απο τα χρήματα που έστελνε η μαμά της Μ για τη διαβίωσή της/τους και απο τη δουλειά της τα βράδυα. Φτωχικά, σε ένα δωμάτιο αλλά με πάρα πολύ αγάπη.

Μόλις η Μ τελείωσε το μεταπτυχιακό, έπιασε full time δουλειά για να ξαλαφρώσει τη μαμά της και για να τους συντηρήσει γιατί ο Α σπούδαζε. Τα πρώτα συννεφάκια όμως είχαν αρχίσει να μαζεύονται. Κατ’ αρχήν δεν έπιανε παιδί. Επιανε όμως πολλές μυκητιάσεις.  Ο γυναικολόγος έμμεσα της είπε ότι ο σύζυγος θα έπρεπε να φοράει προφυλακτικό όταν «δεν είναι μαζί της» γιατί της μετέδιδε αφροδίσια. Αυτό την αναστάτωσε γιατί ήξερε ότι της ήταν πολύ πιστός. Ποτέ δεν είχε κυττάξει άλλη γυναίκα. Τον ρώτησε κιόλας και εκείνος τη διαβεβαίωσε ότι μόνο εκείνη αγαπά. Μετά όλα ξεχάστηκαν γιατί έπιασε παιδί, γεννήθηκε ένα μικρούτσικο μέν καθότι πρόωρο, αλλά υγιέστατο κοριτσάκι.  Ο κόσμος όλος ήταν αυτό το παιδί, για όλους. Μόλις ο Α. τελείωσε τις σπουδές, έκανε τα χαρτιά του και βρήκε δουλειά στην Ελλάδα. Και γύρισαν πίσω.

Η Ελλάδα όμως απεδείχθει μεγάλη παγίδα. Μετά τον πρώτο χρόνο, βροχή άρχισαν να πέφτουν τα ανώνυμα γράμματα, γυναίκες την έπαιρναν τηλέφωνο και την απειλούσαν ότι θα της βγάλουν τα μάτια αν «δεν μαζέψει τον άνδρα της» και το αποκορύφωμα ήταν μιά νύχτα που ενώ της είχε πεί ότι θα έλειπε για επαγγελματικό ταξείδι, την πήραν τηλέφωνο απο ένα αστυνομικό τμήμα ότι είχαν συλλάβει τον Α να σουλατσάρει στο Ζάππειο και να έχει εμπλακεί σε καυγά. Εντρομη, άφησε το παιδί στη μητέρα της κάτω και με ένα ταξί πήγε στο εν λόγω αστυνομικό τμήμα όπου ο αξιωματικός υπηρεσίας με τρόπο της είπε ότι ο σύζυγος «αγόραζε υπηρεσίες» ανηλίκων αγοριών κάτι που είναι αδίκημα διεθνώς και ότι είχε εμπλακεί με τον μαστρωπό ενός 9χρονου παιδιού για τα λεφτά.  Η Μ. δεν κατάλαβε τι ακριβώς έγινε στο Ζάππειο αλλά πολύ αργότερα..αυτό που είδε όμως την έκανε να παγώσει. Τον Α τον είχαν κάνει του αλατιού, είχε φάει μπουνιές στο πρόσωπο και του είχαν σπάσει 2 πλευρά με κλωτσιές. Τον είχαν επίσης ληστέψει. Η εκδοχή του ήταν ότι έχοντας επιστρέψει νωρίτερα απο το ταξείδι του, είχε πάει με κάτι φίλους του για ποτό και έκοψε δρόμο απο το Ζάππειο για να πάρει τη μοτοσυκλέτα του, όταν εδέχθει επίθεση. Μήνυση όμως δεν κάνανε. Ούτε οι μέν, ούτε οι δε. Οι καυγάδες όμως τώρα άρχιζαν. Ξαφνικά η Μ άρχισε να υποψιάζεται και να ελεγχει, που πήγες και με ποιούς και ο Α., να γυρίζει όλο και πιο αργά τα βράδυα μεθυσμένος στουπί. Στην καθισιά του έπινε ένα μπουκάλι τζίν ξεροσφύρι.  

Ενός κακού μύρια έπονται. Τρείς μήνες αργότερα μπλέχτηκε ο Α. σε ένα τροχαίο όταν είχε τη μικρή πίσω του με αποτέλεσμα το παιδί να σκοτωθεί ακαριαία και εκείνος να νοσηλευτεί 6 μήνες στο ΚΑΤ για πολλαπλά κατάγματα και χτύπημα στο κεφάλι. Η Μ. τρελλάθηκε και έπαθε ψυχικό κλονισμό. Επεσε όλη η οικογένεια επάνω τους να τους βοηθήσει. Οταν μπόρεσε να ξαναπερπατήσει ο Μ, η σχέση τους είχε καταστραφεί οριστικά. Ανοιχτά της είπε ότι ήταν gay, ότι προτιμούσε αγόρια εως 13 ετών τα οποία ψάρευε στο εξωτερικό έξω απο τα σχολεία και εδώ έξω απο φροντιστήρια, οτι απο τις γυναίκες μόνο εκείνη αγαπά και ότι τα αγοράκια είναι απλά σέξ.

Η Μ. ζήτησε διαζύγιο και ο Α. αντέδρασε. Επεσαν εκβιασμοί, έβαλε ανθρώπους και της έσπασαν το αυτοκίνητό της (συνελήφθησαν και ομολόγησαν) τον απείλησε να τον στείλει στο εδώλιο για παιδεραστεία..στο τέλος το έδωσε. Η Μ. μετά απο λίγο καιρό παντρεύτηκε τον γιό μου τον Πέτρο που τον γνώρισε στο γραφείο της.

Για την Ιστορία τώρα. Χρόνια αργότερα έμαθε ότι ο Α., έκανε τα χαρτιά του στην Ελλάδα και διορίσθηκε σε δημόσιο Γυμνάσιο καθηγητής στην επαρχία.