17

Μιά φορά και έναν καιρό όταν ήμουνα γύρω στα 45, κάναμε παρέα με ένα ζευγάρι που καταγόταν απο τα νησιά του Ιονίου. Κάθε καλοκαίρι πήγαίναμε στο νησί τους για λίγες διακοπές στην αρχή και αργότερα περισσότερες φορές γιατί μας φιλοξενούσαν. Το ζευγάρι είχε μία κόρη τη Ν. φοιτήτρια της Νομικής ήταν, ένα πανέμορφο καλό κορίτσι. Τα δικά μου παιδιά ήταν μικρά, δεν κάνανε παρέα με τη Ν, κάναμε όμως παρέα η μαμάδες. Με την έλευση της Χούντας, ο πρώτος που πιάσανε ήταν ο πατέρας της Ν γιατί ήταν στέλεχος στο τοπικό ΚΚΕ. Τον βάλανε φυλακή και για χάρη του φέρανε έναν ειδικό συνταγματάρχη (αν θυμάμαι καλά) να «τον κάνει να μιλήσει» και να πεί ονόματα συντρόφων του που δεν ξέρανε ήδη.  Τον δείρανε, του κάνανε φάλαγγα, τον βιάσανε σεξουαλικά αλλά δεν κατέδιδε. Ο βασανιστής του όμως βρήκε άλλο τρόπο να τον κάνει να μιλήσει. Κόλλησε στη κόρη του και κατάφερε να την κατακτήσει.  Με την υπόσχεση ότι θα ελευθερώσουν τον πατέρα της, είπε το ΝΑΙ και έγινε γάμος. Το ζευγάρι έμεινε στο νησί λίγο, μέχρι να εξολοθρευθεί ο πυρήνας του κομμουνισμού και μετά μετακόμισαν Αθήνα. Οι γονείς και φίλοι μας μείνανε πίσω.

Η Στ. (η μητέρα της Ν) λέει ότι την εξεβίασε ο Β (βασανιστής) τη κόρη της που θυσιάστηκε για τον πατέρα της. Ο άντρας της λέει ότι εξαιτίας του καταστράφηκε η ζωή της κόρης τους. Η κόρη είπε όμως ότι στο πρόσωπο του Β (βασανιστή) βρήκε τον έρωτα της ζωής της, ξαφνικά έγινε μία πριγκήπισσα με πολλά κρυστάλλινα γοβάκια. Του έκανε και ένα παιδί.

Και όταν έπεσε η Χούντα και γίνανε οι δίκες και των βασανιστών, η κόρη εμφανίσθηκε να υπερασπίσει τον άνδρα της. Που βεβαίως καταδικάστηκε για τις πράξεις του. Και ο πατέρας της εμφανίσθηκε στο δικαστήριο να περιγράψει τα βασανιστήρια και τη κατεστραμμένη του υγεία απόρροια αυτών. Και μετά βγήκαν πλήθος μάρτυρες που περιέγραφαν συμπεριφορές και συλλήψεις. Πέσαμε απο τα σύννεφα ο Β και εγώ, φαντάζομαι και οι γονείς της. Ο,τι δεν είχε μαρτυρήσει ο πατέρας της κάτω απο τα βασανιστήρια, τα είπε εκείνη όλα στον «αγαπημένο της». Πολλοί άνθρωποι συνελήφθησαν είτε φταίγανε είτε όχι και βασανίστηκαν. Και όλα ξαφνικά άλλαξαν.

Η κατακραυγή στο νησί ήταν τεράστια. Δεν μπορούσε η κόρη να πατήσει το πόδι της εκεί. Το παιδί το πήραν οι γονείς της και του άλλαξαν το επίθετό του, για να γλυτώσει το μίασμα. Αυτό δεν έφταιγε τίποτα. Ηρθαν στην Αθήνα και μέναμε κοντά. Ηταν και η Στ. πολύ καλή μοδίστρα, δούλευε όμως ιδιωτικά. Με τα λεπτά της ζούσαν γιατί ο άνδρας της δεν είχε δουλειά. Αργότερα βέβαια του βγάλανε σύνταξη «ήρωα». Αλλά ώσπου να την πάρει στο χέρι άργησε.

Τους θυμάμαι αυτούς τους φίλους μας σαν σήμερα. Πέθανε πρώτος ο σύζυγος πρίν χρόνια, ύστερα απο λίγο και η κόρη. Μερικοί λένε οτι είχε καρκίνο, άλλοι ότι αυτοκτόνησε, άλλοι ότι τη σκότωσαν γιατί σκόπευε να ξαναπαντρευτεί. Ποιός ξέρει γιατί άραγε? Η Στ. ζεί αλλά γύρισε πάλι στο νησί.

Ευτυχώς στην Ελλάδα του σήμερα οι μνήμες δεν μένουν πολύ μέσα μας. Σβήνουν και οι παλιοί κατακριτέτοι, αλλάζουν φορεσιά και γίνονται άξιοι να μας κυβερνούν.

Καφές πικρός, βαρύς, χωρίς καϊμάκι. Ασπρο πάτο.

Advertisements