Ρόιδο

ΧΘές η Α δεν θα πήγαινε στο μαγαζί και μας παρακάλεσε να πάμε εμείς. Καλό καιρό είχε, πήγαμε κατά τις 10.00. Ηταν και η κόρη του συνέταιρου εκεί, η Βίκη, της είχαμε πάρει γλυκά για το καλως όρισες και πλαστικά πιατάκια, κουταλάκια για να μη παιδεύεται, κάποια στιγμή που δεν είχε πελάτες καθίσαμε και τα φάγαμε και μιλάγαμε και ήταν ωραία. Μετά βγήκα εγώ μπροστά και πήγανε ο Β και η Β πιο πίσω για να της δείξει κάτι βιβλία παραγγελιών με ειδικούς πελάτες που έχουν κινητικά προβλήματα και τους πηγαίναμε στο σπίτι τις παραγγελίες. Πήραν τα γλυκά τους και τους καφέδες τους μαζί, κάτσανε σε ένα τραπεζάκι που έχουμε και κόβουμε υφάσματα και μελέταγαν. Την έκφραση σπάζει ο διάλος το πόδι του τη ξεύρετε;  

Κάνει μία απότομη κίνηση η Βίκη και της πέφτει ο καφές επάνω της, πάνω στη φούστα της, πετάγεται ο Β επάνω, τρέχει παίρνει μιά πετσέτα της κουζίνας, τη βρέχει και γυρίζει να τη σκουπίσει το ύφασμα για να μην αφήσει λεκέ. Εγώ δεν μπορούσα να βοηθήσω είχα πελάτη, είδα όμως τι έγινε. Και μάλιστα του είπα να βρέξει το πανί λίγο. Την ώρα που ήταν σκυμμένος -γονατισμένος στο πάτωμα και της έτριβε τη φούστα – και εκείνη αναψοκοκκινισμένη να του λέει » δεν πειράζει, μη σκύβετε’  – ανοίγει η πόρτα και μπάνει ο ΧΑΝΟΣ, δηλαδή ο γιός μου ο Μάρκος.  Με μιά ματιά «εκτίμησε» τη κατάσταση και έγινε έξαλλος. Είδε

α) Το μπαμπά του σκυμμένο στα μπούτια της Βίκης, β) Τη Βίκη, να κρατάει τον άντρα μου απο τους ώμους (για να τον σηκώσει)  να έχει κοκκινήσει και λέει ασυναρτησίες γ) εμένα να κρατάω το φανάρι και δ) τον εαυτό του ενδοοικογενειακό ΚΕΡΑΤΑ.  

Αρχισε να ουρλιάζει. Στη αρχή δεν κατάλαβα τι έπαθε, δεν έγινε και τίποτα, λερώθηκε η κοπέλλα και της καθαρίζει τη φούστα, σαν κόρη του την έχει τη Βίκη, μαζί σας μεγαλώσαμε γιέ μου, τι έπαθες; Ο Μάρκος χύμηξε προς το τραπέζι, άρπαξε τον μπαμπά του και τον πέταξε κάτω με μιά μπουνιά (ευτυχώς στα μαλακά), μη σε δώ να την αγγίζεις θα σε σκοτώσω παλιόγερε, και εσύ μωρή, εγώ δεν σου φτάνω ολόκληρος άντρας με 20 πόντους (πω!πώ ρεζίλι) θές και τον πατέρα μου. Πετάχτηκε η Βίκη επάνω κατακόκκινη απο θυμό, δεν ντρέπεσαι γαϊδούρι, του λέει, ο άνθρωπος να με βοηθήσει ήθελε, τσάφ! του αστράφτει ένα φούσκο. Μετά έσκυψε, ή μάλλον σκύψαμε γιατί είχα έρθει κοντά να σηκώσουμε τον Β που είχε χάσει την ανάσα του!.  Ηρθαν και οι δύο πελάτες που ήταν μέσα και βοήθησαν αν και είχαν λυθεί στα γέλια, τον σηκώσαμε, τον καθίσαμε, του φέραμε ένα ποτήρι νερό.  Ο Μάρκος, στήλη άλατος!

Αφού κάπως συνήλθαμε όλοι απο την ατραξιόν, φύγανε οι πελάτες μέσα στη καλή χαρά, πέρα απο το εμπόρευμα είχαν και ιστορία να λένε, ο Μάρκος ζήτησε συγνώμη απο εμένα, απο τον μπαμπά του και μετά ΓΟΝΑΤΙΣΕ μπροστά στη Βίκη (σας έχουν έρθει ποτέ γέλια στο λάθος σημείο και πρεπει να τα καταπιείτε;) και της έδωσε γή και ύδωρ.  

Σήμερα δεν πήγαμε στο μαγαζί. Θα φάμε το βράδυ έξω με τον Β, έχει κλείσει τραπέζι. Χθές το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε, πόναγε λίγο ο ώμος του απο τη μπουνιά αλλά και απο την ανησυχία..για το » σε ποιόν απο τους δυό μας έμοιασε» και δεν εννοώ το γυροβόλημα γιατί και οι δυό μας γυρίζαμε παλιά, εννοώ για την έλλειψη μυαλού. Και ο Β είναι έξυπνος και εγώ ήμουνα και παραμένω ξύπνια. Κανένα βλάκα δεν έχουμε στο σόϊ. Σχιζοφρενή είχαμε, έναν παλιό ξάδελφο. Αλλά αυτός δεν έκανε παιδιά!.

Και πρίν κοιμηθεί λέει ο Β » Ακου 20 πόντους! Ούτε άλογο να ήταν, ο φαφλατάς»!