Retreat

Φύγαμε μαζί με τα παιδιά μας Παρασκευή πρωϊ με ένα αυτοκίνητο. Το δικό τους. Φθάσαμε νωρίς στο προορισμό μας, μία παραθαλάσσια κωμόπολη, όπου είχαμε κλείσει δωμάτιο σε ξενοδοχείο. Θα μείνουμε, θεού θέλοντος, μέχρι το άλλο Σάββατο 1/12 όπου θα ξαναέρθουν τα παιδιά να μας πάρουν.  Φεύγουμε για να σκεφτούμε και για να χαλαρώσουμε. Δεν είμαστε μόνοι μας. Είναι και ο συνέταιρος με τη γυναίκα του μαζί μας, ήρθαν με το δικό τους αυτοκίνητο και μένουν στο ίδιο ξενοδοχείο.

Το σαββατοκύριακο περάσαμε θαυμάσια, πήγαμε βόλτα με τα παιδιά μας, φάγαμε, γελάσαμε. Μας φτιάξανε και το πρόγραμμα που θα θέλαμε να πάμε, έχει όμορφα μέρη η περιοχή, τόσο αρχαιολογικά (που δεν με ενδιαφέρουν) όσο και ζωή γενικά. Η εποχή είναι της ύφεσης εδώ, πρίν τις γιορτές, καλύτερα.

Το μαγαζί θα το κρατήσουν τα παιδιά μόνα τους αυτή την εβδομάδα. Ο,τι θέλει ας γίνει.  Σας χαιρετώ.

Μη

«Μη το πουλήσεις το μερίδιό σου μαμά απο το μαγαζί, είναι ένα ακόμη έσοδο για την οικογένειά μου, τι θα κάνω χωρίς αυτό;» λέει ο Μάρκος

«Μή το πουλήσεις το μερίδιό σας μπαμπά απο το μαγαζί, μ’ αρέσει να πουλάω ρούχα, να βλέπω πελάτες, να απασχολούμαι και με κάτι άλλο και να αμείβομαι φυσικά για τους κόπους μου» λέει ο Μάρκος

«Μη το δώσετε το μερίδιό σας μητέρα σε κανέναν τρίτο, το είπα στους συγγενείς και φίλους μου, μήπως το πάρουν φθηνά απο εσάς’ λέει η Α.    

«Μη ψάχνετε για άλλους αγοραστές μητέρα, αν το κάνατε δωρεά στα εγγόνια, θα το δουλέψουμε μαζί με τον Μάρκο και τα παιδιά θα έχουν μία στρωμένη δουλειά όταν μεγαλώσουν, αν τη θέλουν, λέει η Α.

«Μη τρελλαθούμε όλοι ομαδικά» λέω εγώ!

Αυτοκίνητο

Ο Β και εγώ έχουμε ένα αυτοκίνητο εδώ και 17 χρόνια. Περισσότερο το οδηγούσα εγώ, μου άρεσε το οδήγημα, αλλά μετά την εγχείρηση έχω λιγοστέψει. Κανένα Σάββατο να το πάρουμε άμα πάμε λαική, ή καμμιά επίσκεψη μακριά, τις καθημερινές όμως ο Β προτιμάει τα λεωφορεία, το τράμ, το μετρό. Και το αυτοκίνητο κάθεται στο γκαράζ δηλαδή στη πυλωτή της πολυκατοικίας. Ο χώρος είναι μεγάλος, χωράνε αλλα τρία αυτοκίνητα, που βάζουν τα παιδιά τα δικά τους αμάξια.

 Σήμερα όμως εξαιτίας του αυτοκινήτου στενοχωρήθηκα.  Με πιέζει ο Μάρκος να πουλήσει ο μπαμπάς του το αμάξι αλλά να μην πάρει άλλο, “τι να το κάνετε μαμά στην ηλικία σας, αν θέλετε να πάτε κάπου, να σας πάμε εμείς ή να πάρετε ταξί”.

Εχω την εντύπωση ότι ο λόγος που δεν θέλει να πάρουμε νέο αμάξι δεν είναι η ασφάλειά μας, το χώρο θέλει για να βάλει το νέο του αυτοκίνητο. Γιατί όταν έγινε μία ανοιχτή κουβέντα με όλα τα παιδιά επί του θέματος αυτού και πρότεινε ο Πέτρος να αγοράσουμε ένα άλλο αμάξι, πέσανε επάνω του και ο Μάρκος και η Α, ότι είμαστε γέροι, πόσο θα ζήσουμε, δημόσιοι κίνδυνοι, τι να το κάνουμε το αμάξι, ενώ εκείνος δεν΄εχει που να βάλει τα 2 δικά του.

Δεν καταλαβαίνει ότι το να έχουμε αυτοκίνητο είναι για μάς ΄μία αίσθηση ελευθερίας, και ας μη το κινούμε, ότι ανα πάσα στιγμή μπορούμε να φύγουμε. Οτι δεν έφυγε η ζωή εντελώς απο εμάς. Οτι μπορώ ακόμη να είμαι η Σωφερίνα και ο Β, ένας ωριμότερος επαναστάτης χωρίς αιτία. Δεν αισθανόμαστε έτοιμοι για να μας πάρουν μέτρα για την κάσα, αλλά για νέα ταγιέρ και κοστούμια, ναί!

Το ότι απέτυχε η παιδαγωγική μου δεν χρειάζεται να μου το πείτε, το έχω χωνέψει.  Ο πατέρας του έπιασε τον Μάρκο και του τα είπε ένα χεράκι, έφυγε βροντώντας τη πόρτα.

Λένε οι νέοι οτι εμείς οι ηλικιωμένοι δεν τους καταλαβαίνουμε. Ούτε όμως και εκείνοι εμάς.

17

Μιά φορά και έναν καιρό όταν ήμουνα γύρω στα 45, κάναμε παρέα με ένα ζευγάρι που καταγόταν απο τα νησιά του Ιονίου. Κάθε καλοκαίρι πήγαίναμε στο νησί τους για λίγες διακοπές στην αρχή και αργότερα περισσότερες φορές γιατί μας φιλοξενούσαν. Το ζευγάρι είχε μία κόρη τη Ν. φοιτήτρια της Νομικής ήταν, ένα πανέμορφο καλό κορίτσι. Τα δικά μου παιδιά ήταν μικρά, δεν κάνανε παρέα με τη Ν, κάναμε όμως παρέα η μαμάδες. Με την έλευση της Χούντας, ο πρώτος που πιάσανε ήταν ο πατέρας της Ν γιατί ήταν στέλεχος στο τοπικό ΚΚΕ. Τον βάλανε φυλακή και για χάρη του φέρανε έναν ειδικό συνταγματάρχη (αν θυμάμαι καλά) να «τον κάνει να μιλήσει» και να πεί ονόματα συντρόφων του που δεν ξέρανε ήδη.  Τον δείρανε, του κάνανε φάλαγγα, τον βιάσανε σεξουαλικά αλλά δεν κατέδιδε. Ο βασανιστής του όμως βρήκε άλλο τρόπο να τον κάνει να μιλήσει. Κόλλησε στη κόρη του και κατάφερε να την κατακτήσει.  Με την υπόσχεση ότι θα ελευθερώσουν τον πατέρα της, είπε το ΝΑΙ και έγινε γάμος. Το ζευγάρι έμεινε στο νησί λίγο, μέχρι να εξολοθρευθεί ο πυρήνας του κομμουνισμού και μετά μετακόμισαν Αθήνα. Οι γονείς και φίλοι μας μείνανε πίσω.

Η Στ. (η μητέρα της Ν) λέει ότι την εξεβίασε ο Β (βασανιστής) τη κόρη της που θυσιάστηκε για τον πατέρα της. Ο άντρας της λέει ότι εξαιτίας του καταστράφηκε η ζωή της κόρης τους. Η κόρη είπε όμως ότι στο πρόσωπο του Β (βασανιστή) βρήκε τον έρωτα της ζωής της, ξαφνικά έγινε μία πριγκήπισσα με πολλά κρυστάλλινα γοβάκια. Του έκανε και ένα παιδί.

Και όταν έπεσε η Χούντα και γίνανε οι δίκες και των βασανιστών, η κόρη εμφανίσθηκε να υπερασπίσει τον άνδρα της. Που βεβαίως καταδικάστηκε για τις πράξεις του. Και ο πατέρας της εμφανίσθηκε στο δικαστήριο να περιγράψει τα βασανιστήρια και τη κατεστραμμένη του υγεία απόρροια αυτών. Και μετά βγήκαν πλήθος μάρτυρες που περιέγραφαν συμπεριφορές και συλλήψεις. Πέσαμε απο τα σύννεφα ο Β και εγώ, φαντάζομαι και οι γονείς της. Ο,τι δεν είχε μαρτυρήσει ο πατέρας της κάτω απο τα βασανιστήρια, τα είπε εκείνη όλα στον «αγαπημένο της». Πολλοί άνθρωποι συνελήφθησαν είτε φταίγανε είτε όχι και βασανίστηκαν. Και όλα ξαφνικά άλλαξαν.

Η κατακραυγή στο νησί ήταν τεράστια. Δεν μπορούσε η κόρη να πατήσει το πόδι της εκεί. Το παιδί το πήραν οι γονείς της και του άλλαξαν το επίθετό του, για να γλυτώσει το μίασμα. Αυτό δεν έφταιγε τίποτα. Ηρθαν στην Αθήνα και μέναμε κοντά. Ηταν και η Στ. πολύ καλή μοδίστρα, δούλευε όμως ιδιωτικά. Με τα λεπτά της ζούσαν γιατί ο άνδρας της δεν είχε δουλειά. Αργότερα βέβαια του βγάλανε σύνταξη «ήρωα». Αλλά ώσπου να την πάρει στο χέρι άργησε.

Τους θυμάμαι αυτούς τους φίλους μας σαν σήμερα. Πέθανε πρώτος ο σύζυγος πρίν χρόνια, ύστερα απο λίγο και η κόρη. Μερικοί λένε οτι είχε καρκίνο, άλλοι ότι αυτοκτόνησε, άλλοι ότι τη σκότωσαν γιατί σκόπευε να ξαναπαντρευτεί. Ποιός ξέρει γιατί άραγε? Η Στ. ζεί αλλά γύρισε πάλι στο νησί.

Ευτυχώς στην Ελλάδα του σήμερα οι μνήμες δεν μένουν πολύ μέσα μας. Σβήνουν και οι παλιοί κατακριτέτοι, αλλάζουν φορεσιά και γίνονται άξιοι να μας κυβερνούν.

Καφές πικρός, βαρύς, χωρίς καϊμάκι. Ασπρο πάτο.

Κόσμος και κοσμάς

Είναι καιρός που το έχω γράψει αυτό το άρθρο, κάθε που είναι να το βγάλω στον αέρα, μετανοιώνω. Συμπεθέρα απο τη μεριά του Πέτρου δεν έχω πιά, πέθανε η μητέρα της Μ πριν χρόνια. Πρόλαβα να τη γνωρίσω, ήταν απο τους πιο καλωσυνάτους και εύθυμους ανθρώπους της ζωής μου. Απλή, με τον καλό λόγο στο στόμα, έξυπνη αλλά ποτέ ξιπασμένη, έλεγε αστεία και ανέκδοτα, ποτέ όμως χυδαίες προστυχιές. Δεν μαγείρευε, δεν της άρεσε η κουζίνα όμως φρόντιζε να υπάρχει ένα όμορφο στρωμένο τραπέζι και 3 πιάτα χορταστικά για όλους. Μετά τον θάνατό της, στη κηδεία δηλαδή, έμαθα πόσο σημαντική ήταν, καθηγήτρια πανεπιστημίου, με άπειρα συγγράμματα στο ενεργητικό της, γνωριμίες, αξιόλογους φίλους, συγγραφείς, ακαδημαϊκούς.

Εχω δεί ανθρώπους και ανθρώπους στη ζωή μου, το επάγγελμα με έφερνε σε επαφή με πολύ κόσμο. Κόσμο με τουπέ και κόσμο χωρίς αυτοπεποίθηση. Καλλιτέχνες φτασμένους και ξιπασμένους και δημιουργούς, φτασμένους και αγαπημένους.  Εχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ποιοτικοί άνθρωποι είναι πολύ χαμηλών τόνων, αυτό που τους κάνει να ξεχωρίζουν είναι η ακεραιότητα του χαρακτήρα  τους, είτε είναι συγγραφείς είτε η νοικοκυρά της διπλανής πόρτας. Ολοι οι άλλοι είναι μουλάρια στολισμένα με χάμουρα αλόγων. Οταν βγάλεις τον σημαιοστολισμό, μουλάρια έχεις μπροστά σου. Και αργά ή γρήγορα ο κάθε σημαιοστολισμός, πέφτει σαν πέπλο στα πόδια σου.

Και μετά ήρθε η θεία της Μ να μείνει στον ίδιο χωρο με εμάς. Ετρεξα αμέσως κοντά της ενθυμούμενη την αδελφή της και τις λίγες πλήν άξιες στιγμές που είχαμε μοιρασθεί. Ανοιξα την καρδιά μου και την άπλωσα σαν ντομάτα στον ήλιο. Ομως η γυναίκα αυτή δεν είχε σχέση με την άλλη. Συνεχώς μου χτύπαγε το ότι χρειάστηκε στη ζωή μου να εργάζομαι «μοδιστρούλα» ενώ εκείνη ήταν «κυρία» μέσα στα μεταξωτά που εγώ γάζωνα τρυπώντας τα δάχτυλά μου. Αρχισε να με διατάζει, φέρε αυτό, άστο όχι εκεί, πιο πέρα. Στο Β όμως είχε άλλη συμπεριφορά, γλύκες, φιλάκια, αγκαλιές..τόσο που γελώντας μου έλεγε «κύττα να δείς που με ερωτεύτηκε η γιαγιά».   Χαρτιά παίζουμε κάθε τόσο οι τρείς μας. Εκεί μας λεει ιστορίες της παλιάς της ζωής όταν ήταν πλούσια και γύριζε τ’ ανάκτορα. Στην εγχείρησή μου όμως δεν ήρθε να με δεί, «‘που να τρέχω στο Ωνάσειο τώρα Λένα μου, τα νοσοκομεία με καταθλίβουν» , ενώ η Ιλεάνα ξεκίνησε με το ΚΤΕΛ απο τη Χαλκίδα για να έρθει. Σιγα-σιγά απο τραβήχθηκα, δεν ασχολούμαι σχεδόν καθόλου πιά.

Ασχολείται όμως η Μ και πολλές φορές γίνεται έξαλλη. Δεν λέει ποτέ κουβέντα, απλά παίρνει δρόμο παντός καιρού και μένω πίσω προσπαθώντας να βοηθήσω, όπου μπορώ, ενα φαγητό να κάμω, τη παρουσία μου να προσφέρω. Λέει ότι είμαι το χαπάκι της, «της χαράς και της λήθης».

Αχ κοριτσάκι μου!

Αχ Σωτήρ’ μου, Σωτήρ’ μου

Τη Δευτέρα μετά το γυμναστήριο αισθανόμουνα σαν ένα σακκί με κόκκαλα. Απόρησα κιόλας γιατί με πονούσαν και εκείνα που δεν ήξερα ότι υπήρχαν. Τρίτη και Τετάρτη που είχε λασπερό καιρό, λέω θα κάτσω μέσα μην αρπάξω υγρασία. Μέσα κάθισα, γυμναστική όμως έκανα. Νέο βιολί, οι σκάλες. Πώς της ήρθε της Μ να πάμε λέει στην αποθήκη να βρεί τα στολίδια του Χριστουγεννιάτικου δένδρου που απο τη μετακόμιση της λείπανε. Ο μήνας έχει 14 Νοεμβρίου, καρδούλα μου της λέω, έχουμε καιρό. Οχι, τωρα να πάμε. Κατεβήκαμε απο το ασανσέρ τους 3 ορόφους, βρήκε τα πράγματά της και μετά λέει το φοβερό «αντε μητέρα απο τις σκάλες» .

Σας έχει τύχει να χάνετε τα λόγια σας τη πιο ακατάλληλη στιγμή και να λέτε ανοησίες και οι άλλοι να σας κυττάνε περίεργα και να κρυφογελούν. Ανοιγόκλεινα το στόμα μου σαν φρεσκοπιασμένος ροφός προσπαθώντας ν’ αντλήσω δικαιολογητικά και αποτύγχανα. «Αντε, άντε πάμε» και ανεβήκαμε τους 4 ορόφους. Μέχρι να φτάσω επάνω έφυγε η ψυχή μου.

Στο σπίτι της Μ ήταν όλα διαφορετικά. Επιασα να τους φτιάξω ψαρόσουπα, εκείνη έτρεχε σε δουλειές της, έπαιξα και με το κομπιούτερ, έκανα και τις βόλτες μου. Πήρα και τα τηλέφωνά μου, είδα και τηλεόραση. Το μεσημέρι όμως που γύρισε με ξανα-ανέβασε απο τις σκάλες μέχρι το σπίτι μου, 3 πατώματα πάνω. Σαν τους ραφτάδες, μου έκοψε κοστούμι: Τις καλές μέρες γυμναστήριο, τις κακές μέρες σκάλες πολυκατοικίας.. πούφ, πούφ..κοντεύω να σκάσω..

Το βράδυ είχα τσάι κάτι φίλους μας, έφτιαξα γλυκά, πήραμε και μερικά αλμυρά. Να πώ όλα καλά;

(Αφιερώνω το άρθρο στον μπλογκο-φίλο Σωτήρη)

Νέα σελίδα

november107-034-1.jpg

Τη γύρισα πρίν 2 περίπου ώρες. Γράφτηκα σε ένα γυμναστήριο που είναι απέναντι. Πήγα σήμερα με τη φόρμα μου και τις ελβιέλλες που αγόρασα το Σαββατο. Πετσετούλα, παγουράκι, καλή διάθεση. Με παρέλαβε ένας όμορφος νεαρός, είδε το χαρτί του γιατρού και μου είπε να αρχίσω να περπατάω. Με έβαλε σε ταινόδρομο, άνοιξε τη τηλεόραση μπροστά του, μου εβαλε-ρύθμισε τ’ ακουστικά στ’ αυτιά και ξεκίνησα.Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω.  Τα πρωϊνάδικα μπροστά μου λένε, τα πόδια μου περπατάνε αργά και τα χέρια μου με στηρίζουν. Οσο μπορώ και περπατάω θα είμαι καλά. Δίπλα μου άλλες δύο κυρίες, πιο μικρές απο μένα αλλά αντίστοιχα παχουλές. Μου χαμογελούν. Βγάζω τ’ ακουστικά και πιάνουμε κουβέντα. Τόσο απλά. Είκοσι λεπτά αργότερα ο όμορφος μας βάζει να κάνουμε λίγα βαράκια και τις δύο μαζί, τη Γιώτα και τη Κάτια, λίγο ποδήλατο μετά και στα αποδυτήρια. Κουβέντα ενώ αλλάζουμε ρούχα. Μένουν κοντά και είναι χήρες. Παίζουν και μπιρίμπα. Το απόγευμα θα έρθουν σπίτι. Να γνωριστούμε.

Αισθάνομαι άλλος άνθρωπος. Οτι ξεφεύγω απο το κλοιό της πικρίας, ό,τι θέλει ας γίνει με τα παιδιά, τα όνειρα, το αύριο, γιατί το σήμερα είναι πάντα πιο γλυκό. Σαν τα μουστοκούλουρα.

Καφεδάκι κανείς;