Συκοφάντες μπαστούνια

Διαβάζω αυτά που γίνονται με το press-gr, διαφορες εφημερίδες έγραψαν, ήδη βγήκαν οι πρώτοι στα παράθυρα για τσιμεντοποίηση. Συνήθως δεν γράφω εδώ τις απόψεις μου για τα γενόμενα στην Ελλαδα, για το πρές όμως θα κάνω εξαίρεση. Το κυττάω και το διαβάζω αλλά δεν σχολιάζω. Πιστεύω ότι  ποτέ δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά που σιγοκαίει απο κάτω.

Δίνεις βάση σε συκοφαντίες; Βεβαίως και δίνω. Ολη η Ελλάδα δίνει, γι’ αυτό κολλάμε τα μούτρα μας πάνω στο γυαλί και χάσκουμε για τους Θεμο-μάκηδες, Ζιμενσάδες, Μακεδονίες και Ζαχοπουλιάδες.  Είμαστε κουτσομπόλικος λαός, αυτός που θα βγάλει τη «μεγαλύτερη» είδηση είναι και ο καλύτερος  – δώστου δέρνονται οι δημοσιογραφίσκοι απο κάτω. Οι άσημοι-μη ποιοτικοί  δημοσιογράφοι θα κάνουν τα πάντα για να τραβήξουν τα φώτα της τηλεθέασης επάνω τους. Για το χρήμα βεβαίως. Ο Ευαγγελάτος δεν έπαιρνε τον ίδιο μισθό που παίρνει τώρα πρίν 15 χρόνια, έτσι δεν είναι; Πιστεύω ότι είναι ικανοί να αλληλο-κατηγορούνται μόνο και μόνο για το πολύτιμο κασέ τους. Μετά ‘συγνώμη λάθος» πάλι φίλοι γίνονται-όλα ξεχνιώνται.  

Το πρόβλημα της Κυβέρνησης είναι ότι το παίζει «Φάρμα των Ζώων» ή πώς μερικά ζώα έχουν περισσότερα δικαιώματα απο τα άλλα. Οι επώνυμοι να αλληλο-συκοφαντούνται, πήρες 5 εκατ. ευρώ-που τα βρήκες-δεν τα πήρα κανένα πρόβλημα – επώνυμοι είναι άφες ημίν. Στο τέλος ο λαός θα τους συγχωρήσει,  ο λεβέντικος ελληνικός λαός που κολλάει στα σκάνδαλα και όχι στην ουσία – Μακεδονία.  Οι δημοσιογράφοι που ακολουθούν τη γραμμή των κυβερνήσεων, μαθαίνουν και βελάζουν με παλμό. Εδώ να βελάζεις, εδώ…όχι. Επίσης οι μπλόγκερς-νεοσύστατοι δημοσιογράφοι που δημοσίευσαν τις σκέψεις τους σε βιβλία, υπόκεινται σε υποδείξεις. Δεν μπορείς πλέον κυρία μου να γράφεις στη γλώσσα του λιμανιού, για τις «γκάβλες σου», η ράμπα σου λέει ΚΛΕΙΣΕ ΤΟ! Μπράβο καλό μου κορίτσι, ρούφα τ’ αυγό σου τώρα!

Για να εξηγήσει κάποιος και σε μένα τη γραία, πώς επιτρέπονται οι συκοφαντίες της Ζαχοπουλιάδας και απαγορεύονται οι του πρές-gr; Το πρόβλημα με το πρές είναι ότι οι συγγραφείς  είναι ΚΑΙ ανώνυμοι ΚΑΙ ανεξάρτητοι. Δεν ζούν υπό την ΑΙΓΙΔΑ κάποιου οργανισμού που θα τους φρενάρει τη σκέψη και θα τους κλείσει το στόμα.  Μαύρα πρόβατα. Χαλάνε το ιμάζ, την ομοιομορφία. Πάταξη. Μπορεί τα μαύρα πρόβατα όντως να εξεβίαζαν. Μαύρα είναι το τραβάνε το σκοινί. Κακό του κεφαλιού τους. Μπορεί να μην εξεβίαζαν και να τους φόρτωσαν τον εκβιασμό για να τους κλείσουν. Η τιμωρήσουν για παραδειγματισμό. Μπορεί να θέλουν να μαντρώσουν την επόμενη γενιά που ακολουθεί τα βήματα της προηγούμενης. Τώρα ανώνυμα συκοφαντεί, αύριο θα το κάνει και επώνυμα. Ετσι η Ελλάδα μας ταξιδεύει, σε χώρους χλοερούς. Πρόβατα οι τηλεθεατές τρώμε τα χόρτα των καναλιών.

Απο την άλλη είναι οι Αμερικάνοι με τα πυρηνικά στα Βαλκάνια, το Κοσσυφοπέδιο, τα Σκόπια, ..το μέλλον μας. Η Ελλάδα βεβαίως ούτε βλέπει ούτε ακούει..μέχρι το λαιμό βουτηγμένη στα πάθη της.. Μη τους ακούτε τους ξένους..συκοφαντίες είναι όλα. Και τα βραστά μας αυγουλάκια, ρουφυχτά πάντα. Κάνουν καλό στις φωνητικές μας χορδές.

,

  

Advertisements

Ημερολογιακά

Αυτές τις μέρες έτρεχα. Παρόλλα τα κιλάκια μου. Οχι στον ταινιόδρομο του γυμναστηρίου, στους δρόμους. Αφείστε που κατέληξα ότι ο ταινιόδρομος δεν μου αρέσει, δεν έχει και νόημα να περπατάω σε κάτι που γυρίζει ενώ στέκομαι στην ίδια θέση. Εχει λογική, είναι όμως και παράλογο. Επειδή όμως η ζωή μου έχει κάποια χροιά του παραλόγου, ας μην επεκταθεί και σε αυτό. Το μήνα που πλήρωσα θα τον κλείσω, αλλά το Μάρτιο δεν θέλω να πάω. Θα πρέπει να το διαπραγματευτώ αυτό με τη Μ. Να το χειριστώ καλά για να μη φωνάζει.

Μπήκε η συμπεθέρα στο νοσοκομείο, έκανε την εγχείρηση, δεν βγήκε ακόμη μάλλον τη Τετάρτη θα βγεί, έχει αρχίσει να περπατάει παρόλλους τους δυνατούς πόνους. Πηγαίνω και τη βλέπω σχεδόν κάθε μέρα. Να τη βοηθήσω, να της φτιάξω κάτι καλύτερο φαγητό, να την κάνω παρέα. Οχι πως δεν τη βλέπουν και άλλοι, αλλά να, τα πρωϊνά δουλεύουν. Τα σαββατοκύριακα πάνε εκείνοι, τις καθημερινές ο Β και εγώ.

Ηρθε και η κόρης η Βάσω απο το νησί, τρομάξαμε που την είδαμε, δεν τη γναναώρισα, σκελετός έχει γίνει, καμμία σχέση με τη κοπέλλα που θυμάμαι το καλοκαίρι. Εχει ένα κουρασμένα άδειο βλέμμα, όλο μάτια. Επεσε κλαίγοντας στην αγκαλιά μας. Την παρέλαβε αμέσως η γιατρός μας, ελάχιστα τη βλέπουμε πιά. Μακάρι να βρεί το δρόμο του το κορίτσι μας.   

Γίνονται πράγματα στο σπίτι μας. Απορώ, επειδή συμβαίνουν στους άλλους, τα θεωρούσα όμως μιά χαρά δεδομένα όταν συνέβαιναν σε μένα. Ο Μάρκος, η Α και η Βίκη κάνουν στενή παρέα. Πολύ στενή. Σαν κορσές που φοράγαμε παλιά. Πιο στενή δεν γίνεται.  Κάνανε ένα όμορφο τρίο. Είναι ευτυχισμένοι. Και ερωτευμένοι. Το λένε, δεν το κρύβουν. Μεταξύ τους είναι ερωτευμένοι. Και το μαγαζί δουλεύει ρολόι.

Ο Πέτρος και η Μ κάνουν πως δεν βλέπουν, ο Β και εγώ έχουμε γίνει κουφοί, στραβοί, ανήξεροι. Ετσι κι αλλιώς τα νιάτα θεωρούν ότι άπαξ και γεράσαμε, το κλειδώσαμε και περιμένουμε να παντρευτούμε το Χαρο. Μας βολεύει αυτό. Δεν παίρνουμε θέση. Ο Β ζαχαρώνει να αποκτήσει και άλλο εγγόνι. Αυτό δεν μ’ αρέσει γιατί θα ανακατευτούν οι πρώην συνέταιροι και δεν ξέρω πώς θα το πάρουν. Ευτυχώς έχουν ανακαλυφθεί τα προφυλακτικά. Καλή τους ώρα.

Κατα τ’ αλλα όλα καλά! 

Μπάλ Μασκέ

Την παλιά προπολεμική εποχή ο κόσμος έκανε πολλές βεγγέρες, δεν υπήρχε τηλεόραση, οπότε οι Αποκριές γιορτάζοντο με πολύ κέφι και εφευρετικότητα. Η μάνα μου μήνες πρίν έραβε τα κοστούμια που της παράγγελναν οι κυράδες, να ντυθούν αυτοκράτειρες, μάγισσες, πιερόττοι και κολομπίνες, κυρίως ντόμινο ζητάγανε που ήταν μαύρα σατέν ή και χρωματιστά για να πάνε στα Μπουρμπούλια και να χαρούν. Τα μπουρμπούλια ήταν χορoί όπου  όλοι κι όλες σκεπασμένοι με τα ντόμινο και μάσκες + γάντια πήγαιναν , δεν ήξερες με ποιόν χόρευες, ευκαιρία γνωριμιών με γνωστούς-αγνώστους ενώ ο έρωτας ήταν το επόμενο βήμα. Και κανένας δεν έλεγε τίποτα για τα τυχόν κέρατά του/της.  Στη Κατοχή οι αποκριές δεν γιορταζόντουσαν, ο κόσμος υπέφερε, μετά ήταν ο Εμφύλιος, πάλι φασαρίες. Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 ο κόσμος άρχισε να ξεθαρρεύει και να ξαναζεί. Οι γονείς μου ντυνόντουσαν μασκαράδες και πήγαιναν σε φιλικά σπίτια με τα πόδια ή μπαίναν μασκαρεμένοι στα λεωφορεία, μαζί με πολλούς άλλους και κάνανε πολύ γέλιο. Στις γειτονιές πέρναγε ο καρνάβαλος και όλοι του πέταγαν τρόφιμα και σερπαντίνες, επίσης πέρναγε και ο Τσέλιγκας που ήταν ένα μασκαρεμένος βοσκός καβάλα σε ένα σκουπόξυλο που στη κορυφή είχε κεφάλι γαϊδάρου. Πλήθος παιδιών τον ακολουθούσε με γέλια και πειράγματα. Θα σας γράψω μία προσωπική εμπειρία.

Θυμάμαι αρχές του ΄’60 μόλις είχε γεννηθεί ο Πέτρος, είχαμε οργανώσει στο σπίτι μας χορό μεταμφιεσμένων. Είχα ράψει το δικό μου κοστούμι, που ήταν χανούμισα με πέπλα, έξω στομάχι, σαλβάρια και κόκκινα πασουμάκια με γυριστές μύτες, είχα ράψει και του παιδιού, νομίζω κάου μπόη τον είχαμε ντύσει τότε, είχαν έρθει και τα πεθερικά μου να γιορτάσουν μαζί μας, η πεθερά μου ντύθηκε άντρας (ήταν πολύ ψηλή) με μουστάκια και μπερεδάκι στραβό και στο παντελόνι της είχε κρεμάσει/ραψει ένα γουδοχέρι δεμένο με ένα σπάγγο. Κάθε που την πλησίαζε μία γυναίκα, τράβαγε το σπάγγο και ΝΑΑΑ της σηκωνόταν το γουδοχέρι σαν ανδρικό μόριο αλλά πελώριο και πεθαίναμε στα γέλια.  Πρίν έρθει στο πάρτυ μας είχε μπεί και σε λεωφορείο, όπου ανεβοκατέβαινε το γουδοχέρι πρός μεγάλη ευθυμία των επιβατών.

Ο πεθερός μου όμως και ο Β είχαν αποφασίσει να φτιάξουν ένα γάϊδαρο που θα κυκλοφορούσε και θα πείραζε τον κόσμο. Εφτιαξα το κοστούμι, δηλαδή ένα μεγάλο ύφασμα που θα τους έφτανε μέχρι τα γόνατα, βάλαμε ένα κεφάλι γαϊδάρου μπροστά με μάτια σχισμές, κόλλησα και μιά ουρά, μιά χαρά ήταν.  Είπαν να πάει ο πεθερός μπροστά, να είναι το κεφάλι και ο Β πίσω να είναι πισινός και πόδια. Με αυτή την εντύπωση έμεινα, το είχα πεί κιόλας σε μερικές φίλες. Οταν όμως δοκίμασαν το κοστούμι, αποφάσισαν τη τελευταία στιγμή ν’ αλλάξουν γιατί ο Β ήταν ψηλώτερος, οπότε πήγε εκείνος στο κεφάλι και ο πεθερός που ήταν και χοντρούλης πήγε καπούλια.  Και βγαίνει ο γάϊδαρος στο σπίτι και χυμάμε όλες μας να του κλωτσάμε τον πισινό, μερικές τον καβάλλησαν, του βάζαμε και  χέρι..νομίζοντας ότι είναι ο Β, ιδιαίτερα εγώ το τι του είχα κάνει δεν λέγεται..γιατί στις Αποκριές τα ήθη ήταν πιο ελεύθερα. Ευτυχώς όταν έγιναν τα αποκαλυπτήρια του γαϊδάρου, ήμουνα στη κουζίνα, άκουγα όμως. Αποκαλύφθηκε ο πεθερός πίσω και ο Β μπροστά, ένας πεθερός «αναμμένος» που άρχισε να ψάχνει τις γυναίκες και να σηκώνει φούστες για τα κόκκινα τούρκικα πασουμάκια που τον είχαν «τσουρουφλίσει» χρόνια είχε να του σηκωθεί τόσο..»και εγώ να δείτε τι θα της κάνω αυτής της τσούπρας που μου έφαγε τ’ αρχ@@»..έντρομη χώθηκα στο δωμάτιό μας και έβγαλα τα πασούμια και ξυπόλητη εμφανίσθηκα μη γίνω ρεζίλι. Και δώστου ο πεθερός να ψάχνει και να πιάνει γάμπες.. ενώ εγώ έκανα τη πάπια και να γελάνε όλοι γιατί εκτός απο τον πεθερό όλοι ήξεραν τα καθέκαστα. Εμεινε στα χρονικά ο γάϊδαρος. Η πεθερά το έμαθε αλλά δεν ξέρω αν του το είπε ποτέ.     

Να σας παραθέσω και 2 τραγουδάκια που βρήκα. Είναι όμως ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΓΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥΣ.

Τα βρήκα εδώ

Αιντε, καλή αποκριά!

Διαδρομές

dsc02639.jpgdsc02643.jpgdsc02642.jpgdsc02645.jpg

Καθε που πηγαίνω στο κέντρο της Αθήνας αισθάνομαι άλλος άνθρωπος. Εικόνες και ιδέες πετάγονται απο παντού, πώς είμαστε, πώς είναι η ιδιοσυγκρασία μας παρόλλες τις προτροπές των άλλων, πώς μας πιέζουν να γίνουμε και τι γινόμαστε τελικά. Πήρα και τη φωτογραφική μου μηχανή μαζί, έβγαλα πολλές φωτογραφίες οι περισσότερες κουνημένες, αυτές ήταν οι πιο καλές.

1) Περπατάω στη Σόλωνος, τα καταστήματα γεμάτα αγαθά, πλούσια τα ελέη μέσα, απο βιβλία μέχρι κορνίζες και λεκάνες, απο ρούχα μέχρι καφάσια με λεμόνια, για όλες τις ανάγκες.  Ο εαυτός του Ελληνα πλούσιος, άπειρα τα καλούδια έχουμε κρυμμένα μέσα μας, δεν τα κρατάμε όμως έτσι, τα απλώνουμε στον ήλιο σαν τραχανά, τα απλώνουμε στον αέρα σαν φρεσκοπλυμμένη μπουγάδα, όλοι να μας βλέπουν και αντίστοιχα τη μπουγάδα των άλλων να κυττάμε. Δεν είναι κακό, αντίθετα αισθάνομαι ικανοποιημένη. Μαζί με τους άλλους στριμώχνομαι να δώ, να ψαχουλέψω, ν’ αγγίξω ίσως πάρω και κάτι ίσως όχι δεν έχει σημασία το τελικό αποτέλεσμα. Οχι για μένα. Προτιμώ το ψάξιμο για κάτι που δεν χρειάζομαι, δεν με ενδιαφέρει, που μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό και που θα αποκτήσω όταν το δώ.

2) Υποχρεωτική η στάση μου στο City Link. Στη Μ δεν αρέσει, δια της βίας τη τραβάω να μπώ μέσα να το οσμισθώ. Θέλω να καθίσω να φάω κάτι εκεί, να ελευθερώσω τα μάτια μου και να δώ πώς θέλει η Ευρώπη να γίνουμε. Ψυχή ζώσα στους ευρύτερους χώρους και τα μαγαζιά όλα τα έχουν κλειδαμπαρωμένα. Αν θές να δείς πρέπει να μπείς. Αλλα και εκεί δεν έχει ψαχούλεμα, ευγενικές πωλήτριες σε προλαβαίνουν απο το κεφαλόσκαλο, «τι θα θέλατε;» «μπορώ να βοηθήσω;» λένε και με τον τρόπο τους υπονοούν «ΔΕΝ θα αγγίξεις τίποτα – Ευρώπη ρούλζ». Αλλος άνεμος φυσαει εδώ. Καθόμαστε στο πρώην Brazilian, όλο ξεχνάω το νέο του όνομα. Οι άνθρωποι ίδιοι εκεί, είναι η θέση που τους τραβάει όχι η νεο-γλαμούρα. Βγάζω πακέτο τσιγάρα. Η Μ με αγριοκυττάει. Το ξαναβάζω μέσα – άστο. Τουλάχιστον θα πιώ καφέ, τριπλό με όλα τ’  απαγορευμένα, κρέμες, φουντούκια, σιρόπια. Δεν θα μ’αγριοκυττάξεις πάλι, έτσι δεν είναι; 

3) «Η ειρήνη είναι εφικτή» λέει ένα πόστερ κολλημένο σε τοίχο και προωθεί μία συγκέντρωση κάπου. Μα ειρήνη έχουμε, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Στον κόσμο όλο όχι. Ευτυχώς που δεν έχουμε γιατί θα είχαμε βαρεθεί να ζούμε. Χρειάζεται να χάσεις για να εκτιμάς. Πεθαίνουν άνθρωποι, μωρά-γυναίκες, γέροι. Και άλλοι γεννιώνται. Είναι άδικος ο πόλεμος. Ο οποιοσδήποτε πόλεμος. Ο άνθρωπος όμως δεν θέλει ειρήνη προτιμάει το αίμα των άλλων για να έχει κάτι να ασχολείται. Ετσι είμαστε, ας το δεχθούμε.  

4) Η Μ βγάζει φωτογραφίες τις καρδιές της Αθήνας, λουλούδια, στιγμιότυπα. Κυττάζει ίσια μπροστά της ή κάτω. Εμένα μ’ αρέσει να κυττάζω επάνω. Τα μπαλκόνια των ανθρώπων και τις ταράτσες τους. Τα σπίτια μέσα μπορεί να είναι οι μικροί μας Παράδεισοι, τα μπαλκόνια μας η Κόλασή μας. Υπάρχουν μπαλκόνια πνιγμένα στα άνθη. Αυτό όμως της φωτογραφίας με συνετάραξε. Το μικρό εικονοστάσι είναι για να μπεί στη θέση που η τύχη, η ατυχία, η αμέλεια πήραν μιά ζωή. Ενα τέλος εποχής.

Η βόλτα έτσι τελειώνει. Ο εισπράκτορας μιάς άλλης εποχής λέεκ «τέρμα τα δίφραγκα».  

Κουβέντες εδώ..κουβέντες εκεί..

που τις ακούω να πέφτουν στον αέρα σκόρπιες, δεν απευθύνονται σε εμενα, απλά αιωρούνται σε κενά αέρος. Συγκεντρώνονται στη μνήμη μου και με στοιχειώνουν τις νύχτες που πότε κοιμάμαι, πότε ξυπνώ και αναλογίζομαι.

 Λέει η Α. «Πάντα τρελούτσικη ήταν η Βάσω, πότε στα πάνω της χάριζε λουλούδια σε όλους, πότε στα κάτω της και μας βρόνταγε τη πόρτα στα μούτρα» – «Πάντα με τη Βάσω ασχολείστε μαμά-μπαμπά, ενώ εγώ σε δεύτερη μοίρα και ας ήμουνα η μεγαλύτερη» – «Δύο εγγόνια σας έκανα, μπααα! με το Γιώργο (γιός Βάσως) πάντα θα ασχολείστε, πώς και δεν έχει παντρευτεί, γιατί δεν θέλει τις γυναίκες, σταβομάρα έχετε όλοι σας, δεν τον παρατάτε στην ησυχία του, τον τρελλάνατε τον άνθρωπο, πόσο μακριά θα φύγει πιά» –  «Για τα κέρατα που της φοράει ο Νικήτας, δεν μιλάτε, αρκεί να μη χαλάσει το στεφάνι της, τι θα πεί ο κόσμος, κατάντια βρεεεε» – «Και το δικό μου το στεφάνι κάργα κέρατα έχει, ούτε και γι’ αυτό μιλάτε, τι θα πεί ο κόσμος» – «Εξω όλοι σας να μη σας βλέπω».

Λέει ο Μάρκος » Ολα τα είχαμε, οι ζουρλοί μας έλειπαν» – «Ασε Α, κάτσε με τη μάνα σου εσύ, θα πάω εγώ στο μαγαζί να βοηθήσω τη Βίκη» – «Μη σε νοιάζει , ξέρω, μωρό είμαι; θα προσέχω».

Λένε τα εγγόνια «Τώρα δέσαμε γιαγιά, δεν χρειαζόμαστε το Ζαχόπουλο, θα ασχοληθούμε με τα οικογενειακά μας» – «Θα έρθει και η τρελλή να βάλει μυαλά στους λογικούς».

Λέει η Μ » Βρε μητέρα, δεν τους αφήνεις όλους να πάνε να κουρεύονται; Αρκετά ασχολήθηκες, δεν πάμε καμμιά βόλτα;» Και αυτό το τελευταίο θα κάνω. Φεύγουμε σε 1 ώρα πάμε τσάρκα στην Αθήνα. Θα πάρω και τη φωτογραφική μου μαζί.  Α μα πιά!  

Γρήγορα

Ραγδαία η εξέλιξη επι του θέματος της Βάσως. Μίλησα με τη γιατρό ανήμερα Σάββατο, δεν το καθυστέρησα καθόλου γιατί αναστατώθηκα. Μόλις η ψυχίατρός μας άκουσε την ιστορία μου, σηκώθηκε και πήγε στο σπίτι της συμπεθέρας, για να αποκτήσει μία πιο σφαιρική εικόνα. Απ’ότι έμαθα, μιλάγανε για πολλές ώρες μαζί και με τον μπαμπά της κοπέλλας.

Η εγχείρηση της συμπεθέρας θα γίνει την άλλη Τρίτη, επίσημα όμως πρέπει να εισαχθεί το σαββατοκύριακο στο Νοσοκομείο. Μετά απο προτροπή του ψυχιάτρου, κάλεσε την κόρη της κοντά της, τη Βάσω δηλαδή, ότι τάχα αισθάνεται την ανάγκη της για να ανταπεξέλθει την αγωνία του χειρουργείου. Η Βάσω θα πάρει άδεια απο το Νοσοκομείο που δουλεύει (είναι μικροβιολόγος) και θα έρθει Αθήνα. Η εγχείρηση της μητέρας της είναι μεν ρουτίνα, αλλά έχει επίπονο μετεγχειριτικό στάδιο, θέλει βοήθεια. Η άλλη της κόρη, δηλαδή η Α, με την δικαιολογία του μαγαζιού δεν μπορεί να βοηθήσει, έτσι κι αλλιώς ενημερώθηκε απο τη ψυχίατρο να απέχει, ώστε να τη φέρουμε Αθήνα.

Δέν ξέρω τι θα γίνει όταν έρθει εδώ η κοπέλλα, η γιατρός δεν με ενημέρωσε, με απλά λόγια όμως μας είπε ότι είναι μία κρίσιμη κατάσταση, που απαιτεί διάφορες εξετάσεις, άλλες νοσοκομειακές και άλλες της ψυχικής υγείας. Ολες χρονοβόρες με άγνωστα αποτελέσματα. Μας ζήτησε να μην αγχωνόμαστε, να είμαστε όσο φυσικοί είμασταν παλιά, π.χ. το καλοκαίρι που πήγαμε στο νησί, ήταν και η Βάσω, ο άντρας της ο γιός της, κανένα πρόβλημα δεν καταλάβαμε. Παράλληλα με την εγχείρηση της μητέρας της, η ψυχίατρος θα κάνει τη προσέγγισή της. Ισως τα πράγματα να είναι έτσι όπως μας τα είπαν, ίσως όμως να είναι αλλιώς, διαφορετικά τα βλέπει μία μητέρα, ένας γιατρός και ένας ασθενής.

Ρώτησα τι προκαλεί αυτές τις καταστάσεις, γιατί να γίνονται, φαινόταν μιά χαρά το κορίτσι, τίποτα δεν έδειχνε αυτά τα τρομερά πράγματα που μας είπαν. Η απάντηση που πήρα αόριστη. Δεν μας λέει τι πιστεύει, δεν θέλει να πεί, δεν βλέπει πως αναστατώνομαι με την άγνοια ενώ η γνώση με καθησυχάζει. Πίεσα λίγο για να μάθω, αλλά δεν απέδωσε, κύτταξε το ρολόι της, «έχω ραντεβού» μου είπε και έφυγε.

Διαπιστώνω ότι είμαι απο πολύ έως πάρα πολύ κουτσομπόλα. Με ενδιαφέρουν οι ζωές και τα γενόμενα των άλλων ανθρώπων. Η άγνοια και η έλλειψη ενημέρωσης με κάνουν να κολλάω επάνω στο πρόβλημα, μέχρι να το ξεψαχνίσω. Εδώ χρειάζεται προσοχή. Αμα έρθει η Βάσω θα τους κάνω ένα ωραίο τραπέζι για το καλωσόρισμα όπου θα παρευρεθούν οι συμπέθεροι, η Βάσω,  η ψυχίατρος και ο άντρας της,  η αδελφή της Βάσως η Α και ο γιός μου ο Μάρκος, τα εγγόνια, μία οικογενειακή γιορτούλα. Αυτές τις οδηγίες έχω. Ως εδώ.

Κατα τ’ αλλα είμαι καλά.

Ωχ!

Μιλάω με τους συμπέθερους προσεκτικά, δεν μασάω τα λόγια μου αλλά δεν τα λέω και όλα. Μένω στα γεγονότα και τις προσωπικές εκτιμήσεις τις κρατάω για τον εαυτό μου. Ανοίγω όμως τ’ αυτιά μου και ακούω. Η επίσκεψή τους στην Αθήνα ήταν μία απόφαση ζωής. Θα κάνει η συμπεθέρα μία εγχείρηση για τις φλέβες της τώρα, όμως ο κυρίως στόχος της είναι να βρεί έναν καλό ψυχίατρο για τη κόρη της. Τη μεγάλη της τη κόρη τη Βάσω. Γιατί η Βάσω έχει κατάθλιψη, έχει ατονία, κάνει εμετό ό,τι τρώει, έχει χάσει τρομερό βάρος και εκμυστηρεύτηκε στη μητέρα της ότι θέλει να πεθάνει.

Η Βάσω είναι γιατρός, με καλή δουλειά. Είναι παντρεμένη με έναν τραπεζικό υπάλληλο και ζεί στο νησί. Η Βάσω έχει ένα γιό που είναι φαντάρος και εδώ και 3 χρόνια είχε μείνει έγκυος σε ένα κοριτσάκι το οποίο απέβαλλε. Μετά την αποβολή πάει και η Βάσω..κάτι έπαθε. Τρελλάθηκε απο τη λύπη, το ήθελε τόσο το παιδάκι, είναι πραγματικά άρρωστη..ποιός να ξέρει; Επειδή είναι η ίδια γιατρός δεν πάει σε γιατρό. Λέει ότι δεν έχει τίποτα. Πέρυσι έκοψε τις φλέβες της, ευτυχώς όμως την πρόλαβαν και γλύτωσε. Φέτος τα ίδια..συνεχώς προσπαθεί να κοπεί. Και να ήταν μόνο οι φλέβες, κόβεται συνέχεια, κόβει με ένα ψαλίδι ένα κομμάτι απο το μπράτσο της, χαράζει με ξυράφια τα πόδια της, τρυπιέται με βελόνες..μου τα έλεγε η συμπεθέρα ενώ έκλαιγε με λυγμούς και εγώ να μη ξέρω τι να πρωτο-συγκρατήσω, την απέχθεια που ένοιωθα ή τη λύπη που άκουγα. Οσο για τον άντρα της Βάσως, δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα, έχει και 1-2 φιλεναδίτσες.

Ανακατεύτηκα απο τις περιγραφές (εδώ έγραψα ένα μέρος τους.) και δεν τα κατάφερα ούτε να τη παρηγορήσω αλλά ούτε και να τη βοηθήσω.  Τι να της πώ δεν ήξερα. Ούτε κανένα ψυχίατρο ήξερα. Τρόμαξα και δαγκώθηκα, όλες οι συμβουλές πήγαν περίπατο, έκλεισα το στόμα μου.

Νοιώθω πάρα πολύ μπερδεμένη