Βιολογικά και σαχλαμάρες

Είμαι σε άθλια κατάσταση, εγώ φταίω για όλα. Εγινα αιτία και αρρώστησαν τα παιδιά μου, χθές πήγα στο νοσοκομείο τη νύφη μου με αλλεργικό σόκ, ο γιός μου ο ένας έβγαλε τη νύχτα στη τουαλέττα και η εγγονή μου κάνει εμετούς.

Ακούω διάφορα απο γνωστούς και παρασύρομαι εύκολα για τα βιολογικά προϊόντα, έτσι προχθές πήγα σε ένα τέτοιο κατάστημα και αγόρασα ένα πακέτο φακές, ελευθέρας βοσκης όπως μου είπε ο υπάλληλος χαριτολογώντας. Τους την έφτιαξα χθές, όλοι φάγαμε τα παιδιά όμως αρρώστησαν. Κάτι είχαν οι φακές, ή μάλλον δεν θα είχαν φάρμακα γιατί μας έβλαψαν με πολύ άσχημα αποτελέσματα.

Κατ’ αρχήν ο Πέτρος τον έπιασε κόψιμο, νερό, αφού βγήκαν όλα άρχισε να τα κάνει εμετό. Ηρθε ο γιατρός δηλητηρίαση είπε, τον έβαλε στο κρεββάτι. Η εγγονή μετά με τα ίδια συμπτώματα, μόνο που σήκωσε και πυρετό. Ο Μάρκος ήταν καλύτερα, έκανε τις φακες εμετό σχεδόν αμέσως και γλύτωσε. Ο Β και εγώ δεν πάθαμε τίποτα. Το χειρότερο ήταν η Μ που έπαθε αλλεργικό σόκ, κοκκίνησε ολόκληρη και έπεσε ξερή στο πάτωμα, την άρπαξε ο άντρας μου, γιατί ο Πέτρος δεν μπορούσε απο τις διάρροιες, και την πήγε στο Ιατρικό Κέντρο, της κάνανε 2 ενέσεις και την κράτησαν εκεί όλη τη νύχτα, τώρα θα πάμε να την πάρουμε, μας μίλησε, είναι καλύτερα.

Αισθάνομαι απαίσια που πίστεψα σε ανοησίες και έγινα αιτία να αρρωστήσει η οικογένειά μου. Ισως σε άλλα πιο προηγμένα απο την Ελλάδα κράτη τα βιολογικά προϊόντα κάτι να σημαίνουν, στη χώρα όμως της χωματερής και της αρπαχτής, βάζουν την υγεία μας σε κίνδυνο.

Υ.Γ. Να συμπληρώσω θέλω. Γυρίσαμε σπίτι, όλα καλά η νύφη μου είναι κουρασμένη, κοιμάται τώρα και εγώ αδειάζω τις τύψεις μου. Με μάλωσε ο Πέτρος σήμερα, το κατάλαβα γιέ μου, δεν θέλεις να σας μαγειρεύω τίποτα, έχετε άλλες διατροφικές συνήθειες, θα προσπαθήσω να μη το ξανακάνω, μόνο μη με μαλώνεις άλλο, στενοχωρέθηκα αρκετά. Είμαι πολύ άσχημα, δεν έχω που να πάω να κρυφτώ, έφυγε και ο Β πήγε στη Μητρόπολη. Μα καλά, που καλλιεργούν τις φακές αυτοί οι άνθρωποι, στη Ψυττάλεια;

Παιχνίδια ζωής

Μου ζήτησε η Ζουζούνα να γράψω κάτι για τα παιδικά μου παιχνίδια. Το θέμα μου έφερε αναμνήσεις σαν τα πικραμύγδαλα, άλλες γλυκιές, άλλες πικρές.  Δυστυχώς δεν έχω πιά κανένα απο τα παιδικά μου παιχνίδια, χάθηκαν όλα σε μετακομίσεις ή έλιωσαν απο τη φθορά. Ετσι έψαξα στο διαδίκτυο για φωτογραφίες.

Μεγάλωσα στην Αθήνα, στη Καλλιθέα στο ύψος της Χαροκόπου Σχολής. Ο πατέρας μου ήταν Αθηναίος με τους γονείς του να ζούν στο Θησείο, κοντά στον Αγιο Φίλιππο. Το σπίτι τους το θυμάμαι λίγο γιατί κάποια στιγμή το απαλλοτρίωσε η Αμερικανική Αρχαιολογική Εταιρεία και με τα λεφτά πήραν ένα οικόπεδο στο Φάληρο, δίπλα στη θάλασσα. Ο παπούς μου ήταν δάσκαλος και η γιαγιά δασκάλα, είχαν 4 κόρες και έναν γιό, τον πατέρα μου τον Μάρκο.  Ο πατέρας μου δούλευε στο Δημόσιο όταν γνώρισε τη μητέρα μου που ήρθε πρόσφυγας απο τη Μικρά Ασία. Ηταν παντρεμένη με άλλον η μάνα μου, αλλά ο άντρας της χάθηκε και δεν πρόλαβε ν’ ανέβει στα καράβια. Γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν. Κάνανε 2 κόρες και 2 γιους. Εγώ ήμουνα η μεγάλη κόρη, η πρωτότοκη, που εκτελούσα καθήκοντα νταντάς, μαμάς, δασκάλας για τους άλλους. Η μάνα μου ήταν πολύ νοικοκυρά, ήξερε να περιποιείται τους άλλους, να γυρίζουν στο σπίτι και να νοιώθουν βασιλιάδες, με το ωραίο φαγί, προσεγμένα τραπεζομάντηλα, ασπρόρουχα, δαντέλες, χαρούμενη σύζυγος, καλοβαλμένα ευγενικά παιδιά. Ο πατέρας μου ήταν κουβαλητής, έφερνε δώρα στη μητέρα μου, μαζί με μία σακκούλα τρόφιμα κάθε μέρα και πολλά παιχνίδια για τα παιδιά. Εφερνε κούκλες κοκκάλινες για τις κόρες, ή κάτι άλλες που είχαν πρόσωπα και χέρια απο πεπιεσμένο χαρτί και τα σώματα μαλακά απο νήματα, για τους γιούς σιδερένια στρατιωτάκια, καράβια και όπλα ξύλινα, μαζί με σπαθιά. Είχαμε στο δωμάτιο μας ένα ξύλινο αλογάκι που κουνιώμασταν όλοι μαζί, κούκλες με ωραιότατα φορέματα, τα έραβε η μητέρα μας και αργότερα τα έραβα εγώ, η αδελφή μου βαριόταν να κάνει οτιδήποτε, μόνο στον καθρέφτη καμάρωνε τα μπλέ μάτια της και το όμορφό της πρόσωπο. Οι κούκλες ερχόντουσαν σε μεγάλα κουτιά τυλιγμένες σε πολύχρωμα θροϊζοντα χαρτιά, δεν χορταίναμε να τις κυττάζουμε με τα πανέμορφα προσωπάκια τους. Τις έσφιγγα στην αγκαλιά μου και τις λάτρευα.  Ποτέ δεν έσπασα μία, όλες ήταν για μένα μικρές θεές.

Τα αδέλφια μου και εγώ βγαίναμε στο δρόμο και παίζαμε με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς, χωριζόμασταν σε κορίτσια και αγόρια. Παίζαμε κουτσό, μήλα, κρυφτό, παίζαμε τις μαμάδες, νανουρίζαμε τις κούκλες μας, βρίσκαμε αυτοσχέδια φύλλα για πιάτα, χαλίκια και πετρούλες για στολίδια, αναπαραστούσαμε κάθε μέρα αυτά που ακούγαμε σπίτι μας, μέχρι και κηδεία οργανώσαμε όταν πέθανε η γιαγιά μου, ράψαμε μαύρα σάβανα στη κούκλα και ψέλναμε στο δρόμο για τη ψυχή της. Τα αγόρια παίζανε αμπάριζα (πετροπόλεμο) και συχνά γυρίζανε σπίτι ματωμένα και η μητέρα τα έδερνε, βώλους και γκαζές (μεγάλοι βώλοι), κλέφτες και αστυνόμους και τις βροχερές μέρες μαζευόμασταν σπίτι και ζωγραφίζαμε με κάτι μαλακά χρώματα που λέρωναν τα χέρια μας.    ΄

Και μετά που γύριζε ο μπαμπάς, τρώγαμε και καθόμασταν γύρω απο το ραδιόφωνο όπου ακούγαμε ότι έπαιζε ο μοναδικός σταθμός. Ο μπαμπάς διάβαζε εφημερίδα, η μαμά επλεκε, έραβε, κένταγε, εμείς παίζαμε στο πάτωμα κύβους, τα αγορια με τα τραινάκια τους, ταϊζαμε τις κούκλες μας και καμμιά φορά και καρπαζιές.

Τα πικρά

Τα δύο μου αδέλφια, τα αγόρια δεν ζούνε πιά, ο μικρός πέθανε το 1939 απο ιλαρά και ο μεγάλος πάτησε μία νάρκη μετά τον πόλεμο.  

Μήπως θα ήθελαν οι An-lu, Tassoula, Giotavita, Kwlogria, Katerina ante portas, Maria, η χελώνα και η φίλη απο καρδιάς η daisy,  ο agorafovia και ο Σωτήρης να γράψουν για τα παιχνίδια των παιδικών τους χρόνων;

Αγκαζέ

Σαν τη παπουτσωμένη γάτα αισθάνομαι όταν αλαφρωπατώντας μπαίνω στο σπίτι του Πέτρου τα πρωϊνά για να κάτσω στο κομπιούτερ τους, όταν εκείνοι κοιμούνται. Μετά τα γραφτά μου μπαίνω στη κουζίνα, συμμαζεύω και τους φτιάχνω πρωϊνό, θα τους κάνω τηγανίτες θα τις σιροπιάσω και θα τους τις πάω στο κρεββάτι τους. Δεν δουλεύουν σήμερα θα τις ευχαριστηθούν.

Χθές βγήκανε το βράδυ οι δυό μου νύφες έξω, πιασμένες αγκαζέ και πήγανε σε μία ταβέρνα μόνες τους. Θορυβήθηκα γιατί ..έμεινα απέξω. Εσπασα το κεφάλι μου απο τη περιεργεια για το τι θα μιλήσουν. Κάτι που δεν μπορούν να πούν στο σπίτι, κάτι που είναι προσωπικό;   Κάτι για τον Μάρκο και τις γκόμενες; Κάτι που απασχολεί τη Μ και θέλει να το πεί; Γιατί η Μ να το λέει στην Α και όχι σε εμένα; Ζηλεύω.

Με μάλωσε και ο Β χθές το βράδυ που μουρμούραγα. Με είπε ζηλιάρα, ανακατεύτρα, εξουσιάστρια, ότι χώνω τη μύτη μου σε ξένα παντελόνια..με έκανε με τα κρεμμυδάκια. Μου υπενθύμισε ότι αυτές οι δυό γνωρίζονταν πρίν παντρευτούν τους γιούς μας και στο τέλος μου πάτησε τον κάλο λέγοντας ότι συμπεριφέρομαι σαν ηλίθια σύζυγος που αναρωτιέται «τι λένε/κάνουν οι άντρες μεταξύ τους όταν βγαίνουν έξω με τα φιλαράκια τους».  Ετσι και εγώ τον τσίμπησα. Και πήρε τη κουβέρτα του και κοιμήθηκε στον καναπέ.    

Ξέρω ότι κάνω λάθος που συμπεριφέρομαι έτσι όμως ΖΗ-ΛΕΥ-ΩΩΩΩΩ!

Δύο λόγια

Φεύγω σε μισή περίπου ώρα, ίσα που προλαβαίνω να γράψω δύο λόγια. Θα πάμε με τον Β στο Νοσοκομείο για μία ακόμη εξέταση, για να δούμε πώς πήγαν τα φάρμακα μετά απο τη πετρούλα. Θέλω να βρώ τη νύφη μου να μιλήσουμε, όλο τη προσκαλώ και όλο μου το αναβάλλει, φεύγει τρέχοντας το πρωϊ και γυρίζει βράδυ-δουλεύει το κορίτσι δεν λέω, κάτι δεν πάει καλά. Φαινομενικά όλα ωραία είναι, οι εμπειρίες όμως της ζωής (που κάποιοι ονομάζουν ωριμότητα) και το ένστικτό μου μου λένε άλλα. Θέλω να μιλήσουμε, να της πούμε τα δικά μας και ίσως να μας πεί και εκείνη τίποτα. Λέω να τη καλέσω για κανένα θέατρο, κάτι ευχάριστο που να μας χαλαρώσει.

Ελπίζω μόνο να μην είναι θέμα υγείας 

Ρόιδο

ΧΘές η Α δεν θα πήγαινε στο μαγαζί και μας παρακάλεσε να πάμε εμείς. Καλό καιρό είχε, πήγαμε κατά τις 10.00. Ηταν και η κόρη του συνέταιρου εκεί, η Βίκη, της είχαμε πάρει γλυκά για το καλως όρισες και πλαστικά πιατάκια, κουταλάκια για να μη παιδεύεται, κάποια στιγμή που δεν είχε πελάτες καθίσαμε και τα φάγαμε και μιλάγαμε και ήταν ωραία. Μετά βγήκα εγώ μπροστά και πήγανε ο Β και η Β πιο πίσω για να της δείξει κάτι βιβλία παραγγελιών με ειδικούς πελάτες που έχουν κινητικά προβλήματα και τους πηγαίναμε στο σπίτι τις παραγγελίες. Πήραν τα γλυκά τους και τους καφέδες τους μαζί, κάτσανε σε ένα τραπεζάκι που έχουμε και κόβουμε υφάσματα και μελέταγαν. Την έκφραση σπάζει ο διάλος το πόδι του τη ξεύρετε;  

Κάνει μία απότομη κίνηση η Βίκη και της πέφτει ο καφές επάνω της, πάνω στη φούστα της, πετάγεται ο Β επάνω, τρέχει παίρνει μιά πετσέτα της κουζίνας, τη βρέχει και γυρίζει να τη σκουπίσει το ύφασμα για να μην αφήσει λεκέ. Εγώ δεν μπορούσα να βοηθήσω είχα πελάτη, είδα όμως τι έγινε. Και μάλιστα του είπα να βρέξει το πανί λίγο. Την ώρα που ήταν σκυμμένος -γονατισμένος στο πάτωμα και της έτριβε τη φούστα – και εκείνη αναψοκοκκινισμένη να του λέει » δεν πειράζει, μη σκύβετε’  – ανοίγει η πόρτα και μπάνει ο ΧΑΝΟΣ, δηλαδή ο γιός μου ο Μάρκος.  Με μιά ματιά «εκτίμησε» τη κατάσταση και έγινε έξαλλος. Είδε

α) Το μπαμπά του σκυμμένο στα μπούτια της Βίκης, β) Τη Βίκη, να κρατάει τον άντρα μου απο τους ώμους (για να τον σηκώσει)  να έχει κοκκινήσει και λέει ασυναρτησίες γ) εμένα να κρατάω το φανάρι και δ) τον εαυτό του ενδοοικογενειακό ΚΕΡΑΤΑ.  

Αρχισε να ουρλιάζει. Στη αρχή δεν κατάλαβα τι έπαθε, δεν έγινε και τίποτα, λερώθηκε η κοπέλλα και της καθαρίζει τη φούστα, σαν κόρη του την έχει τη Βίκη, μαζί σας μεγαλώσαμε γιέ μου, τι έπαθες; Ο Μάρκος χύμηξε προς το τραπέζι, άρπαξε τον μπαμπά του και τον πέταξε κάτω με μιά μπουνιά (ευτυχώς στα μαλακά), μη σε δώ να την αγγίζεις θα σε σκοτώσω παλιόγερε, και εσύ μωρή, εγώ δεν σου φτάνω ολόκληρος άντρας με 20 πόντους (πω!πώ ρεζίλι) θές και τον πατέρα μου. Πετάχτηκε η Βίκη επάνω κατακόκκινη απο θυμό, δεν ντρέπεσαι γαϊδούρι, του λέει, ο άνθρωπος να με βοηθήσει ήθελε, τσάφ! του αστράφτει ένα φούσκο. Μετά έσκυψε, ή μάλλον σκύψαμε γιατί είχα έρθει κοντά να σηκώσουμε τον Β που είχε χάσει την ανάσα του!.  Ηρθαν και οι δύο πελάτες που ήταν μέσα και βοήθησαν αν και είχαν λυθεί στα γέλια, τον σηκώσαμε, τον καθίσαμε, του φέραμε ένα ποτήρι νερό.  Ο Μάρκος, στήλη άλατος!

Αφού κάπως συνήλθαμε όλοι απο την ατραξιόν, φύγανε οι πελάτες μέσα στη καλή χαρά, πέρα απο το εμπόρευμα είχαν και ιστορία να λένε, ο Μάρκος ζήτησε συγνώμη απο εμένα, απο τον μπαμπά του και μετά ΓΟΝΑΤΙΣΕ μπροστά στη Βίκη (σας έχουν έρθει ποτέ γέλια στο λάθος σημείο και πρεπει να τα καταπιείτε;) και της έδωσε γή και ύδωρ.  

Σήμερα δεν πήγαμε στο μαγαζί. Θα φάμε το βράδυ έξω με τον Β, έχει κλείσει τραπέζι. Χθές το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε, πόναγε λίγο ο ώμος του απο τη μπουνιά αλλά και απο την ανησυχία..για το » σε ποιόν απο τους δυό μας έμοιασε» και δεν εννοώ το γυροβόλημα γιατί και οι δυό μας γυρίζαμε παλιά, εννοώ για την έλλειψη μυαλού. Και ο Β είναι έξυπνος και εγώ ήμουνα και παραμένω ξύπνια. Κανένα βλάκα δεν έχουμε στο σόϊ. Σχιζοφρενή είχαμε, έναν παλιό ξάδελφο. Αλλά αυτός δεν έκανε παιδιά!.

Και πρίν κοιμηθεί λέει ο Β » Ακου 20 πόντους! Ούτε άλογο να ήταν, ο φαφλατάς»!

Μαυρίστε τους!

Μου ζήτησε η Κατερίνα να αντισταθώ στη κατάντια της καθημερινής μας Ελλάδας με ένα ποίημα.  Εχω αυτιά, μύτη, μάτια. Ακούω τα αίσχη, βλέπω τους αισχρούς, μυρίζω την αισχύνη. Η γρίνα και η υποταγή είναι εθνικά μας ταλέντα. Χθές ήρθε ένα φιλικό μας ζευγάρι για επίσκεψη, κλαιγόμενοι για τις συντάξεις των 3,60. Φορούσαν ρούχα της μόδας, ρόλλεξ και ήρθαν με ένα δικό τους 4Χ4.

Δεν φθάνει η αντίσταση αγαπητή Κατερίνα, εδώ χρειάζονται άλλα μέσα. Ας έλθει καταρχήν το ποίημα, που λίγο πολύ όλοι ξέρουμε, συμφωνούμε και δεν εφαρμόζουμε.

La Marseillaise 

Allons enfants de la Patrie
Le jour de gloire est arrivé !
Contre nous de la tyrannie
L’étendard sanglant est levé
Entendez-vous dans nos campagnes
Mugir ces féroces soldats?
Ils viennent jusque dans vos bras.
Égorger vos fils, vos compagnes!

Aux armes citoyens
Formez vos bataillons
Marchons, marchons
Qu’un sang impur
Abreuve nos sillons

Que veut cette horde d’esclaves
De traîtres, de rois conjurés?
Pour qui ces ignobles entraves
Ces fers dès longtemps préparés?
Français, pour nous, ah! quel outrage
Quels transports il doit exciter?
C’est nous qu’on ose méditer
De rendre à l’antique esclavage!

Quoi ces cohortes étrangères!
Feraient la loi dans nos foyers!
Quoi! ces phalanges mercenaires
Terrasseraient nos fils guerriers!
Grand Dieu! par des mains enchaînées
Nos fronts sous le joug se ploieraient
De vils despotes deviendraient
Les maîtres des destinées.

Tremblez, tyrans et vous perfides
L’opprobre de tous les partis
Tremblez! vos projets parricides
Vont enfin recevoir leurs prix!
Tout est soldat pour vous combattre
S’ils tombent, nos jeunes héros
La France en produit de nouveaux,
Contre vous tout prêts à se battre.

Français, en guerriers magnanimes
Portez ou retenez vos coups!
Épargnez ces tristes victimes
À regret s’armant contre nous
Mais ces despotes sanguinaires
Mais ces complices de Bouillé
Tous ces tigres qui, sans pitié
Déchirent le sein de leur mère!

Nous entrerons dans la carrière
Quand nos aînés n’y seront plus
Nous y trouverons leur poussière
Et la trace de leurs vertus
Bien moins jaloux de leur survivre
Que de partager leur cercueil
Nous aurons le sublime orgueil
De les venger ou de les suivre!

Amour sacré de la Patrie
Conduis, soutiens nos bras vengeurs
Liberté, Liberté chérie
Combats avec tes défenseurs!
Sous nos drapeaux, que la victoire
Accoure à tes mâles accents
Que tes ennemis expirants
Voient ton triomphe et notre gloire!

 

(Για τη μετάφραση στα αγγλικά και τη μουσική κυττάξτε εδώ http://www.marseillaise.org/ )
Ο τύρρανος δεν είναι ο κακός δημοσιογράφος που ίσως δωροδοκήθηκε αγαπητοί μου φίλοι, ούτε τα διαρκώς αυξανόμενα σκάνδαλα. Ολοι μας άλλα δηλώνουμε, άλλοι είμαστε, ακόμη και στην εικονική μας ζωή.  Οι τύρρανοι είναι εκλεγμένοι απο εμάς όπως τα γουρούνια της φάρμας των ζώων του Οργουελ. Είναι οι καθρέφτες μας μαζί με τους δικούς τους χαρακτήρες. Οι τύρρανοι της 21 χιλιετίας δεν κυβερνούν αναφανδόν, μπροστάρηδες πάντα βάζουν ανδρείκελα που σαγηνεύουνε τις μάζες, απο τις σκιές άλλοι κινούν τα νήματα. Παράθυρο στο κόσμο τους είναι η τηλεόραση, η κακή τηλεόραση, αυτή που κοιμίζει τις συνειδήσεις των αμνοεριφίων φορτώνοντάς τα άπό ένα σκάνδαλο την ημέρα. Οι τύρρανοι νανουρίζουν, υπνωτίζουν και ξυπνούν  τις συνειδήσεις των βολεμένων, των στερημένων, των αρχόντων και των πουλημένων. Οι τύρρανοι δεν είναι όποιοι και όποιοι, έχουν ταλέντο στο να μετατρέπουν τα άτομα σε μάζες. Χαλιναγωγήσιμες.  Πήραν τη τηλεόραση και την έκαναν σκουπίδι ξεκινώντας απο μεγάλους αδελφούς και σκανδαλοθηρίες. Και μετά μας ξύπνησαν και μας την τάϊσαν, χόρτα και κόκκαλα ανακατεμένα. Και τα αμνοερίφια αρρώστησαν απο τη νόσο των τρελλών. Αλλά δεν τους νοιάζει αν χάσουν μερικά όταν τα λιβάδια είναι γεμάτα 100άδες άλλων πρόθυμων να νανουρισθούν.

Αντισταθείτε. Βγείτε απο το μαντρί.

Μήπως θέλουν οι   An-lu, kwlogria, Manos, giotavita, tanila να αντισταθούν με ένα ποίημα;

Βυθός 2005

Είναι κάποια πράγματα που θέλω να τα βγάλω απο μέσα μου σαν χρησιμοποιημένα χαρτομάντηλα. Δεν ξέρω αν θέλω υποστηρικτές ή κριτές σε αυτή μου την προσπάθεια, το να πάρω ευχές για το καλύτερο αύριο που κάποια στιγμή θα έρθει δεν βοηθάει το τώρα μου, τη στιγμή της οδύνης. Τα καλύτερα αγκαλια με τα χειρότερα πάντα έρχονται. Οπως οι φίλοι και οι κόλακες αντάμα.

Είναι στιγμές που αισθάνομαι λαθρεπιβάτης του εαυτού μου.  Τις ύστατες προσπάθειές μου τις ανταμείβουν με άρνηση. Η αδιαφορία και η χαιρεκακία προχωράνε αγκαζέ. Τόσο μπορώ να δώσω. Δεν είναι αρκετό, στάλα-στάλα να χυθεί όλο μου το αίμα και ακόμη να ζητείται περισσότερο. Ποτέ όλο. Κάτι πρέπει να μείνει ώστε να υπάρχει λόγος μέχρι το επόμενο άρμεγμα.

Ο λαθρεπιβάτης έχει γίνει κύριος και αφεντικό, με εκτόπισε σιγά-σιγά σε μία μικρή γωνίτσα και πήρε τα ηνία του αμαξιού. Τώρα μπορεί να σκάσει τα άλογα στο τρέξιμο, τι τον νοιάζει αν πεθάνουν, θα πάρει καινούργια και ξεκούραστα στο επόμενο πανδοχείο. Δεν λέω κίχ, αφήνω τη τύχη μου στα χέρια ανάξιων, έχω γίνει όμοια μαζί τους φτιαγμένη απο το ίδιο καρμπόν. Σφίγγομαι και μαζεύομαι όλο περισσότερο, προσπαθώ να τρυπώσω στη σκιά του σκυφτού λαθρεπιβάτη που θέλει να τον καταπιεί η γής. Να μπώ στη τρυπούλα της αφάνειας, να χαθώ, να εξαφανιστώ. Να γίνω τρύπα μέσα σε μία άλλη τρύπα. Τι οντότητα έχει μία τρύπα στο κενό;

……………………………………………………

Βυθός 2006

Μπήκα στη τρύπα της εικονικής πραγματικότητας και ενσωματώθηκα. Δεν περνάω μπροστά στην οθόνη τόσες ώρες όσες η νεώτερη γενιά, για την ηλικία μου όμως τρώω κάποιες ώρες εκεί. Και δεν είναι μόνο οι ώρες είναι η λαχτάρα μου να καθίσω και να σεργιανίσω τα μποστάνια των ανθρώπων χωρίς σώμα και πρόσωπα που βάφτισα ως φίλους. Δεν ήμουνα ποτέ Κολόμβος ούτε Μαγγελάνος, δεν ήμουνα ποτέ η Φλόρενς Ναιτινγκέηλ ούτε ο Σβάιτσερ. Μιά μετριότητα που μετρούσε τα άστρα. Παραμένω μετριότητα. Τα άστρα εγκατεστάθησαν σε ιστολόγια. Αλλοι παίρνουν ναρκωτικά, πρώτος-πρώτος ο κουμπαρος της Μ. Εχει αρχίσει και του φαίνεται, δεν βλέπουν άραγε αυτά τα παιδιά τι γίνεται, ή βλέπουν και δεν μιλούν;

Να μη μιλάω για τους άλλους όντας εθισμένη και εγώ. Θα ήθελα να μη κανω τίποτα, μόνο και μόνο για να ζέψω την ύπαρξή μου στο βυθό της λήθης. Σε αντίστοιχη περίπτωση θα χτύπαγα τις ενέσεις όπου έβρισκα, όπου δεν ήταν ήδη τρυπημένο. Αυτό πονάει λιγώτερο – ακόμη καλύτερα δεν πονάει καθόλου. Καταστρέφει λίγο-λίγο τον ψυχισμό μου και κλείνομαι απο τον υπαρκτό κόσμο που όμως δεν με ενδιαφέρει πιά. Κολυμπάω χωρίς σωσίβιο σε μαύρα επικίνδυνα νερά. Βυθίζεται η γοργόνα και η ουρά της σκίζει το κύμα. Είναι ένα με το στοιχείο της. Αλλού δεν μπορεί να ζήσει. Εδώ θα είναι η Κόλασή της μαζί με τον Παράδεισό της. Οι άδοξες θυσίες για τον έρωτα και τα κερδισμένα της πόδια αφορούν αμούστακα πιτσιρδέλια που δεν έχουν βγεί στη ζωή. Μόλις φάνε 2-3 κατακεφαλιές μαθαίνουν να δέχονται αυτό που είναι.

………………………………………………….. 

Βυθός 2008

Η λαχτάρα για αποξένωση συνεχίζεται. Ζώ μέσα στις ζωές των άλλων αλλά το σπίτι μου είναι το μηχάνημα, ο θεός μου το ADSL, οι συνοδοιπόροι μου εσείς. Στην ηλικία μου άλλες έχουν ήδη κατάθλιψη. Αλλες έχουν ραμολίρει ή πεθάνει. Το μηχάνημα έχει γίνει πιά βίωμα όπως οι επισκέψεις στην τουαλέττα, έχει γίνει αγάπη όπως τα συναισθήματά μου για τον κόσμο, έχει γίνει λαθρεπιβάτης. Εγώ πλέον είμαι ο οδηγός της άμαξας. Εκτόπισα τον κατακτητή του 2005 και πήρα τον έλεγχο της ζωής μου. Ο λαθρεπιβάτης όμως άλλαξε μέτώπη και πλησιασε πολύ κοντά. Εγινε συνοδοιπόρος-συνεργάτης-συνέταιρος-συνεργός. Εγινα δύο άνθρωποι, σκέφτομαι πράγματα, βλέπω καταστάσεις, ακούω, διαβάζω, κρίνω με απώτερο στόχο να τα γράψω στις ιστοσελίδες μου. Αναπνέω μόνο για να εκπέμπω σε άλλες συχνότητες ερτζιανών.

Η τρύπα μέσα στη τρύπα.