Δύσπνοια

Ισα που ανασαίνω. Ηρθε ο γιατρός χθές, έφερε πάλι οξυγόνο και ενέσιμα φάρμακα. Δεν είμαι καλά. Φοβάμαι. Μέσα μου οι σκέψεις σαν πριόνια με ΄κόβουν λίγη-λίγη. Η μία μου νύφη περιχαρής καταστηματάρχης, η άλλη μου νύφη κάτω με κατάθλιψη. Σαν το κολοσσό της Ρόδου νιώθω, το ένα πόδι εδώ το άλλο αλλού και στη μέση τα άγρια κύματα του ωκεανού.  

«Λένα, αν θες να ζήσεις, άστους τους» λέει ο γιατρός. Μα πώς ν’αφήσω τη ζωή μου όλη, δεν είμαι νέα πιά, να ακολουθώ τις λόξες των σχεδιαστών σε χώρες μακρινές, δεν έχω αντοχές, μόνο όρεξη για σέξ έχω, απορίας άξιον για τους νεώτερους, θεωρούν ότι άπαξ και μεγαλώσαμε, τα καρφιά, η κάσα και το Αγιος ο Θεός είναι για εμάς. Που είναι ο Ν? Μου λείπει αφάνταστα τέτοιες ώρες. Είχε τον τρόπο του να με κάνει να ξεχνάω, να χαλαρώνω, χωρίς φούντα.

Χωρίς λοιπόν ε? Ορίστε! 

Advertisements