Παιχνίδια ζωής

Μου ζήτησε η Ζουζούνα να γράψω κάτι για τα παιδικά μου παιχνίδια. Το θέμα μου έφερε αναμνήσεις σαν τα πικραμύγδαλα, άλλες γλυκιές, άλλες πικρές.  Δυστυχώς δεν έχω πιά κανένα απο τα παιδικά μου παιχνίδια, χάθηκαν όλα σε μετακομίσεις ή έλιωσαν απο τη φθορά. Ετσι έψαξα στο διαδίκτυο για φωτογραφίες.

Μεγάλωσα στην Αθήνα, στη Καλλιθέα στο ύψος της Χαροκόπου Σχολής. Ο πατέρας μου ήταν Αθηναίος με τους γονείς του να ζούν στο Θησείο, κοντά στον Αγιο Φίλιππο. Το σπίτι τους το θυμάμαι λίγο γιατί κάποια στιγμή το απαλλοτρίωσε η Αμερικανική Αρχαιολογική Εταιρεία και με τα λεφτά πήραν ένα οικόπεδο στο Φάληρο, δίπλα στη θάλασσα. Ο παπούς μου ήταν δάσκαλος και η γιαγιά δασκάλα, είχαν 4 κόρες και έναν γιό, τον πατέρα μου τον Μάρκο.  Ο πατέρας μου δούλευε στο Δημόσιο όταν γνώρισε τη μητέρα μου που ήρθε πρόσφυγας απο τη Μικρά Ασία. Ηταν παντρεμένη με άλλον η μάνα μου, αλλά ο άντρας της χάθηκε και δεν πρόλαβε ν’ ανέβει στα καράβια. Γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν. Κάνανε 2 κόρες και 2 γιους. Εγώ ήμουνα η μεγάλη κόρη, η πρωτότοκη, που εκτελούσα καθήκοντα νταντάς, μαμάς, δασκάλας για τους άλλους. Η μάνα μου ήταν πολύ νοικοκυρά, ήξερε να περιποιείται τους άλλους, να γυρίζουν στο σπίτι και να νοιώθουν βασιλιάδες, με το ωραίο φαγί, προσεγμένα τραπεζομάντηλα, ασπρόρουχα, δαντέλες, χαρούμενη σύζυγος, καλοβαλμένα ευγενικά παιδιά. Ο πατέρας μου ήταν κουβαλητής, έφερνε δώρα στη μητέρα μου, μαζί με μία σακκούλα τρόφιμα κάθε μέρα και πολλά παιχνίδια για τα παιδιά. Εφερνε κούκλες κοκκάλινες για τις κόρες, ή κάτι άλλες που είχαν πρόσωπα και χέρια απο πεπιεσμένο χαρτί και τα σώματα μαλακά απο νήματα, για τους γιούς σιδερένια στρατιωτάκια, καράβια και όπλα ξύλινα, μαζί με σπαθιά. Είχαμε στο δωμάτιο μας ένα ξύλινο αλογάκι που κουνιώμασταν όλοι μαζί, κούκλες με ωραιότατα φορέματα, τα έραβε η μητέρα μας και αργότερα τα έραβα εγώ, η αδελφή μου βαριόταν να κάνει οτιδήποτε, μόνο στον καθρέφτη καμάρωνε τα μπλέ μάτια της και το όμορφό της πρόσωπο. Οι κούκλες ερχόντουσαν σε μεγάλα κουτιά τυλιγμένες σε πολύχρωμα θροϊζοντα χαρτιά, δεν χορταίναμε να τις κυττάζουμε με τα πανέμορφα προσωπάκια τους. Τις έσφιγγα στην αγκαλιά μου και τις λάτρευα.  Ποτέ δεν έσπασα μία, όλες ήταν για μένα μικρές θεές.

Τα αδέλφια μου και εγώ βγαίναμε στο δρόμο και παίζαμε με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς, χωριζόμασταν σε κορίτσια και αγόρια. Παίζαμε κουτσό, μήλα, κρυφτό, παίζαμε τις μαμάδες, νανουρίζαμε τις κούκλες μας, βρίσκαμε αυτοσχέδια φύλλα για πιάτα, χαλίκια και πετρούλες για στολίδια, αναπαραστούσαμε κάθε μέρα αυτά που ακούγαμε σπίτι μας, μέχρι και κηδεία οργανώσαμε όταν πέθανε η γιαγιά μου, ράψαμε μαύρα σάβανα στη κούκλα και ψέλναμε στο δρόμο για τη ψυχή της. Τα αγόρια παίζανε αμπάριζα (πετροπόλεμο) και συχνά γυρίζανε σπίτι ματωμένα και η μητέρα τα έδερνε, βώλους και γκαζές (μεγάλοι βώλοι), κλέφτες και αστυνόμους και τις βροχερές μέρες μαζευόμασταν σπίτι και ζωγραφίζαμε με κάτι μαλακά χρώματα που λέρωναν τα χέρια μας.    ΄

Και μετά που γύριζε ο μπαμπάς, τρώγαμε και καθόμασταν γύρω απο το ραδιόφωνο όπου ακούγαμε ότι έπαιζε ο μοναδικός σταθμός. Ο μπαμπάς διάβαζε εφημερίδα, η μαμά επλεκε, έραβε, κένταγε, εμείς παίζαμε στο πάτωμα κύβους, τα αγορια με τα τραινάκια τους, ταϊζαμε τις κούκλες μας και καμμιά φορά και καρπαζιές.

Τα πικρά

Τα δύο μου αδέλφια, τα αγόρια δεν ζούνε πιά, ο μικρός πέθανε το 1939 απο ιλαρά και ο μεγάλος πάτησε μία νάρκη μετά τον πόλεμο.  

Μήπως θα ήθελαν οι An-lu, Tassoula, Giotavita, Kwlogria, Katerina ante portas, Maria, η χελώνα και η φίλη απο καρδιάς η daisy,  ο agorafovia και ο Σωτήρης να γράψουν για τα παιχνίδια των παιδικών τους χρόνων;

Advertisements