Προσγείωση

november107-058-2.jpgΔύο μέρες τώρα είμαι απο το πρωί ώς το βράδυ στο μαγαζί. Πότε μόνη μου πότε με τον Β μαζί. Καλά περνάμε δεν λέω, υπάρχει κίνηση. Ερχεται και ο Μάρκος για να δουλέψει, όποτε το θυμηθεί δηλαδή έρχεται. Ο μπαμπάς του δεν μιλάει. Εγώ δεν μιλάω. Τι να πούμε; Τα λέγαμε χθές με κάτι φίλους που είχαν έρθει, μάλλιασε η γλώσσα μας.

Τα ονειρά μας ξαφνικά πήγαν στα σκουπίδια. Λέγαμε ότι ίσως τα παιδιά να ενδιαφερθούν για το μαγαζί, να θέλει ο Μάρκος να το κρατήσει όταν / άμα εμείς δεν θα μπορούμε πιά, αυτή ήταν και η αρχική ιδέα, είχε συμφωνήσει τότε. Η οι άνθρωποι αλλάζουν ή εμείς γεράσαμε και ραμολύραμε. Μου λέει χθές η Κατερίνα «μα δεν καταλαβαίνεις ότι το μαγαζί το έχει για πρόσχημα, τόσο για να δικαιολογείται όσο και για να τραβάει λεφτά». Ηταν ωμό αλλά καίριο. Σταματήσαμε να κρυβόμαστε πίσω απο το δάχτυλό μας και δεχθήκαμε να ηττηθούμε. Χάσαμε Βησσαρίωνα μου τον πόλεμο. Νομίζαμε ότι θα μας ξεκούραζε κάποια μέρα, «αφήστε την επιχείρηση μπαμπά-μαμά σε μένα, εγώ θα δουλεύω για εσάς» κομίζαμε πλάνην οικτράν.

 Ζούμε σε εγωϊστικές εποχές, ο καθένας ακόμη και ο ιδιος σου ο γιός τον εαυτό του κυττάει πρώτα. Οι άλλοι έπονται. Ακόμη και οι γονείς.

Παίζω με το κομπολόί μου και γράφω τις σκέψεις στο τετράδιό μου. Ο Β. καπνίζει και βλέπει τηλεόραση. Αισθανομαι τη πραγματικότητα σαν μία κολώνα απο μάρμαρο. Μας συνθλίβει λίγο-λίγο.  Στα μάτια των παιδιών υπάρχουμε για να δίνουμε. Τι θα γίνει όμως αν δεν μπορούμε να δίνουμε άλλο πιά; Λεει η Κατερίνα «ότι αρπάξει ο κ..λος τους Λένα».

Θεέ μου!

Advertisements