Πτυχές

richardcalmes.jpg

 τα αισθήματά μου ξεχύνονται σαν της μπαλλαρίνας το φουρώ που στροβιλίζεται, στο πάλκο ενός θεάτρου γεμάτο ανθρώπους.. Ο εαυτός μου ξεδιπλώνεται για χάρη του κοινού. Των ανθρώπων πλάϊ μου, δίπλα μου, των πραγματικών, των εικονικών, των ανθρώπων του κόσμου.

Η φωτογραφία του Richard Calmes

Advertisements

Αγκαλιά

Απο την περασμένη Παρασκευή ο Β είναι στο νοσοκομείο, τον έχουν κρατήσει για εξετάσεις. Μικρό εγκεφαλικό ήταν απο υπέρταση. Ειπε ο γιατρός. Υποθέτω ως τη Παρασκευή να βγεί. Λέω. Φαντάζομαι θα του γράψουν πολλά φάρμακα να παίρνει. Υποθέτω.

Τώρα που ειμαι μόνη μου κλωθογυρίζω. Το σπίτι ξάφνου έγινε πολύ μεγάλο, τα έπιπλα συνωστίζονται, οι δαντέλες και τα υφαντά επάνω τους γελοία, αφουγκράζομαι βήματα που δεν έρχονται, η κουζίνα αποστειρωμένη χωρίς μυρωδιές, όλα στη θέση τους να με κυττούν κοροίδευτικά  και τις νύχτες οι σκιές να με εξοστρακίζουν.  Η μοναξιά μου σφυρίζει κλέφτικα και μου κλείνει το μάτι.. Δεν έχω μείνει ποτέ μου μόνη, πάντα υπήρχαν άνθρωποι πλάϊ μου, οι γονείς μου, φιλενάδες, γείτονες, τα παιδιά, άντρες, γυναίκες, συνάδελφοι..μιά ζωή μέσα στον κόσμο. Που πότε μας αγαπά, πότε μας μισεί, χαίρεται, κακιάζει, δακρύζει αλλά και αγκαλιάζει. Η καλαμιά μου δεν ζούσε μόνη της στον κάμπο, ζούσε σε καλαμιώνα, δίπλα στη λίμνη που και εκείνη ήταν η κατοικία ψαριών, βατράχων, φυτών.. Και τότε που έκανα την εγχείρηση για μπαϊ-πάς, ούτε τότε ήμουνα μόνη, πλήθος νοσοκόμες, γιατροί, συγγενείς έτρεχαν γύρω μου όπως οι μέλισσες το μέλι. Και στα ταξείδια μου , πάντα άνθρωποι με περιτριγύριζαν, για δουλειά, για διασκέδαση ακόμη και για καυγά.

Αυτή τη ζοφερή αίσθηση της αβάσταχτης ησυχίας δεν τη βίωσα ποτέ. Μέχρι τώρα. Που πήγε ο Β στο νοσοκομείο. Πήγαινω κάθε μέρα εκεί και κάθομαι ως το βράδυ. Τότε επιστρέφω και παίζω αμπάριζα με τις σκιές. Με απειλούν «αν πεθάνει, θα μείνεις μόνη και θα τρελλαθείς» ενώ αν πεθάνεις εσύ ο Β θα βρεί αμέσως κάποια για συντροφιά. Αδικία. Οι άντρες όσο γέροι και να είναι κάποια πάντα βρίσκουν, έστω και για τα λεφτά. Μια γριά ποιός τη θέλει, ε; Και η Ωνάση να ήμουνα, μιά πλούσια γριά θα με λέγανε. Και οι Αλέξιοι Ζορμπάδες μόνο στα όνειρα άξιων λογοτεχνών υπάρχουν.  

Είμαι εγωϊστρια, μόνο τον εαυτό μου σκέφτομαι στη κρίση. Πώς να επιβιώσω εγώ. Με όλα/όσους εκείνα που μου δίνουν τρόπο για να συνεχίζω να ζώ καλά. Θα πάω λοιπόν στη Κόλαση. Αν πεθάνει ο Β όμως, τι Παράδεισος, τι Κόλαση – ίδια γεύση. Ω! Ναί μαλώναμε παλιά και δερνόμασταν σαν τα σκυλιά, ακόμη τρωγόμαστε. Είμαστε όμως μαζί.

Μου λείπει η αγκαλιά του τη νύχτα που κοιμάμαι. Οι νέοι δεν καταλαβαίνετε πώς μία γιαγιά μπορεί να έχει επιθυμίες και να σφύζει απο αγάπη, τα ισοπεδώνετε όλα με την έλλειψη του σέξ.

Αν σχολιάσει κανείς, όχι διαβεβαιώσεις ότι θα ξεγελάσω τον Θεριστή. Είμαι πολύ μεγάλη πιά για να πιστεύω στη Πολυάννα.

Τρακαραμε

Την Παρασκευή το πρωϊ. Την ώρα που μπαίναμε στο γκαράζ, δεν ξέρω πως έγινε ο Β, έξυσε όλη τη  δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου, απο τον πίσω προφυλακτήρα μέχρι τον μπροστινό στον τοίχο της γκαραζόπορτας. Και δεν το άκουσε το πρώτο χρτςςς αλλά συνέχισε να το ξύνει μέχρι που μάγκωσε ο προφυλακτήρα πάνω στο σίδερο της γκαραζόπορτας και ξηλώθηκε τελείως.

Ουρλιάζοντας βγήκα απο μέσα, τρόμαξα όχι τόσο για το ξύσιμο όσο και για το ότι δεν καταλάβαινε ότι είχε αγκυστρωθεί και συνέχισε να πατάει το γκάζι.  

Βγήκα απο το αυτοκίνητο έξαλλη, άνοιξα την πόρτα, ο Β ήταν κόκκινος σαν να είχε πάθει ηλίαση. Ηρθε ένας γείτονας μας βοήθησε, έβαλε μέσα το αμάξι, κλείσαμε τη γκαραζόπορτα και έφερε τον Β στο σπίτι μας , τον καθίσαμε σε μία πολυθρόνα, του έφερα κρύα πετσέτα να σκουπίσει το πρόσωπό του που ήταν μούσκεμα..και κάλεσα τον αδελφό του που είναι γιατρός.

Μετά τον πήγαμε στο Ιατρικό Κέντρο και του βρήκαν υψηλή πίεση. Μεγάλη σχεδόν 24, του κάνανε κάποιες ενέσεις και τον κράτησαν μέσα. Συνήλθε βέβαια απο το σόκ, δεν θυμόταν τίποτα, καλά είναι, ο αδελφός του είπε ότι μάλλον μικρό εγκεφαλικό έπαθε..ευτυχώς που τον βρήκε όταν ήταν στο σπίτι και όχι στο δρόμο μόνος του.

Σήμερα το πρωϊ όμως κλαίει γιατί θυμήθηκε το γδάρσιμο του αυτοκινήτου του. Κλαίει και οδύρεται πώς αυτός που οδηγούσε σαν φτερό στον άνεμο, έγδαρε το αυτοκίνητο σαν πρωτάρης, πέσανε τα παιδιά απάνω του ότι δεν πειράζει, ο Πέτρος του είπε να το δώσει για απόσυρση και να πάρει άλλο, ο Μάρκος του έφερε κατι περιοδικά σαν ντάκους για τους 4 τροχούς, σήμερα είναι τ’ αγόρια μαζί του και ψάχνουνε για αυτοκίνητα.

Και εγώ εδώ γράφω με ρίγη να με κυβερνούν. Αν αποδειχθεί εγκεφαλικό, θα είναι το δεύτερο. Θέλω να κρυφτώ κάπου και να κλάψω μέχρι που να στερέψουν όλες οι πηγές. Αντ’ αυτού χαμογελάω και βοηθάω τη Μ στο μαγείρεμα, έχει το βράδυ κόσμο στο σπίτι της για τραπέζι.

Ακρη δεν έχει φαίνεται ο ουρανός  

Tαραχή

Ταράχθηκα χθές πάλι. Ηταν να πάει ο Μάρκος την εγγονή μου στον οφθαλμίατρο γιατί λέει ότι δεν βλέπει καλά. Μισή ώρα πρίν το ραντεβού έρχεται αλλόφρων ο μπαμπάς της  και ζητάει απο εμάς να πάμε τη μικρή γιατί του βγήκε ένα θέλημα και πρέπει να φύγει. Ευτυχώς δεν είχαμε και τίποτα να κάνουμε και την πήγε τη μικρή ο Β στο γιατρό – που της βρήκε λίγη μυωπία και θα βάλει γυαλιά.

Οταν γυρισαν χτύπησαν το κουδούνι του σπιτιού της μικρής αλλά δεν άνοιξε κανένας

«Ασε παπού, δεν είναι η μαμά στο σπίτι» λέει η εγγονή «‘και που πήγε η μαμά σου;» ρωτάει ο Β, «πήγαν με τον μπαμπά στη θεία Βίκη που τους έχει καλέσει».

Ειδάτε εξελίξεις! Παρατάμε τα παιδιά μας για να πάμε για πουρνάρια.

  

Ο μονογενής

Ντρέπομαι.

Γράφω πάντα για τον Μάρκο, τον δεύτερο γιό μου και ποτέ για τον πρωτότοκό μου τον Πέτρο. Λές και αγαπώ περισσότερο τον δεύτερο απο τον πρώτο. Ομως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Το πρώτο μου αγοράκι το λάτρεψα απο τη στιγμή που το πήρα στα χέρια μου, παρόλο το παίδεμα για να γεννηθεί στο τέλος μου κάνανε καισαρική εξαιτίας του. Το έσφιξα το αγοράκι μου στην αγκαλιά μου και λές και ξαναγεννήθηκα. Οτι ήθελε ας γίνει αρκεί να έχω το γιό μαζί μου. Νόμιζα.

Ομως τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Το αγοράκι μου απο μικρό έδειχνε τάσεις ανεξαρτησίας. Ποτέ δεν ήθελε να το παραχαϊδεύω, να το πνίγω στις αγκαλιές και στα φιλιά, ούτε νοιαζόταν αν θα του έφερνα απο το εξωτερικό τον ουρανό με τ’ αστρα, προτιμούσε να παίζει με τα γειτονόπουλα μπάλα ή μονομαχίες με σανίδια απο τα διπλανά γιαπιά. Του άρεσαν τα αεροπλανάκια και τα αυτοκινητάκια, όμως ήθελε να τα λύνει και να τα ξανα-φτιάχνει. Ετσι του έπαιρνα lego και αργότερα συναρμολογούμενα. Μετά του αγόρασα τον Μικρό Χημικό και χώθηκε μέσα στο σπίτι να κάνει πειράματα. Και τι δεν μας έφτιαξε! Κρέμες για τα χέρια, ασετόνμε μαλακτικό για τα νύχια, κολώνιες με δικά του αποστάγματα.. και δώστου να συνεχίζω να τον λούζω με την αγάπη μου. Αφήστε πια τον μπαμπά του, μονίμως κατουρημένος για τον γιό που ήταν και αριστούχος..στα πάντα πρώτος. Ετσι όταν ήρθε ο Μάρκος στον κόσμο, ο Πέτρος ήταν ήδη 10 ετών. Δεν πολυ νοιαζόμανσταν για το δεύτερο αγοράκι που ήταν αγγελούδι, ούτε μίλαγε, ούτε λάλαγε. Αργότερα βέβαια μάθαμε ότι είχε δυσλεξία..τρέξαμε λίγο αλλά ο μεγάλος τον βοήθησε να το ξεπεράσει. Γενικά ο Πέτρος ήταν ο φύλακας άγγελος του Μάρκου, ήταν ο μπαμπάς του και η μαμά του μαζί. Εμείς νοιαζόμασταν περισσότερο για τον Πέτρο.

Και μετά ήρθε η εποχή της πίκρας, του πόνου, της οδύνης. Στα καλά καθούμενα όταν το παιδί μας αμέριμνο περπατούσε στο πεζοδρόμιο ένας μεθυσμένος οδηγός τον παρέσυρε. Τον χτύπησε άσχημα. Εμεινε στο νοσοκομείο 1 χρόνο, ευτυχώς δεν ήταν Ελλάδα τότε, είχε πάει στο εξωτερικό να κάνει μεταπτυχιακά. Αν ήταν στην Ελλάδα θα είχε πεθάνει.  Χρειάστηκε 1 χρόνο για να μπορέσει να ξαναπερπατήσει, είχε τραυματισθεί και στη σπονδυλική στήλη. Πήρα άδεια απο τη δουλειά μου και κάθισα κοντά του για αυτό το διάστημα. Λεφτά μου έστελναν κρυφά, πότε ερχόταν ο άντρας μου και μου άφηνε λεπτά, πότε τα αδέλφια μου, πότε ο Μάρκος. Βαποράκια είχαν γίνει ΄λολοι για να ζούμε ο γιός μου κατάκοιτος σε ένα ειδικό νοσοκομείο για ορθοπεδικά ατυχήματα, εγώ σχεδόν κάθε μέρα κοντά του. Ετσι άρχισα να καπνίζω. Ηταν η μόνη μου ίσως σανίδα σωτηρίας.

Οταν ο Πέτρος ξαναπερπάτησε διαπιστώσαμε ότι το ένα του πόδι δεν λειτουργούσε. Δεν λύγιζαν οι αρθρώσεις γιατί οταν έδινε σήμα ο εγκέφαλος για περπάτημα, το νεύρο που δεχόταν το σήμα για το συγκεκριμμένο πόδι είχε καταστραφεί. Το άλλο πόδι λειτουργούσε λίγο καλύτερα. Χρειάστηκε άλλος ένας χρόνος ειδική φυσιοθεραπεία σε πισίνες για να επανέλθει το ένα πόδι σχεδόν τελείως και να «ξυπνήσει » λίγο το αχρηστευμένο. Ολα αυτά γίνανε στην Αγγλία βέβαια. Στο ενδιάμεσο τελείωσε το μεταπτυχιακό του βέβαια γιατί το Πανεπτιστήμιο έστελνε τους καθηγητές με τις σημειώσεις τους στο νοσοκομείο για να μη χάνει ο γιός μου τα μαθήματα. Χωρίς να τους το ζητήσουμε, και χωρίς να τους πληρώνουμε, ερχόντουσαν κοτζάμ καθηγητές και του κάνανε ιδιαίτερο στο θάλαμο που τον είχαν ξαπλωμένο. Αλλοι κόσμοι!

Μετά γυρίσαμε Ελλάδα. Μέναμε τότε σε διώροφη μονοκατοικία, με τη βοήθεια πατερίτσας άρχισε να ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες..στην αρχή αργά μετά γρήγορα. Επιασε και δουλειά αμέσως σχεδόν, άρχισε να οδηγεί το αυτοκίνητό του που του το φτιάξαμε να το ελέγχει με το χέρι (γκάζι-φρένο-ήταν ήδη αυτόματο) δεν ήθελε να μας επιβαρρύνει ποτέ.   Εμείς σταθήκαμε και ακόμη στεκόμαστε κοντά του σε ό,τι μας ζητήσει. Κάναμε το καθήκον μας όπως πιστεύαμε. Αλλά

διαπίστωσα με πικρία ότι έρριξα όλη μου την προσοχή στον Πέτρο και ακόμη τη ρίχνω και κατά κάποιο τρόπο «έχω ρίξει» ανεπανόρθωτα τον Μάρκο. Η σύγκριση μοιραία γίνεται, πάντα ο δεύτερος δεν ήταν σαν τον πρώτο. Εμεινε ο Μάρκος δύο φορές στην ίδια τάξη, μία στο Δημοτικό και μία στη Δευτέρα Γυμνασίου όχι γιατί ήταν βλάκας, έμεινε απο τις απουσίες. Ολο κοπάνες και βόλτες με τα μηχανάκια ήταν. Ηταν όμως πολύ ωραίος και τσαχπίνης, τον κυνηγούσαν όλα τα κορίτσια. Δεν μαζευόταν αυτό το παιδί. Για να μπεί στο Πολυτεχνείο φτύσαμε οικογενειακώς αίμα, τα ιδιαίτερα του τα έκανε ο Πέτρος, τα βράδυα που γύριζε απο τη δουλειά του κατάκοπος, δεν ξάπλωνε έκανε ιδιαίτερα στο μικρό του αδελφό. Τελικά μπήκε στη σχολή και έκανε 10 χρόνια να πάρει το δόλιο το πτυχίο. Και το πήρε πάλι σπρώχνοντας απο την Α που βιαζόταν να παντρευτεί – 8 χρόνια δεσμό την είχε την κοπέλλα. Στραβώθηκε αυτή η κοπέλλα να παντρευτεί έναν γυναικά, τι κατάλαβε άραγε; Εκανε και παιδιά μαζί του, ανάμεσα απο τα άπειρα κερατώματα. Φόβοι.

Φοβόμουνα μήπως ο Πέτρος μου δεν παντρευτεί, τους αναπήρους στην Ελλάδα τους δαχτυλοδείχνουν, σαν να είναι τέρατα για τσίρκο. Διαψεύτηκα. Και παντρεύτηκε και καλή γυναίκα πήρε που τον αγαπά. Κατά κάποιο τρόπο καταλάγιασε η ψυχή μου που το παιδί δεν ταλαιπωρείτε. Ομως ακόμη και τώρα, τον Πέτρο προτιμώ.

Η αμαρτία μου.   

Ενοικιαστήριο

Ξενοικιάζεται ένα διαμέρισμα στη πολυκατοικία που μένουμε. Ο Μάρκος και η Α είναι μέσα στη χαρά. Μόνο εκείνοι είναι. Εμείς οι άλλοι δεν αισθανόμαστε το ίδιο. Θέλουν να φέρουν τη Βίκη εδώ, την κόρη του πρώην συνεταίρου μας, να μείνει μαζί με τα δυό της παιδια. Απο τον Πειραιά που μένει σε δικό της μεν αλλά πολύ παλιό σπίτι. Που, όπως μου είπε ο γιός μου, την προτρέπουν να δώσει αντιπαροχή γιατί της το ζητάνε, να περιμένει λίγο καιρό και μετά να πάει να μείνει σε μοντέρνο διαμέρισμα. «Προσωρινά μαμά, μέχρι να μετακομίσει στο δικό της» .

Αμάν! Τι να του πεις του κουφιοκεφαλάκη τώρα, ότι ουδέν μονιμότερου του προσωρινού;

Αλλο να κάνετε ότι κάνετε μακριά και άλλο εδώ μέσα. Τι θα πεί ο κόσμος; Εδώ είμαστε μία οικογενειακή πολυκατοικία και όσοι ζούν μαζί μας έχουν άμεση σχέση με εμάς και μεταξύ τους. Τι θα πούν τα αδέλφια μου και ο ξάδελφος ο γιατρός μας? Και καλά να μπαινοβγαίνει η Α, στο σπίτι της Βίκης – ο κόσμος δεν πονηρεύεται τόσο για τις γυναίκες, άμα δούν όμως το γιό μου να μπαινοβγαίνει και κυρίως αμα τους ακούσουν κιόλας να χαριεντίζονται, δεν μας ξεπλένει τίποτα. Οι τοίχοι είναι χάρτινοι και η ακοή των γειτόνων οξύνεται άμα είναι για τέτοια. Και τα εγγόνια μου πώς θα το πάρουν; Γιατί μεγάλωσαν και καταλαβαίνουν, δεν είναι πιά νήπια? Είναι όμως σε τέτοια ηλικία που όλα τα λένε. Και θα τα λένε εδώ εκεί. Πώ! Πώ!

Του το είπα μαλακά του Μαρκου, άσε την κοπέλλα εκεί που είναι, μη ζορίζετε τα πράγματα, αφήστε τα στο αυλάκι τους, ίσως να είστε πιο ευτυχισμένοι έτσι και κοντά και μακριά. Οχι. Δεν θέλει. ΖΗΛΕΥΕΙ. Τις θέλει και τις δυο κοντά του, ο κόκκορας να ελέγχει το κοτέτσι του. Ο μπαμπάς του, του το είπε πιο ωμά «σαν άντρας πρός άντρα», το πολύ το Κύριε Ελέησον το βαριέται και ο παπάς. Οταν όμως την έχεις κουβαλήσει εδώ μέσα για 2-3 χρόνια, θα βαρεθείς γιέ μου, θα γίνει καθημερινότητα και μετά όταν θα πάρεις δρόμο θα έχουμε τραβολογήματα με αυτήν. Καλύτερα μακριά και αγαπημένοι. Τίποτα. Δεν ακούει. 

Εμείς όμως ακούμε. Θα γίνει της που.. εδώ μέσα. Και καλά η παρτούζα. Τον περίγελω όμως πώς θα τον αντέξουμε;