Μπάλ Μασκέ

Την παλιά προπολεμική εποχή ο κόσμος έκανε πολλές βεγγέρες, δεν υπήρχε τηλεόραση, οπότε οι Αποκριές γιορτάζοντο με πολύ κέφι και εφευρετικότητα. Η μάνα μου μήνες πρίν έραβε τα κοστούμια που της παράγγελναν οι κυράδες, να ντυθούν αυτοκράτειρες, μάγισσες, πιερόττοι και κολομπίνες, κυρίως ντόμινο ζητάγανε που ήταν μαύρα σατέν ή και χρωματιστά για να πάνε στα Μπουρμπούλια και να χαρούν. Τα μπουρμπούλια ήταν χορoί όπου  όλοι κι όλες σκεπασμένοι με τα ντόμινο και μάσκες + γάντια πήγαιναν , δεν ήξερες με ποιόν χόρευες, ευκαιρία γνωριμιών με γνωστούς-αγνώστους ενώ ο έρωτας ήταν το επόμενο βήμα. Και κανένας δεν έλεγε τίποτα για τα τυχόν κέρατά του/της.  Στη Κατοχή οι αποκριές δεν γιορταζόντουσαν, ο κόσμος υπέφερε, μετά ήταν ο Εμφύλιος, πάλι φασαρίες. Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 ο κόσμος άρχισε να ξεθαρρεύει και να ξαναζεί. Οι γονείς μου ντυνόντουσαν μασκαράδες και πήγαιναν σε φιλικά σπίτια με τα πόδια ή μπαίναν μασκαρεμένοι στα λεωφορεία, μαζί με πολλούς άλλους και κάνανε πολύ γέλιο. Στις γειτονιές πέρναγε ο καρνάβαλος και όλοι του πέταγαν τρόφιμα και σερπαντίνες, επίσης πέρναγε και ο Τσέλιγκας που ήταν ένα μασκαρεμένος βοσκός καβάλα σε ένα σκουπόξυλο που στη κορυφή είχε κεφάλι γαϊδάρου. Πλήθος παιδιών τον ακολουθούσε με γέλια και πειράγματα. Θα σας γράψω μία προσωπική εμπειρία.

Θυμάμαι αρχές του ΄’60 μόλις είχε γεννηθεί ο Πέτρος, είχαμε οργανώσει στο σπίτι μας χορό μεταμφιεσμένων. Είχα ράψει το δικό μου κοστούμι, που ήταν χανούμισα με πέπλα, έξω στομάχι, σαλβάρια και κόκκινα πασουμάκια με γυριστές μύτες, είχα ράψει και του παιδιού, νομίζω κάου μπόη τον είχαμε ντύσει τότε, είχαν έρθει και τα πεθερικά μου να γιορτάσουν μαζί μας, η πεθερά μου ντύθηκε άντρας (ήταν πολύ ψηλή) με μουστάκια και μπερεδάκι στραβό και στο παντελόνι της είχε κρεμάσει/ραψει ένα γουδοχέρι δεμένο με ένα σπάγγο. Κάθε που την πλησίαζε μία γυναίκα, τράβαγε το σπάγγο και ΝΑΑΑ της σηκωνόταν το γουδοχέρι σαν ανδρικό μόριο αλλά πελώριο και πεθαίναμε στα γέλια.  Πρίν έρθει στο πάρτυ μας είχε μπεί και σε λεωφορείο, όπου ανεβοκατέβαινε το γουδοχέρι πρός μεγάλη ευθυμία των επιβατών.

Ο πεθερός μου όμως και ο Β είχαν αποφασίσει να φτιάξουν ένα γάϊδαρο που θα κυκλοφορούσε και θα πείραζε τον κόσμο. Εφτιαξα το κοστούμι, δηλαδή ένα μεγάλο ύφασμα που θα τους έφτανε μέχρι τα γόνατα, βάλαμε ένα κεφάλι γαϊδάρου μπροστά με μάτια σχισμές, κόλλησα και μιά ουρά, μιά χαρά ήταν.  Είπαν να πάει ο πεθερός μπροστά, να είναι το κεφάλι και ο Β πίσω να είναι πισινός και πόδια. Με αυτή την εντύπωση έμεινα, το είχα πεί κιόλας σε μερικές φίλες. Οταν όμως δοκίμασαν το κοστούμι, αποφάσισαν τη τελευταία στιγμή ν’ αλλάξουν γιατί ο Β ήταν ψηλώτερος, οπότε πήγε εκείνος στο κεφάλι και ο πεθερός που ήταν και χοντρούλης πήγε καπούλια.  Και βγαίνει ο γάϊδαρος στο σπίτι και χυμάμε όλες μας να του κλωτσάμε τον πισινό, μερικές τον καβάλλησαν, του βάζαμε και  χέρι..νομίζοντας ότι είναι ο Β, ιδιαίτερα εγώ το τι του είχα κάνει δεν λέγεται..γιατί στις Αποκριές τα ήθη ήταν πιο ελεύθερα. Ευτυχώς όταν έγιναν τα αποκαλυπτήρια του γαϊδάρου, ήμουνα στη κουζίνα, άκουγα όμως. Αποκαλύφθηκε ο πεθερός πίσω και ο Β μπροστά, ένας πεθερός «αναμμένος» που άρχισε να ψάχνει τις γυναίκες και να σηκώνει φούστες για τα κόκκινα τούρκικα πασουμάκια που τον είχαν «τσουρουφλίσει» χρόνια είχε να του σηκωθεί τόσο..»και εγώ να δείτε τι θα της κάνω αυτής της τσούπρας που μου έφαγε τ’ αρχ@@»..έντρομη χώθηκα στο δωμάτιό μας και έβγαλα τα πασούμια και ξυπόλητη εμφανίσθηκα μη γίνω ρεζίλι. Και δώστου ο πεθερός να ψάχνει και να πιάνει γάμπες.. ενώ εγώ έκανα τη πάπια και να γελάνε όλοι γιατί εκτός απο τον πεθερό όλοι ήξεραν τα καθέκαστα. Εμεινε στα χρονικά ο γάϊδαρος. Η πεθερά το έμαθε αλλά δεν ξέρω αν του το είπε ποτέ.     

Να σας παραθέσω και 2 τραγουδάκια που βρήκα. Είναι όμως ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΓΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥΣ.

Τα βρήκα εδώ

Αιντε, καλή αποκριά!

Advertisements

15 thoughts on “Μπάλ Μασκέ

  1. Τότε οι Αποκριές σήμαιναν άλλα πράγματα: αφορμή για διασκέδαση όλου του κόσμου.
    Αλλη ζωή, διαφορετική.
    Σήμερα, αφορούν μονο τα παιδιά, άντε και τους έφηβους.
    Τυχερή είσαι που τα έζησες..

    καλημέρα.

  2. Αχ βρε Θεία Λένα, γέλασα με την ψυχή μου με την περιγραφή σου.Τι του κανες του πεθερού βρε παιδί μου?Θα το θυμόταν χρόνια.Όλο τέτοια γίνοταν τότε.Αξέχαστα χρόνια ,αυθόρμητος ο κόσμος.Να σαι καλα.

  3. Ωραία χρόνια! Εμείς τα ξέρουμε μόνο από περιγραφές και ταινίες .Γελάσαμε πολύ με τα κατορθώματά σας .Και η πεθερά εκδηλώθηκε θα περίμενε πως και πως τις απόκριες!!όσο για τον πεθερό τι να πρωτοσχολιάσεις!! Πάντα τέτοια!!!

  4. Οι απόκριες Θεία Λένα μου, αυτό είναι.
    Παγανιστικές τελετές για τη γονιμότητα της γης.
    (Η επικράτηση της χριστιανικής θρησκείας και της ηθικής της, αλλά και οι οικονομικές συνθήκες που επικρατούν, τείνουν να τα εξαφανίσουν όλα αυτά κα να μείνουν πιτσιρικάδες καουμπόυδες και βραζιλιάνες πάνω σε άρματα).
    Παραπέμπεις στο κείμενό σου, σε μερικά τραγούδια αποκριάτικα.
    Είναι ακριβώς τραγούδια που έχουν πολύ παλιές ρίζες και τα τραγουδούσαν και τα χόρευαν αυτή την περίοδο για το λόγο που είπα.
    (Έχω δει, τους παππούδες μου να χορεύουν το «πώς το τρίβουν το πιπέρι»)
    Προσέξτε πότε χρονικά γίνονται αυτές οι τελετές, και τι ακολουθεί μετά τις απόκριες και την Καθαρά (κάθαρση) Δευτέρα)

    Πάντως έκανα πολύ καλά που ανέβασες αυτό το σημείωμα, και βέβαια όπως πάντα το έκανες με πολύ ζωντανό τρόπο.

    Καλή σου νύχτα

  5. Αγαπητή θεία Λένα,
    σας χαιρετώ με αγάπη. Με αφορμή τις αναμνήσεις σας, που τόσο παραστατικά μοιραστήκατε μαζί μας, σας παραθέτω κι εγώ ένα κείμενο μέλους του ΚΑΠΗ μας που έγραψε για την εφημερίδα που εκδίδουμε. Αναμνήσεις, πολύτιμα κειμήλια, από μια άλλη εποχή που εμείς δεν τη ζήσαμε, αλλά πάντα απολαμβάνουμε να ακούμε να μας την εξιστορούν.

    Απόκριες του 1945

    Έφτασε και η φετινή καρναβαλική περίοδος και μαζί οι μεγάλες γιορτές και παράτες που διοργανώνει κάθε χρόνο ο Δήμος μας για τις απόκριες. Ο σκοπός μας όμως δεν είναι να περιγράψουμε τον σύγχρονο τρόπο διασκέδασης και θεάματος, αλλά να φέρουμε στη μνήμη μας την παλιά αίγλη και τον αυθορμητισμό του Αθηναϊκού καρναβαλιού.
    Το Αθηναϊκό καρναβάλι, παρά τα πενιχρά μέσα που διέθεταν τότε, ουδόλως υστερούσε σε κέφι, αυτοσχεδιασμούς, ξέφρενους χορούς και πρωτότυπες παρουσιάσεις παλαιών χαρακτηριστικών τύπων. Η εφευρετικότητα και η έμπνευση των απλών πολιτών ξεπερνούσε σε φαντασία τον πιο ευφάνταστο σκηνοθέτη θεατρικών έργων. Μια τέτοια προσωπική μου περιπέτεια, γύρω από τα αποκριάτικα γλέντια και εορταστικά δρώμενα της Παλιάς Αθήνας του 1945 θα σας περιγράψω.
    Απόκριες, λοιπόν και τότε, μετά από μια μακρά στρατιωτική κατοχή και λίγες μέρες μετά από ένα καταστρεπτικό και θλιβερό ένοπλο κίνημα που έφερε τρομακτικές και επιζήμιες επιδράσεις στο σύνολο του Ελληνικού λαού. Όμως τα νιάτα είναι νιάτα. Δεν τα φοβίζει κανένα εμπόδιο και προσπαθούν να κερδίσουν το χαμένο χρόνο των τεσσάρων ετών της Κατοχής, που όχι μόνο δεν γλέντησαν όλα αυτά τα καταραμένα χρόνια, αλλά πείνασαν και στερήθηκαν τα πάντα.
    Πρωτοετής σπουδαστής, τότε, της Α.Σ.Ο.Ε. (Ανωτάτη Εμπορική τη λέγαμε τότε) με πενιχρό χαρτζιλίκι – ύστερα από οικονομίες αιματηρές ολόκληρου μηνός – και ντάμες τις αδελφές μας και ενίοτε τις πιο στενές πρώτες εξαδέλφες μας, που γνώριζαν επακριβώς την οικονομική μας κατάσταση και πάντα πρόθυμες να τσοντάρουν και αυτές στην λύση του οικονομικού, μια φιλική παρέα επτά νεαρών και ισάρίθμων κοριτσιών, αποφασίσαμε και βάλαμε πλώρη για την Πλάκα. Την τότε όμως Πλάκα που τα ταβερνεία προσέφεραν με φειδώ φασολάδα, φάβα και, σπανίως, το πανάκριβο τότε έδεσμα: μπακαλιάρο τηγανιτό με σκορδαλιά και με ποτό την αθάνατη πλακιώτικη ρετσίνα, με έξι δραχμές, η οκά παρακαλώ, όχι το κιλό.
    Θα κάνω μια παρένθεση να περιγράψω τα όρια και την εσωτερική δομή της τότε Πλάκας και των δυνατοτήτων των ταβερνείων της περιοχής που γνώριζαν επακριβώς την οικονομική κατάσταση της πλειοψηφίας των Αθηναίων και απέβλεπαν περισσότερο στην πώληση της ρετσίνας και όχι στα ταπεινά φαγητά που ήταν ακόμη (λίγους μήνες μετά την κατοχή) δυσεύρετα και οικονομικώς απλησίαστα.
    Η περιοχή της Πλάκας τότε, κληρονόμησε τον τίτλο της πιο γλεντζέδικης περιοχής της Αθήνας, με αναρίθμητα κουτούκια ξεροσφυρικά, που πουλούσαν μόνο κρασί, αλλά και με διάφορα άλλα πιο εξελιγμένα οικονομικώς, που διέθεταν και μερικούς μεζέδες εποχής. Ακόμα και με μερικά αξιόλογα εστιατόρια, που προορίζοντο για τους εύπορους τότε Αθηναίους αλλά, κυρίως, για τους τότε πότες και γλεντζέδες ποιητές και λογοτέχνες της εποχής του μεσοπολέμου, από το 1922 μέχρι το 1940. Έκτοτε, η περιοχή της Πλάκας είναι γνωστή σαν περιοχή γλεντιού και ξεφαντώματος με αξιόλογα εστιατόρια, ταβέρνες και μπουάτ.
    Η παρέα μας, λοιπόν, των νεαρών φοιτητών και φοιτητριών, προσπαθούσαμε να βρούμε λύση στο οικονομικό αδιέξοδο και να γλεντήσουμε τις απόκριες του 1945 με τα λιγοστά χρήματα που διαθέταμε. Κάποιος πρότεινε σαν λύση την Πλάκα, και φυσικά όλοι συμφωνήσαμε, αφού δεν είχαμε οικονομικές προϋποθέσεις για περισσότερον δαπανηρά κέντρα. Φτάσαμε πολύ γρήγορα στην περιοχή της Πλάκας και περιδιαβαίνοντας τα κέντρα προσπαθούσαμε να οσμισθούμε πιο θα είναι το φθηνότερο κατάστημα, αλλά που να διαθέτει και λίγη μουσική για χορό φυσικά. Τυχαίως βρεθήκαμε έξω από το Παλαιό Πανεπιστήμιο που, ερειπωμένο πλέον, είχε ενοικιασθεί από κάποιον επιχειρηματία που το μετέτρεψε σε μοντέρνα -κατά την άποψη του- ταβέρνα με μουσική από ένα σαραβαλιασμένο πικάπ παλαιού τύπου και δύο ηλικιωμένους κιθαρίστες που έπαιζαν και τραγουδούσαν από κατοχικά τραγούδια μέχρι και τα πλέον μοντέρνα της μεταπολεμικής εποχής.
    Μέχρι τότε δεν γνωρίζαμε τίποτε για το Παλαιό Πανεπιστήμιο και την ιστορία του. Πολύ αργότερα μάθαμε ότι κατασκευάσθηκε από τον Αρχιτέκτονα Πολεοδόμο ΚΛΕΑΝΘΗ, και αρχικώς χρησίμευε για κατοικία του. Μόνο μετά την εκδίωξη των Βαυαρών, το 1843, στέγασε το Πρώτο Πανεπιστήμιο της Χώρας, που περιελάμβανε μόνο τέσσαρες σχολές: τη Νομική, τη Θεολογική, τη Μαθηματική και τη Φιλοσοφική. Ερειπωμένο πλέον, όπως και όλα τα άλλα αξιόλογα οικοδομήματα της Πλάκας και λεηλατημένο από την κατοχή, εξετέλεσε και τον έσχατόν του προορισμό: Να διασκεδάσει τις νεώτερες γενιές των Αθηναίων. Η υποδομή όμως σαν κέντρο διασκεδάσεως απογοήτευε και τους πλέον υπομονετικούς πελάτες του.
    Μπαίνοντας μέσα όμως, διαπιστώσαμε ότι ήταν αυτό που ζητούσαμε. Δυο μεγάλες αίθουσες με τα τραπέζια και τις καρέκλες στην άκρη, για να δημιουργηθεί πίστα χορού στη μέση, και όλοι οι θαμώνες όρθιοι. Ο ταβερνιάρης είχε ξεπουλήσει όλα τα φτωχά μεζεδάκια του και πουλούσε μόνο κρασί πίσω από ένα πάγκο που έκρυβε την μουτζουρωμένη κουζίνα του. Χορός, ξεφάντωμα και τραγούδι στο ζενίθ, και συνήθως διαφορετικός σκοπός στην μια αίθουσα, από την άλλη την διπλανή. Πολλές φορές, κάποιος επαρχιώτης φοιτητής με πιο τρανταχτό πορτοφόλι, ψάρευε έξω από τον δρόμο κανένα ζευγάρι περαστικούς οργανοπαίκτες που έπαιζαν κλαρίνο και ταμπούρλο. Τους έφερνε μέσα και ξεσπάθωνε ο λεβέντης με τις φιγούρες και τα πηδήματα του τσάμικου. Το ίδιο βέβαια γινόταν και με τους νησιώτες, μόνο που αυτοί προτιμούσαν πίπιζα και λαγούτο για τον λικνιστό νησιώτικο μπάλο.
    Πριν προχωρήσω στην περιγραφή του υπόλοιπου γλεντιού, δηλώνω τώρα στην ηλικία των 80 ετών, ότι θα θυσίαζα μια ολόκληρη μηνιαία σύνταξη, για να βρεθώ πάλι σ’ ένα τέτοιο γλέντι αυθορμητισμού και πηγαίου κεφιού. Είναι βέβαιον ότι αυτό το νεανικό αποκριάτικο γλέντι μας, δεν θα μπορούσε να είναι τόσο απολαυστικό, αν δεν υπήρχαν όλα τα ευγενή στοιχεία που μας χαρακτήριζαν τότε: Ποιότητα συμπεριφοράς, ευγένεια προς το ασθενές φύλλο χωρίς πονηριά, χορός ξέφρενος με όλους τους κανόνες του σαβουάρ βιβρ, καλλιεργημένοι συνδαιτυμόνες που συμφωνούσαν σε όλα, ακόμα και απαγγελίες κλασσικών ποιημάτων.
    Μόλις πριν ένα χρόνο είχε πεθάνει ο μεγάλος Κωστής Παλαμάς, τον οποίο συνοδεύσαμε με τραγούδια μέχρι τον τάφο του, εμείς, η αδούλωτη νεολαία που ξεφεύγαμε στα στενά όταν μας κυνηγούσαν οι ένοπλοι Γερμανοί κατακτητές, δεδομένου ότι είχαν απαγορεύσει τις συγκεντρώσεις κατά την νεκρώσιμη πομπή στο Πρώτο νεκροταφείο. Αλλά εκείνο το βράδυ, όχι μόνο ποιήματα του Παλαμά, αλλά και σατυρικά ποιήματα του Γεωργίου Σουρή απαγγέλθηκαν καθώς και ευγενικά και όχι πρόστυχα ανέκδοτα.
    Το επιστέγασμα, όμως, της βραδιάς ήταν ένας τύπος γύρω στα 60-70 με φράκο, ημίψηλο καπέλο, ξενικής καταγωγής, με πλούσιο μούσι, όλο ρεβεράντζες και υποκλίσεις στα κορίτσια που απάγγειλε Ελληνικά ποιήματα με πλούσια λεκτικά κόλπα αφήνοντας μας άναυδους στο τέλος. Μάθαμε αργότερα ότι καταγόταν από Βαυαρούς άρχοντες, ότι αγάπησε τον τόπο μας και απαρνήθηκε τους δικούς του. Παρέμεινε οριστικά στην Ελλάδα που αγαπούσε και ζούσε φτωχικά από μεταφράσεις Γερμανικών και Γαλλικών κειμένων.
    Κράτησα λίγους στίχους από την «κουτσομπόλα» του Γ. Σουρή, που απήγγειλε ο τύπος αυτός:

    Ξέρω τα κρυφά εκείνου
    και αυτού του σαλονιού
    και του κάθε καπελίνου
    και του κάθε φουστανιού.

    Ξέρω πράγματα πω-πω,
    που ο καθένας θα τρομάξει,
    μα δεν θέλω να τα πω,
    ο Θεός να με φυλάξει.

    Κατά τις πρωινές ώρες πλέον και εφ’ όσον οι συγκοινωνίες αργούσαν ακόμα για τα πρωινά δρομολόγια, ξεκίνησε ποδαράτο η παρέα μας από Πλάκα για Μοσχάτο, αλλά και οι φίλοι μας, άλλος για Κυψέλη, άλλος για Καισαριανή και άλλοι για Σεπόλια (αρχοντικές συνοικίες όλοι μας), σιγοτραγουδώντας Θεοδωράκη χαμηλόφωνα, γιατί μόλις προ ολίγων ημερών, είχαν απαγορευθεί τα τραγούδια του.
    Και του χρόνου λοιπόν!

    Γιώργος Δ……

    Ευχαριστούμε για την φιλοξενία θεία Λένα. Πολλές ευχές για χαρούμενες απόκριες!

  6. @Daisy και Θεία Λένα βέβαια.
    Σκέπτομαι πως όταν ένα κείμενο δημοσιεύεται αποκτά την δική του αυτονομία και λειτουργία.
    Αυτό αφορά τόσο εδώ στα μπλογκ όσο και σε εφημερίδες.
    Παραθέτεις Daisy μου ένα κείμενο, που επιγράφεται Απόκριες του 1945, το οποίο όμως είναι τουλάχιστον προβληματικό.
    Αν κάποιος το διαβάσει αυτόνομα, μπορεί να καταληφθεί από νοσταλγία, όμως, αν δεν γνωρίζει καταστάσεις -και οι σημερινοί τριανταπεντάρηδες και κάτω πώς να τις γνωρίζουν, σίγουρα θα παραπληροφορηθεί!!
    Απόκριες του 45.
    Δηλαδή περίπου Φλεβάρης του 45. Δηλαδή τρεις μήνες αφού έχουν γίνει τα Δεκεμβριανά( το 1944). Δεν είναι λίγο δύσκολο να διασκεδάζει έτσι η Αθήνα, ενώ μαίνεται ο εμφύλιος;

    Δεκέμβρης τους 45 στην Πλάκα που μοιάζει να είναι κέντρο της διανόησης της εποχής. Μήπως ο συγγραφέας τα έχει μπλέξει με τα Εξάρχεια και τη Νεάπολη;

    Άκουγαν μουσική από το πικάπ.
    Γραμμόφωνο με πλάκες μπορεί (αν και αμφίβολο κι αυτό) πικάπ πάντως αδύνατον γιατί τα ηλεκτρόφωνα (έτσι ήταν το αρχικό όνομα των πικ απ) εμφανίζονται περίπου στις αρχές της δεκαετίας του 1950.
    Για να φτάσουμε στην απαγόρευση του .. Θεοδωράκη.
    Αμ δε!!!!
    Ο Μίκης Θεοδωράκης έγινε ευρέως γνωστός στις αρχές της δεκαετίας του 60, ενώ τα τραγούδια του, απαγορεύτηκαν επίσημα από τη χούντα (κάπου 25 χρόνια μετά από την περιγραφόμενη απόκρια)

    Σκέφτομαι λοιπόν ότι με τόσες πληροφορίες που μας κατακλύζουν, αλλά και με τέτοια έλλειψη ελέγχου της ροής των πληροφοριών, το μόνο που μπορεί να συμβεί στο μέλλον είναι να χάσουμε κάθε επαφή με την πραγματικότητα.

    Συγνώμη Θεία Λένα που έγραψα εδώ όλα αυτά, αλλά καλό θα ήταν να υπάρχουν αυτές οι επισημάνσεις κάτω από ένα κείμενο που περιέχει τέτοιες λάθος πληροφορίες…

    Καλό βράδυ.

  7. Σωτήρη, τυχερό σε ονομάζω που θυμάσαι τον παπού σου να τραγουδάει τα τραγούδια της Αποκριάς. Και εμείς τα τραγουδάγαμε και πολλά άλλα που δεν τα καλοθυμάμαι,όλα όμως ήταν όλο βρωμόλογα. Παίζαμε και κάτι παιχνίδια, κάτι σαν μακριά γαιδούρα μόνο που είμασταν άντρες γυναίκες μαζί και τραβάγαμε και οι μέν πειράζανε τους δέ, κάνανε και χειρονομίες. Γιατί οι άνθρωποι τότε δεν είχαν ελευθερία όπως τώρα και οι Αποκριές σήμαιναν να πιάνουν το όνειρο. Ολα επιτρέποντο. Ειδωλολατρικές γιορτές όπως σωστά ανέφερες.

    Μιρελα, έχεις απόλυτο δίκιο, τώρα είναι γιορτή μόνο για τα παιδάκια. Εν τούτοις κάποιοι Δήμοι προσπαθούν να κρατήσουν λίγο τα έθιμα του παρελθόντος.

    Χελωνα, ήταν άλλα τα ήθη τότε, οι άνθρωποι πιο σεμνότυφοι, πιο μαζεμένοι και οι Αποκριές τους έβγαζε μία ελευθεριότητα. Ο πεθερός ήταν πολυ μουρντάρης, δεν είχε αφήσει κορίτσι για κορίτσι απείραχτο και η πεθερά λέγανε ότι τον καταχέριζε πότε-πότε. Ιστορίες για αγρίους ακούγαμε τότε με πάρα πολύ γέλιο. Ετσι όταν έγιναν αυτά που έγιναν στο πάρτυ, ήταν αναμενόμενα, καταλαβαίνεις τι θέλω να πώ έτσι δεν είναι; Εάν δεν τον βούταγα εγώ (έστω και άθελά μου) θα τον βούταγε μιά άλλη και αυτός μετά κάποια θα κανόνιζε στα παρασκήνια. Τις Αποκριές πολλά επιτρέπονταν.
    hypatia, NIOBH, Zoyzoyna, Koulpa όμορφα χρόνια τότε, αλλιώτικα. Χαίρομαι που σας ταξίδεψα

    An-lu, μας έχουν καλέσει την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς σε ένα φιλικό σπίτι, τώρα ράβω κρυφά απο τα παιδιά τα κοστούμια μας, ο Β θα ντυθεί Ζαχόπουλος, τίποτα το ιδιαίτερο, θα του βάλουμε στο παντελόνι ένα μαξιλαράκι γιατί είναι αδύνατος, εγώ Τσέκου, θα βάλω ένα μαύρο ντόμινο και απο πάνω φτιάχνω απλικέ ένα γυναικείο σώμα γυμνό αλλά με φύλλο συκής και θα έχω μαζί μου ένα κουτί μεσα στο οποίο θα βάλω καμμιά δεκαριά πίπες, άλλες ξύλινες, άλλες πλαστικές να τις μοιράζω..θα με σκοτώσουν τα παιδιά αμα μάθουν τι ετοιμάζω. Α΅! θα βάλω και μία ξανθιά περούκα.

    Marilena, δυστυχώς τα παλιά έθιμα σβήνουν σιγά-σιγά μόνο για τα παιδιά σημαίνουν κάτι οι αποκριές.

  8. Σωτήρη, με πρόλαβες. Ημουνα έτοιμη να απαντήσω στη Daisy. Παραθέτει μία Αθήνα που εγώ δεν έζησα. Μία πιο ξέγνοιαστη αν θέλεις νότα. Ισως οι διαννούμενοι της άρτι απελευθερωμένης πόλης, έτσι να έκαναν. Ευχαριστώ για τις διορθώσεις-υποδείξεις, έτσι οι νεώτεροι θα αποκτήσουν μία σφαιρική εικόνα της εποχής.
    Οσο για μένα, δεν έχω την παραμικρή άποψη για τα των Αθηνών απο το 1942 έως το 1949.
    Γεννήθηκα το 1927, την Κατοχή τη θυμάμαι σαν μία περίοδο μαυρίλας. Τραυματίσθηκε ο μπαμπάς μου πολύ νωρίς και γύρισε πίσω σαν ανάπηρος πολέμου, έχασε το μάτι του και παραμορφώθηκε κιόλας. Θυμάμαι όμως τους Γερμανούς να ζητάνε τα όπλα του σπιτιού και τα ραδιόφωνα και τη μάνα να κρύβει κάτι κειμήλια απο παλιά, κάτω απο τα πατώματα, μαζί με το πολύτιμο ραδιόφωνό μας. Φύγαμε απο το σπίτι μας και πήγαμε στο χωριό του πεθερού μου για να μη πεθάνουμε της πείνας, εκεί η μάνα καλλιεργούσε το χωράφι μαζί με τη πεθερά και εμείς κάναμε ότι μπορούσαμε..μετά ήρθαν οι αντάρτες κυνηγούσαν τον πατέρα μου εμείς τον κρύβαμε, έσυραν τον πατέρα μιάς κοπελλιάς που έμενε δίπλα, μπροστά μας τον τουφέκισαν..τρομερές αναμνήσεις βίας και απελπισίας έχω ζήσει. Τοτε έμαθα να φοβάμαι τα πολιτικά και να αποφεύγω τους πολιτικάντηδες. Δεν ξέρω αν το 1945 γιόρτασε καρναβάλι η Αθήνα. Εμείς είμασταν στο χωριό. Γυρίσαμε σπίτι μας το 1949 και το βρήκαμε μισογκρεμισμένο απο όλμο. Αλλες δυσκολίες και εκεί. Αρχίσαμε να ζούμε κανονικά σαν άνθρωποι αρκετά χρόνια αργότερα, αφού παντρεύτηκα.
    Επίσης να πώ ότι κανείς μας δεν ήταν διανοούμενος, σκύβαμε στη δουλειά όλοι μας για να τα βγάζουμε πέρα.

    Daisy, σαν παραμύθι διάβασα τις αναμνήσεις του κυρίου απο την εφημερίδα σας. Είναι μεγάλο πράγμα ο καταπονημένος απο τις κακουχίες άνθρωπος να βρίσκει τρόπο για λίγο ξεφάντωμα. Μένει η ανάμνηση για πάντα και σβήνει τις άμοιρες στιγμές. Σε ευχαριστώ για τη περιήγηση.

  9. Λένα μου σε ΘΑΥΜΑΖΩ!
    Η μάνα μου γεννήθηκε το 1928,έκανε αντίσταση στην κατοχή στην Θεσ/νίκη,εχει ένα ολόκληρο ημερολόγιο αναμνήσεων αλλά…δεν έχει το δικό σου ταμπεραμέντο και τις αντοχές σου!
    Χάθηκε μέσα στα γεράματα και τις πίκρες της.
    Υποκλίνομαι στην»ζωή»και τις αναμνήσεις που σε κάνουν να φαίνεσαι σαν μικρό κοριτσάκι!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s