Tα προ-του Πάσχα

Εφυγε η Μ και πήρε τα κομπιουτερ μαζί της. Και δεν είχα τρόπο να μπώ στο σπίτι της, γιατί άλλωστε αφού έλειπαν για να μιλαω με τους τοιχους;   Αλλά έλα που με έτρωγε να φεύγω απο το σπίτι και να χάνομαι κάθε μερα. Το Νέτ Καφέ της γειτονιάς μου είχε βάλει ταμπέλα ότι θα είναι κλειστό μέχρι τη Τρίτη του Πάσχα. Που να πάω δεν ήξευρα.  Ετσι πήγαινα στην εκκλησία και κοιμόμουνα στα στασίδια. Μετά αγόραζα 1-2 εφημερίδες και πήγαινα σε ένα παραλιακό ζαχαροπλαστείο, καθόμουνα μακριά απο τον κόσμο και τις ξεπέταγα. Και κάπως μου πέρναγε η έγνοια, τι να γίνεται η Νερένια, πώς πέρασε η Τανίλα, τι κάνουν τα σκυλάκια της Ανλού, κάπου εξωτικά ταξίδεψε η κωλόγρια, θα μου γράψει καμμιά ανάμνηση η .Daisy για τα Πασχαλινά έθιμα άλλων εποχών, ποιές οι καλοφαγωμένες τύψεις του νεαρού ποδηλάτη μας που είναι και αρκετά γυμνασμένος ν’ ανεβαίνει πετώντας τα σκαλιά.

Η λογική λέει ότι όλοι εξαφανίζονται για Πάσχα και μετά γυρίζουν έτοιμοι με την έκθεσή τους για τη δασκάλα.  Δεν θα πρωτοτυπήσω ούτε θα χαλάσω τη σχολική ρουτίνα. Την έκθεσή μου θα τη γράψω.

Το πρώτο έγινε προτού φυγουμε, ο Μάρκος και η Α δήλωσαν ότι δεν θέλουν να μας συνοδέψουν στο Ναύπλιο όπου θα κάναμε πάσχα όλοι μαζί γιατί είναι κουρασμένοι,  θέλουν να μείνουν σπίτι μαζί με τη Βίκη που και εκείνοι αισθάνεται κουρασμένη μετά τη μετακόμιση (την έκανε Μεγ. Δευτέρα) θα κάνανε πάσχα μαζί της και θα τη βοηθάνε και στο ξεπακετάρισμα. «Ασε που θα φυλάξουμε και την πολυκατοικία μαμά..μερες που είναι απο τους πιθανούς κλέφτες» Πειράχτηκα πάρα πολύ, όχι για αυτές τις ανοησίες που μου είπε, μπάα!  Αυτό που με πείραξε ήταν οι υποσχέσεις που δώσανε ότι θα έρθουν μαζί μας και σηκώθηκα και πήρα ένα 12κιλο αρνί ίδια προβατίνα για να καλύψω 15 άτομα και τώρα μου την έφερνε. Και θα τρώμε αρνί καμμιά 10 μερες. Βραστό, ψητό, μέσα σε κρεατόπιττες, σούπα, με ντομάτα, με μουστάρδα.. Απο το πολύ αρνί θα βελάζουμε κιόλας.

 

Θα γράψω για το Πάσχα αύριο-μεθαύριο. Τώρα ο γιός μου είναι στον μπαμπά του και εγώ προφασιζόμενη ότι πάω να βοηθήσω κατέβηκα κάτω. Για να σας πώ Χριστός Ανέστη.   

 

Το πασχαλινό πρόγραμμα

Θυμάμαι όταν ήμουνα παιδί που μας δίνανε στο σχολείο κάτι τετράγωνα χαρτάκια με περίγραμμα για να συμπληρώνουμε το πρόγραμμα της εβδομάδας. Πάνε αυτά βέβαια τώρα, όλα είναι ηλεκτρονικά. Εφτιαξα παρόλλα αυτά χθές το πρόγραμμα του Πάσχα

Κυριακή : Στην εκκλησία που πήγα χθές ήταν πολύ ωραία, στην έξοδο όμως με έσπρωξε μία βιαστική κυρία και έπεσα στα σκαλιά με αποτέλεσμα να χτυπήσω στους αγκώνες και τα γόνατα. Με σήκωσε ο Β που ώς συνήθως δεν ήταν κοντά μου αλλά μιλούσε με κάποιους, με μάλωσε και απο πάνω ότι δεν βλέπω που πατάω και ότι τα τακούνια με μάραναν. Μετά μου έβαλε βολταρέν. Πήγαμε και λίγο στον Πέτρο και κάτσαμε, είπα μήπως ησυχάσω, μπά! και εκεί όλο μαλώματα, πρόσεχε εκείνο, μη το άλλο.

Δευτέρα: Σήμερα έχω κάτι δουλειές στην Αθήνα, θα πάμε να ψωνίσουμε τα πασχαλιάτικα δώρα των παιδιών μας.

Τρίτη: Επιστρέφει η Βίκη απο το νησί της Α, για επίσκεψη είπαν ότι πήγε. Θα κάνει Πάσχα με τους γονείς της. Πάλι καλά που τους έκοψε. Το βράδυ θα πάω στην εκκλησία

Τετάρτη: Φεύγουν τα παιδιά μου για το Ναύπλιο, μαζί με τη θεία της Μ και τις γάτες τους. Φεύγει και το κομπιούτερ μαζί τους. Τέσσερις μέρες διακοπές. Εκτός κι αν μου αφήσει το ένα.

Πέμτη, βάφω αυγά. Πρέπει να προσέξω τη μπογιά πέρυσι ξέβαψαν πάνω στα χέρια όλων που τα έπιαναν και μείναν κανονικά αυγά άβαφα, ενώ τα χέρια των παιδιών έγινα κόκκινα, πράσινα και μπλέ. Και με κορόϊδευαν.  Είναι αυτές οι οικολογικές μπογιές που με πρόδοσαν και έγινα πατόκορφο ρεζίλι.  

Παρασκευή: Στον επιτάφιο και για δέηση. Αρχίζει το φόρτωμα του αυτοκινήτου. Φτιάχνω κουλούρια και τυροπιτάκια.

Σάββατο, φορτώνουμε το αρνί, την αδελφή μου και όλα όσα θα χρειαστούμε και πάμε Ναύπλιο.

Αν θέλει ο Θεός θα γυρίσουμε την Τρίτη του Πάσχα.

 

Αρχίζουν..

Κλείσανε τα σχολεία και ο κόσμος φεύγει σιγά-σιγά. Ηδη οι δρόμοι αδειασαν, οι θέσεις για παρκάρισμα αυξήθηκαν. Την Παρασκευή το πρωϊ μπήκαν οι 2 μαμάδες (Α και Βίκη) με τα παιδιά τους σε ένα καράβι-χελώνα για να πάνε στο νησί της Α. Ο Μάρκος θα πάει εκεί αεροπορικώς το Μεγ. Σαββατο και θα γυρίσε την Δευτέρα του Πάσχα.


Ηδη με πήρε η συμπεθέρα τηλέφωνο και με ρώταγε τι μας είναι η Βίκη που ξαφνικά ξεφύτρωσε και πρέπει να κάνει Πάσχα μαζί τους και όχι με τους γονείς της.  Της εξήγησα ότι είναι η συνέταιρος, το ήξερε αυτό, όμως εδώ το είχε να με ρωτήσει, έτσι της έκλεισα τη γραμμή και μετά κατηγόρησα τον ΟΤΕ. Χρονιάρες μέρες και οι γραμμές του ΟΤΕ όλο κόβονται, λέω στη συμπεθέρα που με έχει τρελλάνει στα τηλέφωνα. Ιδιαίτερα όταν πρέπει να δίνω εξηγήσεις για αμαρτίες άλλων. Μαζί με την εβδομάδα των Παθών, αρχίζουν και οι δικές μας μελλοντικές Σταυρώσεις.


Εχω ανοίξει το χάρτη και ψάχνω για ένα δάσος, να τρυπώσω και να μη με βλέπουν. Και καλά η Αθήνα είναι μεγάλη, ένα νησί όμως όπου όλοι ξέρουν όλους, είναι σφηκοφωλιά. Και οι συμπέθεροι έχουν καθαρό κούτελο. Χωρίς στάμπες ντροπής. Ολα αλλάζουν, θα μου πείτε.


Θέλω να εξαφανιστώ.


 


 

Μικρόκοσμος

«Τι θ α πεί ο κόσμος;» Με αυτή την έκφραση μεγάλωσα. Φρόντισε η μάνα μου να μου το βάλει στο πετσί μου απο κάτω αυτό, να προσέχω πάντα τη γνώμη των άλλων, να μη δίνω λαβές σε σχόλια, να μη κουτσομπολεύω τους άλλους ανοιχτά και να είμαι μία μικρή κυρία.

Το κράτησα αυτό όσο μπορούσα τόσο ώστε να έχω στα 80 μου χρόνια αρκετό σεβασμό απο τους γύρω. Ομως μπήκε η πρόταση αυτή μέσα μου τότε, έγινε ένα με το αίμα μου. Οι άλλοι δεν συμμερίζονται τις απόψεις μου, δεν τις ακολουθούν αντίθετα μου τις πετάνε στα σκουπίδια και μπροστά μου

:Τη λέω στον Μάρκο. Μου απαντά : Να πάει ο κόσμος να πνιγεί μαμά, την υγειά μας νάχουμε

Τη λέω στην Α. Μου απαντά: ο κόσμος μητέρα ποτέ δεν λέει καλό για κανέναν, δεν με νοιάζει

Λέει ο Β : Θα γίνουμε ρεζίλι σε όλη την πολυκατοικία

Λένε τα εγγόνια μου : Θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι γιαγιά με τη θεία Βίκη εδώ μέσα. Ηδη γελάνε οι φίλοι μου στο σχολείο.

Εμένα πάλι με έχει πιάσει μιά στενοχώρια, ένα πλάκωμα. Δεν μπορούσαν δηλαδή να κάνουν τους έρωτές τους και τα ομαδικά τους κάπου μακριά απο το σπίτι και να μη φαίνονται; Τι θα πεί ο κόσμος όταν θα τους δεί να μπαινοβγαίνουν στο σπίτι της νέας ενοικιάστριας; Και κυρίως τι θα πεί ο Πέτρος που μένει απο κάτω, όταν θα κάνουν φασαρία και οι 3 τους; Τι θα πούν τα παιδιά της Βίκης που είναι μικρά στους άλλους και στα παιδιά των γειτόνων μας;

Τι θα πώ στον Πέτρο άμα με ρωτήσει πώς δέχτηκα να συμμετέχω σε τέτοιο ρεζιλίκι; Τι μαθήματα παίρνουν τα εγγόνια για τη ζωή των μεγάλων; Ωραία πράγματα να βλέπουν μικρά παιδιά!

Οσο για το καραβάνι του Μάρκου, στον μικρόκοσμό του κινείται. Που όμως μας παρασέρνει και εμάς.

Καλώς τα μας

Γυρίσαμε απο τη Βεργίνα και μας τα πρόλαβαν.

Η Βίκη (συνέταιρος της Α στο μαγαζί) νοικιασε το διαμέρισμα του τρίτου, έδωσε τα λεφτά μπροστά και απο την άλλη εβδομάδα αρχίζει η μετακόμιση. Ο Μάρκος που μας το είπε ήταν εκστασιασμένος. Εμείς να δείς..

Ο γιός της Βάσως (της κοπέλλας που νοσηλεύεται σε ψυχιατρική κλινική, κόρη της συμπεθέρας, αδελφή της Α), έδειρε τον μπαμπά του και τον έστειλε στο Νοσοκομείο. Κακώσεις και κάτι πλευρά σπασμένα. Δεν ξέρω τον λόγο αν και τον μαντεύω. Δεν θα ασκηθεί δίωξη.

Καλώς μας βρήκαν

Εκδρομή

Τώρα που ο καιρός είναι καλός ο Β και εγώ πηγαίνουμε εκδρομές με πούλμαν. Ειμαστε με μία μεγάλη παρέα γνωστών που κάθε σαββατοκύριακο κάτι οργανώνουν. Το χειμώνα δεν πολυ πηγαίνουμε λόγω καιρού όμως όταν κάπως ζεστάνει ξεκινάει και η δική μας εποχή αλλαγής παραστάσεων.

Ξεκινήσαμε τη Πέμτη και γυρίσαμε Κυριακή. Πήγαμε στη Βεργίνα. Μείναμε σε ένα ωραίο ξενοδοχείο με πρωϊνό πλούσιο και θέα στη Βέρροια και απο εκεί κάναμε εξορμήσεις. Πήγαμε και στον τάφο του Φιλίππου, εντυπωσιάστηκα με τους θησαυρούς αν και το γεγονός πως περπάτησα μέσα στον τάφο με ενόχλησε λίγο. Πήγαμε να πάρουμε και ένα σουβενίρ μετά αλλά ήταν απαγορευτικά, τόσο ακριβά γιατί άραγε. Σε ποιόν απευθύνονται; Καταλήξαμε ν’ αγοράσουμε βιβλιαράκια για τα εγγόνια μόνο.

Η φύση ήταν ανθισμένη και η παρέα χαλαρή. Το πούλμαν είχε και τουαλέττα γιατί μερικοί φίλοι μας, πρώτοι εμείς με τα διουρητικά που παίρνουμε είναι απαραραίτητη.

Καλώς σας βρήκαμε λοιπόν.

Ονειρα γονιών παιδεύουν

Τη περασμένη Κυριακή που μας τραπέζωσε η αδελφή μου γίνανε και κάποιες κουβέντες για το μέλλον των εγγονιών μου. Με δυσαρέστησαν αλλά ίσως να έχω μεγαλώσει πολυ και να βλέπω εγώ τα πράγματα απο λάθος γωνία. Θα μέτραγε πολύ η γνωμη σας σαν νεώτερη γενιά

Ο γιός μου ο Μάρκος θέλει να βάλει τον γιό του σε ένα δύσκολο Γυμνάσιο το Αρσ..(δεν το γράφω ολόκληρο) που έχει εισαγωγικές εξετάσεις και κλήρο. Το παιδί δεν τραβάει τα γράμματα. Οπως και ο πατέρας του, ήταν του σπρωξίματος, του ιδιαίτερου. Δεν ξέρει α)αν θα γράψει καλά στις εξετάσεις και β) αν θα κληρωθεί. Θέλει όμως οπωσδήποτε να πάει εκεί. Ζήτησε λοιπόν απο τον Πέτρο και τη Μ. ενώ τρώγαμε την Κυριακή (και μπροστά σε όλους) να πιάσουν κάποιους γνωστούς που έχουν απο εκεί μέσα μήπως περάσουν το ανήψι τους απο το παράθυρο. Ο Πέτρος ενοχλήθηκε (το κατάλαβα) είπε όμως ότι θα δεί. Το θέμα έκλεισε εκεί.

Και λέω, αντε και μπήκε απο το παράθυρο, πώς θα τα βγάλει πέρα σε τόσο δύσκολο σχολείο αφού στο ιδιωτικό δημοτικό που είναι χαριστικά τον περνάνε στις τάξεις. Δεν διαβάζει, κοιμάται όλη την ώρα. Βαριέται. Δεν είναι βλάκας, τεμπέλης είναι. Η μάνα του βέβαια είναι έξυπνη και το σόι της έχει βγάλει και καθηγητές πανεπιστημίου. Η πραγματικότητα όμως λέει άλλα. Ευγενικά του είπε ο Φοφώ, στο τραπέζι, μήπως έβαζε το παιδί του στο δημόσιο γυμνάσιο και να το συμπληρώνει με ιδιαίτερα και είπε ο προκομμένος ο γιός μου «τι, να κάνει παρέα με όλους αυτούς τους Αλβανούς, να γίνει αλήτης; ΠΟΤΕ!».

Τι γίνεται όταν τα όνειρα των γονέων συγκρούονται με τις δυνατότητες του παιδιού;

Τραπεζώματα

Κάθε φορά που κάνει τραπέζι η αδελφη μου γίνεται καυγάς. Ο καυγάς γίνεται αφού φάμε, αντί να γαληνεύουμε μετά τα όμορφα φαγητά και τα γλυκά και οι κουβέντες μας να στρέφονται σε γενικά θέματα, ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ γινόμαστε μαλλιά κουβάρια. Δεν τσακώνονται όλοι με όλους, τσακώνεται η αδελφή μου η Κατερίνα με κάποιους καλεσμένους της. Οχι με τους ίδιους κάθε φορά, τους πιάνει εκ περιτροπής. Και της το λέω «αφού δεν τους θέλεις κατά βάθος, τι τους καλείς; Αστους να πάνε στα κομμάτια, να ησυχάσεις και εσύ και εκείνοι» . «Να κυττάς τη δουλειά σου» μου απαντάει συνήθως. Πώς να την κυττάω όμως όταν κάθε φορά που εκείνη μαλώνει, εγώ τραβάω τα σπασμένα.

Πέρυσι που κάλεσε 15 άτομα στο σπίτι της, σκοτωθήκανε, γιατί είχε φτιάξει γουρουνόπουλο στο φούρνο και πάει να το κόψει η αδελφή μας η Φοφώ μαζί με την Κατερίνα και της ξεφεύγει της Κ το μαχαίρι και κόβει το χέρι της και άρχισε να ουρλιάζει και να κατηγορεί τη Φοφώ ότι εξαιτίας κόπηκε, αντί να κυττάει το μαχαίρι, κύτταγε τη Φοφώ, και νευρίασε η αδελφή μας και πήρε τον άντρα της και φύγανε νηστικοί..και η άρχισε να κλαίει η άλλη που μαγείρεψε και δεν την εκτιμούν, δεν την αγαπούν, ορίστε τραυματίστηκε, νά τα αίματα, να οι γάζες, να τα ιώδια, κλάμματα..χτικιό αυτό το γουρούνι μας κάθισε.  

Φέτος το άλλαξε, κάλεσε λιγώτερους έξω σε ταβέρνα, είχε κλείσει τραπέζι Κυριακή μεσημέρι. Ηρθε και η Φοφώ ούτε γάτα, ούτε ζημιά. «Μιά αδελφή μας έχει μείνει, ας μη μαλώνουμε» της είπα της Κατερίνας πρίν φύγουμε, μου το υποσχέθηκε ότι θα κρατηθεί. Παρόλλα αυτά, τσακώθηκε με την γυναίκα του Μάρκου, την Α. Νούμερο γίναμε στη ταβέρνα, φωνάζανε οι δυό κατίνες, στο τέλος μας κάνανε παρατήρηση απο τα γύρω τραπέζια. Και ο λόγος ; Ηλιθιότητες κατά τη γνώμη μου. Η καταγωγή του ανθρώπου.

Είπε η Α ότι παρόλλο που μένει στην Αθήνα εδώ και 25 χρόνια, το γεγονός ότι κατάγεται απο ένα Ιόνιο νησί την κάνει νησιώτισσα και όχι Αθηναία. Δεν θεωρεί ότι η Αθήνα την εκφράζει, δεν την νοιάζεται την Αθήνα ενώ για τη Λευκάδα τρελλαίνεται, άρα θέλει να τη θεωρούμε Λευκαδίτισσα. Η αδελφή μου πάλι της είπε ότι στα χαρτιά όλοι έχουμε ένα χώρο καταγωγής, αλλά πατρίδα μας (ας το πούμε έτσι) είναι ο τόπος στον οποίο ζούμε, εκείνον πονάμε, γιατί σε εκείνον βιώνουμε. Σκοτωθήκανε γι’ αυτά. Η μία ήθελε να πείσει την άλλη. Επρεπε η Α να δώσει τόπο στην οργή και να κάνει πίσω, δεν αλλάζει μία 70χρονη μυαλά.   Και όχι μόνο δεν δώσανε τόπο στην οργή αλλά ανταλλάξανε και βαριές κουβέντες μπροστά στα εγγόνια μας. Της είπε η ανόητη η αδελφή μου «να έμενες τότε στο νησί, απο το να έρθεις Αθήνα και να μπλέξεις τον ανηψιό μου» και «καλά σου κάνει που σε κερατώνει, τέτοια μοσχάρω που είσαι» και η Α της είπε «τα έχετε χαμένα και δεν ξέρετε τι λέτε» και «γι αυτό την έκανε ο άντρας σας, που τάχατε πήγε στο περίπτερο και δεν ξαναγύρισε»..και άπλωσε η αδελφή μου το χέρι της και μπάτσισε την Α και μετά έγινε φασαρία.  Και ο Μάρκος ατάραχος έτρωγε το φαϊ του και δεν έδινε δεκάρα, τα εγγόνια μας τα πήρε η Μ έξω για μία βόλτα γιατί η εγγονούλα έκλαιγε και στο τέλος μας φέρανε άρον-άρον τον λογαριασμό να ξεκουμπιστούμε.

Μια χαρά Κυριακή   

Κάθομαι απέναντι

Κάθομαι απέναντί σου….. και σε κρυφοκυττάω που γράφεις με ακουστικά στ’ αυτιά. Δεν μιλάς, μόνο γράφεις..πού και που όμως ένα απαλό χαμόγελο πλανιέται στο πρόσωπό σου. Ξέρω ότι ασχολείσαι με τα μπλόγκς, είτε γράφεις κάτι για σένα είτε σχολιάζεις άλλους.

Κάθομαι απέναντί σου…. και θυμάμαι τις πρώτες μας συναντήσεις, πρόπερσι, που έξαλλη ερχόμουνα με το τράμ στο σπίτι σου για να αδειασω την καρδιά μου, για να ακουμπήσω τον πόνο μου. Με άκουγες, με αγκάλιαζες όμως δεν ήσουνα αυθόρμητη απέναντί μου, υπήρχε αυτό το κάτι που σε κράταγε μακριά. Δεν μου ανοιγόσουνα, ενώ τα ακουμπούσα όλα στην ποδιά σου. Και όλο στο κομπιούτερ γύρναγες, σαν να ήταν η καλύτερή σου φίλη. Και γέλαγες μαζί της με τις ώρες.  Και μετά ρώτησα. Τι έχει εκεί που σου κρατάει το ενδιαφέρον τόσο πιά; Και έμαθα για αυτή την φυγή. Και μετά ζήτησα και εγώ μία.

Πήρε καιρό να μάθω να ασχολούμαι με ένα μπλόγκ. Παλιά όταν δούλευα είχαμε κομπιούτερς, μερικά τα δούλευα και εγώ, απο τη γενιά μου ήμουνα ίσως η μόνη εκει μέσα που καταλάβαινε τα μηχανήματα. Μετά τη σύνταξη, έπεσα στο κομπιουτερ του Μάρκου, ένα παλιό ασπρόμαυρο, μάλλον πράσινο θα έπρεπε να πώ, τέτοιο χρώμα είχε η οθόνη. Εγραφα τοτε τις σκέψεις μου, κατεβατά ολόκληρα, έπαιζα και πασιέντζα και διάφορα παιχνίδια, κυρίως pacman, lemmings και Mario. Ο Β κατέβαζε ταινίες τις οποίες βλέπαμε μαζί. Υπήρχε μία εξοικείωση με τις οθόνες και τα πληκτρολόγια.

Ο κόσμος της εικονικής συζήτησης ξεδιπλώθηκε μπροστά μου και με συνεπήρε. Για εβδομάδες μόνο για αυτό ζούσα. Είχα το τετράδιο σημειώσεων δίπλα μου, άκουγα-δοκίμαζα-κατέγραφα και επανάληψη την επομένη. Δεν ήταν ο μονόδρομος του κατεβατού πλέον, εδώ υπήρχαν άνθρωποι που ήταν διατεθειμένοι να μου μιλάνε σαν ίσοι πρός ίσον, χωρίς το σεβασμό λόγω ηλικίας. Και να με μαλώνουν αντίστοιχα. Και εγώ άρχισα να ανοίγομαι, ίσως περισσότερο απο όσο πρέπει, αλλά στα κομμάτια, αυτή είμαι, ποτέ δεν υπήρξα υποκρίτρια.

Κάθομαι απέναντί σου και κρυφοκυττάω. Δεν το αντιλαμβάνεσαι γιατί εσύ ποτέ δεν κάνεις κάτι κρυφά. Ολα τα χαρτιά σου είναι πάνω στο τραπέζι, ακόμη και ο μπαλαντέρ. Γι’ αυτό ποτέ δεν θα γίνεις καλή παίχτρια, δεν έχεις μυστικά. Αναρωτιέμαι γιατί δεν σου έχει δημιουργηθεί η περιέργεια να διαβάζεις αυτά που γράφω, ποτέ δεν σε είδα να περνάς για να διαβάσεις. Απο την άλλη ίσως και να περνάς, στο κάτω-κάτω το ίδιο μηχάνημα μοιραζόμαστε. Ποτέ όμως δεν μου είπες τίποτα. Ούτε αφήνεις σχόλια. Η ζωή μου σε απασχολεί, το ξέρω, δεν θέλεις όμως να παίρνεις θέση. Ούτε και ν’ ακούς. Ετσι με έβαλες στον κόσμο τον εικονικό για να βρώ συγχωριανούς (πράγμα καθόλου δύσκολο για μένα) ώστε εσύ να μην ανακατεύεσαι. Επειδή δεν μπορούσες να γίνεις εσύ η εξομολογήτρα μου, με ξαπέστειλες σε άλλους που μπορούν. Δεν είμαι τόσο χαζή και ας μην έχω σπουδάσει. Εχω ζήσει πιο πολλά απο σένα.

Κάθομαι απέναντί σου….. και γράφω τις σκέψεις μου όπως εσύ. Ακόμη και αν σε βρίσω ποτέ δεν θα δώσεις ένδειξη ότι το κατάλβες. Η προσωπικότητα της μεγάλης μου νύφης terra incognita.  Που με πονάει, χωρίς να με κρίνει. Που στέκεται δίπλα μου και απαλά με στηρίζει χωρίς να επεμβαίνει. Που άμα πέσω κάτω απο τη λύπη, αντί για μαντήλι παρηγοριάς μου ανοίγει έναν άλλο κόσμο για να ασχοληθώ και να ξεχάσω τις μύξες μου.  

Εντούτοις.. δεν ξέρω αν μ’ αρέσει αυτή η γλυκιά απομάκρυνση, αυτό το κοντινό, προσιτό και συνάμα απλησίαστο. Ενώ ξέρω τη ζωή της, οι σκέψεις της είναι σαν τα χελιδόνια που έρχονται την άνοιξη, τα θαυμάζουμε, τα θέλουμε στα μπαλκόνια μας, τα θεωρούμε «δικά μας» είναι όμως άγρια πλάσματα. Που δεν σου κάνει όρεξη να τα πιάσεις γιατί άμα το κάνεις, πεθαίνουν σχεδόν αμέσως.

Κάθομαι απέναντί σου.. μπροστά στην οθόνη του κομπιούτερ του Πέτρου και αναλογίζομαι

Συμβιβασμοί

Ενα μέρος της ζωής μου γράφω στα μπλόγκς, ενα μέρος της πραγματικότητας που μπλέκεται με τη φαντασία, τα ήδη με τα ισως πλεγμένα σε κοτσίδα. Εχω περάσει πολλά όπως όλοι οι άνθρωποι. Κανείς δεν θα εξαιρεθεί απο τις δυσκολίες στη ζωή. Ακόμη και οι πλούσιοι, έχουν και εκείνοι μερίδα. Μπορεί να έχεις λεφτά αλλά και άρρωστο παιδί, ή να είσαι στα ναρκωτικά ή η καρδιά σου να σπαρταράει, κάθε λίγο για εγχείρηση.

Εγραψα κάποια στιγμή ότι δεν μπορώ να είμαι μόνη μου, θέλω να έχω κοντά μου ανθρωπους. Εσείς όμως Αν-Λού με ρωτήσατε μήπως θα μου έκανε καλό λίγο η μοναξιά για να  εμβαθύνω λίγο τη ζωή μου. Για να δώ τι δεν αντέχω στη ζωή μου και προσπαθώ να το σκεπάζω με μόνιμη κοινωνικότητα. Είμαι σε μία ηλικία που έχω βαρεθεί να εμβαθύνω, να σκαλίζω αν θέλετε τους συμβιβασμούς μου, τις φορές που έσκυψα το κεφάλι, τις φορές που καταπια το δίκιο μου. Τις φορές που η οργή μου έγινε συμπαγής πάγος μέσα μου και η λύπη αντίστοιχα κουκουλώθηκε απο το χαμόγελο της αδιαφορίας.

Τι να εμβαθύνω καρδούλα μου, τι να θυμηθώ; Πάλι καλά που έφθασα και ως εδώ με σχετικά λίγα βαρύδια υγείας, άλλες έχουν ήδη πεθάνει ή κουτσοζούν με τον καρκίνο να τις σέρνει απο το μανίκι. Οι άνθρωποι ξεκινούν να κλείνουν τα μάτια και να δέχονται απο την παιδική ηλικία που η μαμά μας φοράει θέλοντας και μη ΑΥΤΟ το ρούχο. Θα μου πείς ότι τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν το πνεύμα των μεγάλων. Μέχρι να ξεφύγουμε απο το γονικό κλοιό πιστεύουμε ότι συμβιβαζόμαστε επειδή οι γονείς είναι πιο δυνατοί απο εμάς. Τι πλάνη!

Με το που βγαίνουμε έξω απο τη φωλιά αρχίζουν οι μπούφλες. Στη δουλειά, με τον κάθε σύντροφο, άσε δε αμα παντρευτείς, εκεί να δείς. Πιστεύουμε ότι πρέπει να κάνουμε πίσω λόγω έρωτα. Δεν θα κρίνω αν αυτό είναι άγιο ή σατανικό. Ο καθένας ο ίδιος κριτής.

Εχω χάσει το λογαριασμό πια των συμβιβασμών που έχω κάνει. Παρόλλο που δούλευα και συνείσφερα στην οικογένειά μου, ππόσες μα πόσες φορές δεν έσκυψα το κεφάλι στην ανοησία, στη τρέλλα, στη λογική, στη ξιπασιά των άλλων. Ιδιαίτερα στη δουλειά που για τα λεφτά, όλα τα έκανα όπως λέει και ένα τραγουδάκι. Ναί, για τα λεφτά έγινα δουλική, στο σπαθί των νεανικών μου χρόνων που καυχιόμουνα ότι δεν θα σήκωνε ούτε μύγα, το έβαλα και σήκωσε όλο το βασίλειο των εντόμων, μη σου πώ και των θηλαστικών. Τα είχα ανάγκη τα λεφτά, όπως όλοι μας.

Και με τους άντρες έκανα συμβιβασμούς, ακόμη κάνω. Θα μπορούσα να είχα πάρει διαζύγιο 100 φορές απο το να κάθομαι να τον ακούω, απο το να κάθομαι να τρώω κέρατα και να πληρώνω τα χρέη του απο τον ιππόδρομο. Γιατί τον τζόγο τον έχει μέσα του και δυστυχώς τον πέρασε και στον Μάρκο μου. Τα γονίδια της χαράς αλλά και της τύχης. Η της δυστυχίας. Και βλέπω τα παιδιά να μεγαλώνουν και να έχουν ιδέες που δεν θα τους βγούν σε καλό. Και σιωπώ. Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι υποχρέωση του καθενός.

Ετσι γιατί να θέλω να είμαι μόνη; Για να αναλογίζομαι ότι έσκυψα τη μέση μου και έφαγα χώμα; Οτι αλλιώς ξεκίνησα και αλλιώς με πήγε; Πάλι καλά που μπόρεσα να επιπλεύσω και να βγώ στα στεγνά. Αλλοι πνίγονται. Είναι βέβαια στιγμές που βουλιάζω, που με παίρνει απο κάτω. Οταν βλέπω αποκοτιές, σταβοπατήματα και σκληράδα. Τότε γέρνω, κάθομαι στη πολυθρόνα της οδύνης και αναλογίζομαι πόσο ακόμη θα πονάω. Και μετά κάνω τσιγάρο. Με σκοτώνει. Αλλά το καπνίζω. Δεν με νοιάζει. Οι υποδείξεις και οι συμβουλές μου είναι αδιάφορες. Οταν υποφέρω σκοτώνω εμένα λίγο-λίγο. Μου ανήκω έτσι δεν είναι; Και αυτά  που λένε για τον θεό που υποτίθεται έχω μέσα μου είναι κοροφέξαλα. Για αυτούς που κοροϊδεύουν τον εαυτό τους και κομπάζουν ότι δεν σήκωσαν μύγα στο σπαθί τους. Το βάρος όμως του σπαθιού φτάνει. Τα έξτρα έρχονται πάντα αργότερα φορώντας την πιο φίνα βενετσιάτικη στολή. Αρχίζεις και σ’ αρέσει η μουτσούνα του σκύβειν και υπακούειν. Γίνεται πέτσα. Τη στιγμή που θα δείς πώς κατάντησες είναι η στιγμή που σε περιμένει ο Θάνατος. Τα στέφανα τα έχει στο τσεπάκι. Η ιδανική του νύφη! 

Δεν αντέχω να είμαι μόνη μου για όλα αυτά. Γιατί έχω μετανοιώσει που τα έκανα και αν ξαναγεννιόμουνα θα έκανα πάλι τα ίδια. Γιατί συμβιβάστηκα ενώ πίστευα ότι πάντα θα ήμουνα φτερό στον άνεμο. Το φτερό όμως πετάει όσο έχει ακόμη πούπουλα. Χωρίς αυτά, πέφτει και αφήνει άλλα στοιχεία να το πάνε όπου εκείνα θέλουν. Δεν είμαι μοιρολάτρισσα, είμαι απλά μία Λένα. Μέσα στις χιλιάδες.