Τραπεζώματα

Κάθε φορά που κάνει τραπέζι η αδελφη μου γίνεται καυγάς. Ο καυγάς γίνεται αφού φάμε, αντί να γαληνεύουμε μετά τα όμορφα φαγητά και τα γλυκά και οι κουβέντες μας να στρέφονται σε γενικά θέματα, ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ γινόμαστε μαλλιά κουβάρια. Δεν τσακώνονται όλοι με όλους, τσακώνεται η αδελφή μου η Κατερίνα με κάποιους καλεσμένους της. Οχι με τους ίδιους κάθε φορά, τους πιάνει εκ περιτροπής. Και της το λέω «αφού δεν τους θέλεις κατά βάθος, τι τους καλείς; Αστους να πάνε στα κομμάτια, να ησυχάσεις και εσύ και εκείνοι» . «Να κυττάς τη δουλειά σου» μου απαντάει συνήθως. Πώς να την κυττάω όμως όταν κάθε φορά που εκείνη μαλώνει, εγώ τραβάω τα σπασμένα.

Πέρυσι που κάλεσε 15 άτομα στο σπίτι της, σκοτωθήκανε, γιατί είχε φτιάξει γουρουνόπουλο στο φούρνο και πάει να το κόψει η αδελφή μας η Φοφώ μαζί με την Κατερίνα και της ξεφεύγει της Κ το μαχαίρι και κόβει το χέρι της και άρχισε να ουρλιάζει και να κατηγορεί τη Φοφώ ότι εξαιτίας κόπηκε, αντί να κυττάει το μαχαίρι, κύτταγε τη Φοφώ, και νευρίασε η αδελφή μας και πήρε τον άντρα της και φύγανε νηστικοί..και η άρχισε να κλαίει η άλλη που μαγείρεψε και δεν την εκτιμούν, δεν την αγαπούν, ορίστε τραυματίστηκε, νά τα αίματα, να οι γάζες, να τα ιώδια, κλάμματα..χτικιό αυτό το γουρούνι μας κάθισε.  

Φέτος το άλλαξε, κάλεσε λιγώτερους έξω σε ταβέρνα, είχε κλείσει τραπέζι Κυριακή μεσημέρι. Ηρθε και η Φοφώ ούτε γάτα, ούτε ζημιά. «Μιά αδελφή μας έχει μείνει, ας μη μαλώνουμε» της είπα της Κατερίνας πρίν φύγουμε, μου το υποσχέθηκε ότι θα κρατηθεί. Παρόλλα αυτά, τσακώθηκε με την γυναίκα του Μάρκου, την Α. Νούμερο γίναμε στη ταβέρνα, φωνάζανε οι δυό κατίνες, στο τέλος μας κάνανε παρατήρηση απο τα γύρω τραπέζια. Και ο λόγος ; Ηλιθιότητες κατά τη γνώμη μου. Η καταγωγή του ανθρώπου.

Είπε η Α ότι παρόλλο που μένει στην Αθήνα εδώ και 25 χρόνια, το γεγονός ότι κατάγεται απο ένα Ιόνιο νησί την κάνει νησιώτισσα και όχι Αθηναία. Δεν θεωρεί ότι η Αθήνα την εκφράζει, δεν την νοιάζεται την Αθήνα ενώ για τη Λευκάδα τρελλαίνεται, άρα θέλει να τη θεωρούμε Λευκαδίτισσα. Η αδελφή μου πάλι της είπε ότι στα χαρτιά όλοι έχουμε ένα χώρο καταγωγής, αλλά πατρίδα μας (ας το πούμε έτσι) είναι ο τόπος στον οποίο ζούμε, εκείνον πονάμε, γιατί σε εκείνον βιώνουμε. Σκοτωθήκανε γι’ αυτά. Η μία ήθελε να πείσει την άλλη. Επρεπε η Α να δώσει τόπο στην οργή και να κάνει πίσω, δεν αλλάζει μία 70χρονη μυαλά.   Και όχι μόνο δεν δώσανε τόπο στην οργή αλλά ανταλλάξανε και βαριές κουβέντες μπροστά στα εγγόνια μας. Της είπε η ανόητη η αδελφή μου «να έμενες τότε στο νησί, απο το να έρθεις Αθήνα και να μπλέξεις τον ανηψιό μου» και «καλά σου κάνει που σε κερατώνει, τέτοια μοσχάρω που είσαι» και η Α της είπε «τα έχετε χαμένα και δεν ξέρετε τι λέτε» και «γι αυτό την έκανε ο άντρας σας, που τάχατε πήγε στο περίπτερο και δεν ξαναγύρισε»..και άπλωσε η αδελφή μου το χέρι της και μπάτσισε την Α και μετά έγινε φασαρία.  Και ο Μάρκος ατάραχος έτρωγε το φαϊ του και δεν έδινε δεκάρα, τα εγγόνια μας τα πήρε η Μ έξω για μία βόλτα γιατί η εγγονούλα έκλαιγε και στο τέλος μας φέρανε άρον-άρον τον λογαριασμό να ξεκουμπιστούμε.

Μια χαρά Κυριακή   

Advertisements