Η Αθήνα έχει στύλ

Σήμερα συνόδεψα τη νύφη μου στο κέντρο της Αθήνας. Πήγαμε για δουλειές. Εκείνη είχε δουλειές να λέμε την αλήθεια όμως και εγώ απέκτησα δουλειές..είχα να βγάλω φωτογραφίες.  (Μόνο να μπορούσα να βάλω τις φωτογραφίες σε μία σωστή σειρά, αντί να πέφτουν όπου θέλουν εκείνες.)   october407-078.jpgoctober407-079.jpg

 

 

 

october407-086.jpg Ανεβήκαμε τη Κριεζώτου και σαν άλλη τουρίστρια έβγαλα φωτογραφία μία βιτρίνα, εντάξει, έβγαλα ΤΗΝ ΒΙΤΡΙΝΑ της παλιάς μου δουλειάς. «Πάμε μέσα; μου λέει η Μ, να δείς τις «παλιές;» «Ασε, πάνε αυτά, ας προχωρήσουμε.» Δεν άντεχα να μπώ, θα χαιρόντουσαν, όμως μετά θ’ αρχίζαμε ποιός πέθανε, ποιά έπαθε εγκεφαλικό, ποιά είναι κατάκοιτη, θα τους έλεγα και τα δικά μου… και θ’ αρρώσταινα. Να λείπει. Λίγο πιο πάνω διαπίστωσα πόσο άτυχη ήταν η βιτρίνα όταν αμέσως μετά πέσαμε πάνω σε χαλάσματα (έλεος! πόσα χρόνια χτίζεται-γκρεμίζεται το συγκεκριμμένο ακίνητο!!), σε παρκαρισμένα «όπου-λάχει-εμεις-οι-βλάχοι-με-τα-ακριβά-τζίπ-όμως» για να καταλήξουμε στο ραντεβού μας.     

Οπου μάλωσα με τη νύφη μου όταν άρπαξα τη μηχανή να βγάλω το τραπέζι με τα κιονόκρανα «θα γίνουμε ρεζίλι» μου λέει αλλά το κακό είχε γίνει. Το τραπέζι με αποτελείωσε, καθώς και τη μηχανή που έμεινε απο μπαταρία. Απο το σόκ, θα έλεγα.

Αγγίγματα

Χθές ήταν μία πολύ διδακτική για μένα μέρα. Εξαιτίας της νέας μηχανής, βρήκαν ευκαιρία όλοι να πάμε λέει βόλτα (μετά την παρέλαση) για να συλλέξει η γιαγιά θέματα. Ξαφνικά τα «θέματα» γίναν σαν τα άγρια χόρτα όπου βγαίνεις με σακούλες και μαχαίρια για να μαζέψεις το μεσημεριανό σου. Τα χόρτα είναι εύκολα, σκύβεις, ξεχωρίζεις μαζεύεις. Η φωτογραφία όμως, άλλο.

dscn5685.jpg

Σαν καυτή πατάτα είναι η μηχανή  στα χέρια μου, δεν ξέρω απο που να τη πιάσω μη μου πέσει και ευτυχώς που μου την περάσανε σαν βραχιολάκι στο χέρι. Πήγαμε παραθαλάσσιο περίπατο για να πάρω ιδέες,  “βγάλε ότι θές, μητέρα” έλεγε ο Πέτρος την ώρα που έκοβε με τα 1000 τις στροφές.. αντί να πιάνω τη φωτογραφική, έπιανα το χερούλι πάνω απο το κεφάλι μου μη φύγω πέρα-δώθε.

Οταν καταλαγιάσαμε απο το οδήγημα, έβγαλα κάποιες πολύ απλές φωτογραφίες, τα θέματα μου τα υπέδειχναν τα εγγόνια, «αυτό το λουλουδάκι γιαγιά δεν είναι ωραίο;» ΤΣΑΦ! «τι τοπίο μητέρα, τι θάλασσα!» ΤΣΑΦ! σε μερικές έτρεμε το χέρι μου, οπότε στα σημερινά μαθήματα εμφάνισης βγήκαν κουνημένες, για πρώτη φορά πάλι καλά λέει η Μ. Τα έβγαλα όλα όσα θέλανε εκείνοι όμως δεν ήταν αυτά που μου μιλάνε. Παραδόξως όμως βρήκα και κάτι που με άγγιξε.  Οσες θάλασσες και να διαβώ, όσους ουρανούς και ν’ ατενίσω τα αγγίγματα ψυχής είναι δίπλα μου.

 

Εξω

Σήμερα έκανα σκασιαρχείο απο …τις οδηγίες του γιατρού. Με πήρε η Μ και πήγαμε βόλτα, όλο το πρωϊ μέχρι το μεσημέρι γυρίζαμε. Πήγαμε σε ένα καινούργιο σουπερμάρκετ να το δούμε, πήγαμε βόλτα στο Τροκαντερό, ο Λάτσης έχει κάνει ένα νέο εμπορικό κέντρο, με διάφορα μαγαζάκια και καφενεία υποτίθεται για τα κότερα, όλο μαμάδες και ζευγαράκια είδαμε. Πήγαμε και σε ένα παρακείμενο μαγαζί και πήρα μία ψηφιακή κάμερα. Οχι απο τις δύσκολες ή τις ακριβές, μιά απλή για να βγαζω και εγώ φωτογραφίες. Γυρίσαμε μεσημεράκι και ξάπλωσα λίγο αλλά δεν κοιμήθηκα γιατί είχα υποχρεώσεις, να σερφάρω, να σας γράψω τις εντυπώσεις μου και να μάθω τη μηχανή.

Οι υποχρεώσεις όμως κάνουν τα δικά τους. Αρπαξε ο Πέτρος τη κάμερα να τη διαβάσει, φορτίσει, σενιάρει και εγώ δεν ξέρω τι να την κάνει, να την ετοιμάσει λέει και μετά να μου τη δείξει. Τρελλαίνεται για γκάτζετς, δεν λέω, παιδί είναι, όμως αισθάνθηκα σαν να μου πήρε το γλυκό απο το χέρι. Ξέρω είναι για καλό για να με βοηθήσει, την ήθελα όμως να τη κανακέψω λίγο πρίν τη δώσω. Ας είναι. Ας γράψω τουλάχιστον τις εντυπώσεις μου λέω. Ούτε κι αυτό έγινε. Είχε κολλήσει το σύμπαν. Και καλά να κολλάει όταν βρέχει αλλά και στην ξαστεριά; Τα έγραψα στο γνωστό σπιράλ και τα παράτησα. Ισα που έκανα καμμιά βόλτα στο διαδίκτυο.

Φεύγουμε σε λίγο, θα πάμε στο σινεμά. Δεν έχω ιδέα τι παίζει, το γεγονός ότι έχω να πάω σινεμά ενάμιση τουλάχιστον μήνα με κάνει αδιάφορη στο τι θα δώ. Αρκεί να πάω κινηματογράφο, να μου βάλει στο χέρι ο Β τα ποπκόρν κι ας μη τα φάω, να χωθώ στα μαλακά καθίσματα και ν’ αφεθώ στη σαγήνη της πλοκής. Δίπλα μου ο Β θα ροχαλίσει, σίγουρα πράγματα, αλλά δεν θα τ’ ακούσω. Η αίγλη της ταινίας θα σκεπάσει τις οποιεσδήποτε παρεκτροπές. 

Καλά να περνάτε, ψυχούλες μου 

Καθημερινές συντροφιές

Ελαβα πρόσκληση απο τον Σωτήρη Κ να γράψω για τα αντικείμενα που συνοδεύουν το καθημερινό μου σεργιάνι στη ζωή. Δυστυχώς δεν είμαι καλή στις φωτογραφίες, δύσκολα μπορώ να τις κατεβάζω. Ισως λοιπόν βγούνε «στο πανί¨ίσως όχι. 

α) Το μπρίκι . Κάθε μέρα σαν συνταξιδιώτης με παίρνει απο το χέρι και μου ανοίγει τα μάτια. Ενα καφεδάκι τούρκικο, βαρύ γλυκό με καϊμάκι. Τώρα τον λένε ελληνικό. Τα ίδια κάνανε και με το Τουρκολίμανο. Παίζουμε με τις λέξεις.

β) Το κουλουράκι, αυτό που θα βουτύξω μέσα στον καφέ μου. Είναι κακοί τρόποι, το ξέρω αλλά μ’ αρέσει. Μουστοκούλουρο, πάει ο Β μέρα παρά μέρα στο φούρνο και παίρνει. Το μουλιάζω τόσο όσο να βαπτισθεί αλλά να μη καταδυθεί. Οι απολαύσεις δίνονται σε μικρές δόσεις σε όσους μπορούν να τις χαρούν.  

γ) Εφημερίδεεεεες! Πέρναγε παλιά ο εφημεριδοπώλης, τις είχε παραμάσχαλα και μοίραζε. Δεν μπορώ χωρίς εφημερίδα. Θέλω να την πιάσω στα χέρια μου και ας μου μαυρίσει τα δάχτυλα, θα διαβάσω αυτά που μου αρέσουν, θα τα συζητήσουμε και μετά θα τη διπλώσουμε για όποτε κάνουμε ψάρια. Απλώνω τ’ αλεύρια πάνω της. Είδατε χρήσεις;

δ) Τηλέφωνο, τηλεόραση.  Δεν μπορούσα χωρίς αυτά, τώρα έχει προστεθεί και το κομπιούτερ. Η επαφή με τον έξω κόσμο γίνεται και παθητικά, να βλέπω -ν’ακούω αλλά και εικονικά να μιλάω και να μου μιλούν. Είμαι ίσως απο τις λίγες της γενιάς μου που ασχολούνται με τη τεχνολογία. Οσες φίλες μου ζούν ακόμη μαγειρεύουν, πλέκουν, κεντάνε, αλλά δεν μπλογκάρουν.

ε) Κομπολόι. Πάντα μου άρεσαν τα κομπολόγια αλλά ήταν προνόμιο των ανδρών. Το βάζαν στην αριστερή τσέπη και το πασπάτευαν και εμείς οι χαζούλες πιστεύαμε ότι με αυτό έπαιζαν. Εχω και εγώ ένα κομπολόϊ εδώ και χρόνια και όταν κάθομαι μπροστά στο χαζοκούτι, με αυτό παίζω.  

στ) ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, πίνω πλέον μόνο. Δεν με πίνει, όμως, αν και ένα καλό γερό μεθύσι κάνει καλό. Βλέπεις τη ζωή με άλλα μάτια αφού ξεθυμάνει και φύγει απο μέσα σου.

Αυτές ήταν οι μικρές καθημερινές αλεπουδίτσες της ζωής μου.

Να ζητήσω τώρα απο τη κoλώγρια, th zoyzoyna, τη giotavita και την Τανίλα να συνεχίσουν, τις μικρές νυχτερινές-καθημερινές μουσικές;

Φασολάδα

Επιασε υγρασία ενώ δεν έχει κρύο. Μετά απο γονυπετή παράκληση του Β, έφτιαξα φασολάδα. Συνήθως τη κάνω πιο χειμώνα, είναι η σούπα της παρηγοριάς. Θυμάμαι τη μητέρα μου να τη σερβίρει όταν δεν είχαμε πολλά λεφτά στο σπίτι, όταν ο μπαμπάς μου έλειπε ή δεν είχε στείλει αρκετά. Η σούπα είχε μέσα φασόλια, είχε όμως και άλλα λαχανικά, καρόττα, πατάτες, καμμιά φορά κανένα κόκκαλο που έπαιρνε απο το χασάπη. Φασολάδα την ονομάζαμε αλλά ήταν μία σούπα με υπόλοιπα, ό,τι είχε το κελάρι. Αυτά τα λίγα όμως, μαζί με μία φρατζόλα ψωμί ήταν αρκετά για να μας μαζεύουν στο τραπέζι, όλοι μαζί τρώγαμε, μιλάγαμε, τσακωνόμασταν, πέφτανε οι κλωτσιές απο κάτω βροχή, έπεφτε και καμμία ανάποδη, αλλοίμονο στ’ αυτιά των αδελφών μου. Είμασταν όμως ευχαριστημένοι και ιδιαίτερα υγιείς.

Μόλις τελειωσαμε το φαγητό, ο Β κοιμάται και εγώ πήγα κάτω να παίξω στο Ιντερνέτ. Ρεύομαι τη σούπα και χαίρομαι. ΚΑι λέω πως τα απλά πράγματα είναι πάντα εδώ για όσους θέλουν να τα βλέπουν.

Το ξύλο βγαίνει απο τον Παράδεισο;

Δύο μέρες τώρα έρχονται τα παιδιά και τα εγγόνια και μας λένε τον πόνο τους. Ο γιός μου που τον παραμελεί η γυναίκα του, όλο λεπτά του ζητάει και του δίνει συνεχως οδηγίες για τα πάντα. Δεν ανέχεται «να του κόβει τα απαυτά του» λέει, γι΄’αυτό γυρίζει με άλλες που του ανυψώνουν προφανώς τα απαυτά του και τα βάζουν κορώνα στο κεφάλι τους. Η νύφη μου λέει ότι βαρέθηκε να είναι πλέον ο μοναδικός προστάτης οικογένειας, όλα στη καμπούρα της πέφτουν και αν τελειώσουν τα λεφτά «δανείσου απο τη μάνα σου» της λέει και όταν σφίγγουν τα πράγματα παίρνει το καπελάκι του και φεύγει. Τα εγγόνια λένε πόσο τα μαλώνει η μαμά τους και τα δέρνει όταν φέρνουν κακούς βαθμούς και πόσο τ’ αγαπάει ο μπαμπάς τους που γελάει μαζί τους και τους κάνει τα χατήρια.

Ολα αυτά με κάνουν και σκέφτομαι ότι η βία μόνο βία φέρνει. Την Α τη χτυπούσαν οι γονείς της με το λουρί όταν ήταν παιδί, και τώρα δέρνει και τα δικά της παιδιά. Ο πόνος τίποτα δεν την έμαθε. Οσο κι αν δερνόμασταν με τον Β, τα παιδιά μου δεν γίνανε βίαια, αντίθετα θα αποφύγουν την κατά μέτωπον επίθεση με κάθε κόστος.

Αισθάνομαι ένοχα. Οτι φταίω εγώ η ίδια, που γίνονται όλα αυτά. Γιατί εγώ τον πίεσα να παντρευτεί την Α, όταν την άφησε έγκυο. Ενώ ο Μ έλεγε να της δώσουμε χρήματα, ότι θέλει να της δώσουμε αρκεί να ξεφορτωθεί το παιδί ότι δεν ήταν δικό του γιατί εκείνη είχε κι έναν άλλον. Και εγώ λύσσαξα να γίνει γάμος γιατί θεώρησα την πράξη του, πρώτα να μην προφυλάσσεται και μετά να την αδειάζει, σαν ανώριμη.

Πάρτα τώρα.

Η Δαγκωνιά

Χθές ήταν τα γενέθλια του Πέτρου μου και του ετοίμασα μία τούρτα όπως του αρέσει με μπόλικα μπισκότα, κρέμα σαντιγύ, κομμάτια ανανά και ζελέ κίτρινο απο πάνω. Του βάλαμε και 4 κεράκια, ένα για κάθε δεκαετία. Να είναι καλά το πουλάκι μου, όλο υγεία. Πήγαμε σπίτι του να κόψουμε το γλυκό και να του πάμε τα δώρα του. Υστερα απο λίγο ήρθαν και ο Μάρκος με τη νύφη μου και τα παιδιά τους. Και εκεί που έσκυψε να με φιλήσει με τρόμο βλεπω μία πελώρια δαγκωνιά στο λαιμό του. Στο μάγουλο επίσης 4 βαθιές νυχιές που πρέπει να είχαν γίνει πρίν λίγη ώρα. Γιατί η μία έβγαζε και λίγο αίμα. Τον κυττάω με κυττάει, ξανασκύβει και μου λέει «Μη το κάνεις θέμα, τις άξιζα».

Η βραδυά κύλησε σχετικά εύχάριστα, ευχηθήκαμε, γελάσαμε, ήπιαμε και τις σαμπάνιες μας. Ολοι είδαν τις γρατζουνιές σηκώθηκε μάλιστα η Μ και τον πήγε στο μπάνιο να του βάλει λίγο Betadine, γιατί έσταζε.., «ωσπου να γεράσεις, θα σου έχει περάσει» του είπε γελώντας.

Και αναρωτιέμαι και λέω. Ποιός δάγκωσε τον Μ. Ποιός του έκανε τις γρατζουνιές και αν ο μέν είναι ο ίδιος με τον δέ. Ωσπου να βρώ όμως άκρη ακούσαμε μέσα στη νύχτα φωνές και σπασίματα, ήθελε ο Β να πάει δίπλα να δεί τι τρέχει, ώσπου ν’ αποφασίσουμε όμως να πάμε δίπλα εμφανίσθηκε το 100, κάποιοι άλλοι το κάλεσαν και οι αστυνομικοί που ήρθαν βρήκαν το σπίτι άνω-κάτω μέσα σε σπασμένα γυαλικά. Και κάνανε σύσταση στο ζευγάρι για πολλά και διάφορα. Και όταν φύγανε τους ρώτησα αν θέλουν να τους βοηθήσω λίγο αλλά το μόνο που μου ζήτησαν είναι να πάρω τα παιδιά να κοιμηθούνε σε εμάς για λίγες μέρες.  

Πρίν απο λίγο γύρισε ο Β απο το μαγαζί με περισσότερα νέα. Ο Μάρκος τα είπε τελικά όλα στον μπαμπά του, ότι τη δαγκωνιά την έκανε η Μολδαβή φίλη του, χθές το μεσημεράκι που βρεθήκανε σε κάποιο ξενοδοχείο στο Πειραιά. Οταν γύρισε σπίτι, τον είδε η γυναίκα του και τον χαστούκισε γιατί ναί μεν ανέχεται όλα τα κέρατα που της φοράει, αλλά τουλάχιστον δεν τα βλέπει όλη η γειτονιά. Ενώ με τη δαγκωνιά, πράγματα βγαίνουν στο φώς και  εκείνη θα γίνει ρεζίλι. Και μετά του απαγόρευσε να πάει να πεί χρόνια πολλά στον αδελφό του, όμως εκείνος δαγκωνιά ξε-δαγκωνιά, γρατζουνιές – ξε γρατζουνιές πήγε και όταν γυρίσανε σπίτι το βράδυ, σκοτωθήκανε μπροστά στα εγγόνια μας, τον έδειρε κανονικά το γιό μου με μπουνιές (είναι χειροδύναμη) και κλωτσιές και μπήκε στη μέση η μικρή να τον προστατέψει, και η μαμά της την έσπρωξε βίαια και έπεσε το κοριτσάκι κάτω και αντί να τρέξουν να το σηκώσουν, συνέχισαν οι δύο ηλίθιοι να βρίζονται και να ανταλλάσουν χαστούκια. Μπήκε στη μέση και ο εγγονός, προσπάθησε να συγκρατήσει τη μάνα του, έφαγε και κανά δυό και σπρώχνοντας έχωσε το μπαμπά του στη κρεβατοκάμαρά του παίρνοντας και την αδελφή του μαζί τους και κλείδωσε τη πόρτα και έμεινε η Α, μόνη της να βράζει στο ζουμί της. Μόνο που δεν ηρέμησε, αντίθετα φρένιασε ακόμη πιο πολύ γιατί πήγε στη κουζίνα και έσπαζε ό,τι έβρισκε μπροστά της με αποτέλεσμα να χαλάσει ο κόσμος και να έρθει το 100.

 Χριστέ μου! Τι θα κάνω τώρα? Γιατί όπου νάναι τα εγγόνια θα γυρίσουν. Θα προσπαθήσω να αμλύνω τα γεγονότα, ίσως όμως θα ήταν καλύτερα να μιλάγαμε επί του θέματος. Αχ! Τα βάσανα δεν τελειώνουν ποτέ. Τα παιδάκια αυτά γιατί να παίρνουν τέτοια βιώματα?  

Ο Ψάχος και ο Βαρτάνης

Χθές το απόγευμα ήρθαν κάποιοι φίλοι στο σπίτι να καθίσουμε, να μιλήσουμε, φάγαμε, ήπιαμε και καταλήξαμε να παίζουμε μπιρίμπα μέχρι τις πρώτες πρωϊνές ώρες. Επιτέλους, επιστροφή στη κανονική ζωή. Η κουβέντα το έφερε στα σίριαλς της ελληνικής τηλεόρασης που λίγα είναι τα καλά, ενώ παλιά όλα ήταν πολύ καλά. Ετσι κάτσαμε να θυμηθούμε τις πρώτες στιγμές της ελληνικής τηλεόρασης, στα τέλη του ’60 όταν ήρθε με την ασπρόμαυρη οθόνη της στα πρώτα ελληνικά σπίτια. Και επειδή δεν είχαμε όλοι τηλεόραση, μαζευόμαστε στους γείτονες, τρώγαμε κάτι – ό,τι έφερνε ο καθένας, γιατί δεν πάς σε ξένο σπίτι με άδεια χέρια και σχολιάζαμε και αυτά που βλέπαμε.  

Ξένες σειρές, η «Μάχη» που την έβλεπε ο πατέρας μου επειδή είχε πολεμήσει το ’40 και όλα τα περί πολέμου τα κυνηγούσε, «Σύντομη ζωή» με τον Μπέν Γκαζάρα και ο περίφημος «Φυγάδας«, ο πρώτος ο παλιός (τι άντρας! μου πέφτανε τα σάλια).  Μετά ήταν μία κωμωδία «Ο μυστικός πράκτωρ Σμάρτς»- με το που τον βλέπαμε λυνόμασταν στα γέλια και το «Ταξείδι στ’ Αστέρια που το έβλεπαν τα παιδιά κυρίως, μαζί με τα «Startrek, thunderbirs, Lolek-Bolek. «Oι εκδικητές» ήταν απο τις αγαπημένες μου σειρές, η Νταϊάνα Ρίγκ το αστέρι μου καθώς και το Peyton Place-που αργότερα διαβασα σαν βιβλίο και που δεν είχε σχέση με το σενάριο.. Στον Β άρεσαν και οι επικίνδυνες αποστολές «Mission Impossible», o KojakHawaii 5-0, the persuaders, Bonanza  και βέβαια ο Σάιμον Τέμπλαρ ώς «Αγιος». Εχετε φιλήσει ποτέ την οθόνη της τηλεόρασης? Τη φίλαγα εγώ όταν έπαιζε ο Αγιος. Τον είχα ερωτευτεί τρελλά. Και βέβαια «το μικρό σπίτι στο λιβάδι» με έκανε να εύχομαι να έχω μία κορούλα αντί για δύο αγοράκια ταυτιζόμουνα τόσο με τη Λώρα παρόλλη τη διαφορά ηλικίας.   

Ηταν και οι ελληνικές σειρές , προσπαθήσαμε να τις θυμηθούμε όλες όσες μας είχαν κάνει εντύπωση. Φαντάζομαι ο «Αγνωστος πόλεμος» με τον Βαρτάνη-Αντωνόπουλο και τον συχωρεμένο πλέον Ψάχο, να έμεινε στη μνήμη των παλαιότερων. Ο «παράξενος ταξειδιώτης¨με τους Αλεξανδράκη-Δαμιανό ήταν αιτία πολλών στοιχημάτων σχετικά με το περιεχόμενο της βαλίτσας του. Μερικοί μάλιστα λέγανε ότι μέσα απ’ τη βαλίτσα θα βγεί σαν λαγός η ημερομηνία των επόμενων εκλογών (αστείο ήταν γιατί είχαμε χούντα τότε) για να προχωρήσω στην άπιστη αλλά όμορφη Μάρμω-τους Πανθέους και τον Γιούγκερμαν. Και μετά η τηλεόραση άρχισε να διανθίζεται με όλο και περισσότερες εκπομπές, όλο και πιο νέες. Καλές δε λέω –η Γειτονιά, η δασκάλα με τα χρυσά μάτια, ο Μεθοριακός σταθμός, το Λούνα πάρκ, Hill street’s blues – αλλά σαν τις πρώτες εκπομπές καμμιά άλλη δεν ήταν.

Επι τη ευκαιρία να σας πώ ότι έμαθα σήμερα το απόγευμα πώς να βάζω links, γι αυτό σας ταράζω τώρα, για να το μάθω και να μη το ξεχάσω.  Καλή εβδομάδα σε όλους.

Ανακοίνωση-ενημέρωση

Γιατί καμμια φορά γίνονται ΚΑΙ παρεξηγήσεις. Δεν έχω δικό μου κομπιούτερ, χρησιμοποιώ εκείνο της νύφης μου  Οταν εκείνη δεν το χρειάζεται, είτε γιατί λείπει, είτε γιατί κάνει άλλα πράγματα, κάθομαι στο κατα τ’ αλλα έτοιμο μηχάνημα και περνάω την ώρα μου. Εχω γράψει σε ένα χαρτί τα βασικά, πώς ν’ αλλάζω ταυτότητα στα σχόλια, όμως μερικές φορές μπερδεύομαι και έτσι αφήνω σχόλια αντ’ αυτής και μετά έρχεται εκείνη και τα διορθώνει.

Γι αυτό λοιπόν σας παρακαλώ να με συγχωρείται όταν τα κάνω σαλάτα.

Αερα

Την Κυριακή το πρωϊ, πήγα στην πρωινή λειτουργία. Με κράταγε γερά ο Β απο το δεξί μπράτσο, βρήκα και κάθισμα. Επιτέλους να περπατήσω λίγο έξω, να μυρίσω τη φύση, τη πόλη, τους ανθρώπους. Στη μέση της λειτουργίας, μέσα στη σιωπή ακούστηκε «ΠΡΡΡΡ, πρρ, πρρ, πρρ, πριτ, πριτ», μας πιάσαν τα γέλια, αλλά συγκρατηθήκαμε. Μετά όμως μύρισε. Μύρισε φασολάδα με μπόλικο σκόρδο. Μας έπιασε εμετός, χρειάστηκε να βγώ έξω. Μαζί με τους περισσότερους απο το εκκλησίασμα.. δεν ξέρω τι σκέφτηκε ο παπάς, πιστεύω ότι η μυρωδιά δεν έφθασε μάλλον σε εκείνον.  Μετά βέβαια το γεγονός σχολιάστηκε, ένοχος όμως δεν ονοματίστηκε.

Οι γιατροί πάντα λένε να μη κρατάμε τον αέρα μέσα μας, να τον αφήνουμε να φύγει. Πού όμως? Σε κλειστούς χωρους απαγορευτικό, σε ανοιχτούς δίπλα σε κόσμο, στη παραλία, αηδιαστικό. Οταν είμαστε λέει μόνοι μας. Μετά όμως μυρίζει όλη η τουαλέττα.

Θυμάμαι παλιά που έβγαινα με τον Β, του ερχόντουσαν αέρια και σφιγγόταν γιατί ντρεπόταν. Μετά το γάμο όμως παραγνωριστήκαμε, ξεφεύγανε πιο συχνά και συγνώμη σου ζητώ συχώρεσέ με, το φαγητό ήταν βαρύ, ελαφρύ, αλμυρό, γλυκό. Καμμιά φορά γελάγαμε μετά..ή ανταλλάσαμε εμπειρίες πώς σε μία επίδειξη μόδας κάποιος άφηνε ηχηρώτατες πορδές..που κατέληγαν όλες να δαχτυλοδείχνουν μία κομψότατη γυναίκα…ναί και οι γυναίκες αφήνουν αέρια παιδιά, δεν είμαστε τόσο μη-μου-άπτου, έχουμε και εμείς έντερο.

Και το γήρας φέρνει πολλές πορδές. Που φεύγουν παντού, στο δρόμο, στο λεωφορείο, στο ταξί, στο αεροπλάνο, στο δοκιμαστήριο, στο ρεσιτάλ, στον οδοντίατρο, στην εκκλησία..και γίνεσαι ρεζίλι. Αυτή πάντως τη φορά άλλος/η ήταν ο/η ένοχος.