Διακοπές

Αύριο φεύγουμε με τον Β, για λίγες μέρες σε αγαπημένο νησί του Ιονίου. Θα φιλοξενηθούμε απο παλιούς καλούς φίλους σπίτι τους κιόλας και θεού θέλοντος θα επιστρέψουμε στις 7 Ιουνίου αεροπορικώς. Καλή αντάμωση

Σας φιλώ, πολύ-πολύ

404 page

Τώρα τελευταία κάθε που πάω να ανοίξω τα σχόλια σας ή να επισκεφτώ τις σελίδες σας μου βγάζει αυτό

 

Easy, tiger. This is a 404 page.

You are totally in the wrong place. Do not pass GO; do not collect $200.

Instead, try one of the following:

  • Hit the «back» button on your browser.
  • Head on over to the front page.
  • Try searching using the form in the sidebar.
  • Click on a link in the sidebar.
  • Use the navigation menu at the top of the page.
  • Punt.

Μπορεί κάποιος να μου πεί τι στην ευχή σημαίνει, γιατί βγαίνει και πώς μπορώ να το κάνω να μη βγαίνει;

Τρίτη μέρα

Εφυγε τη Παρασκευή το πρωϊ ο Β με τους φίλους του και πήγαν Ναύπακτο. Πάνε κάθε χρόνο τέτοια εποχή. Κάθονται για 4 περίπου μέρες και μετά γυρίζουν. Με ανανεωμένες τις κάρτες υγείας. Πάνω οι δείκτες της χοληστερίνης, του ζάχαρου, του ουρικού, της πίεσης, κάτω οι δείκτες των αντοχών και των νεύρων.

Η αδελφή μου γκρίνιαζε τον άντρα της όταν πήγαινε με τους φίλους του, ότι τάχα πάει με άλλες γυναίκες και τσακωνόντουσαν συνεχώς. Εχει πεθάνει ο άντρας της αλλά το σαράκι του παρελθόντος ακόμη τη τρώει. Βάζει σε μένα τα φυτίλια. Τόσα χρόνια δεν με έμαθε. Ούτε τον εαυτό της δεν έμαθε. Τωρα στα γεράματα, μάθε γέρο γράμματα; Ας γελάσω!

Είναι η τρίτη μέρα σήμερα που είμαι μόνη και δεν μπορώ να πώ ότι δεν μου λείπει. Εγωϊστικά ομολογώ ότι μου λείπει η παρέα του, το κέφι και η αντοχή που έχει να πηγαίνουμε εδώ, να τρέχει εκεί. Να γυρίζει και να μου αραδιάζει πώς πέρασε, να ξανα-φεύγει. Χθές Κυριακή έκανα μία μεγάλη βόλτα με τη φίλη μου τη Τζένη, πήγαμε με το τραμ ως το Σύνταγμα, μετά πήραμε το μετρό και τον προαστειακό, μετά πάλι ηλεκτρικό και γυρίσαμε απο το ΣΕΦ με το τράμ σπίτι. Και κάθε τόσο σταματάγαμε για καφέ, κάτι να φάμε, κάτι να πιούμε, να δούμε αυτό και εκείνο. Απόγευμα αργά γυρίσαμε και βρήκαμε όλη την οικογένεια μαζεμένη, να τρέμει απο το φόβο της, να αναρωτιέται που ήμουνα τόσες ώρες, χωρίς να έχω πάρει κινητό μαζί μου. Το ξεχνάω είναι αλήθεια. Πώς κάνουν έτσι πιά. Επειδή γέρασα δεν σημαίνει ότι ξεκούτιανα, ότι θα δίνω λογαριασμό που πήγα και τι έκανα. Τα εξήγησα αυτά. Δεν καταλαβαίνουν. Με θεωρούν μπέμπα. Κι αν ήμουνα ακόμη, ποιός τη χάρη μου. Δεν είμαι δυστυχώς.

Οση ελευθερία μου απομένει, όσο με βαστούν τα πόδια μου, αφήστε με να τα τρέχω. «Μα μητέρα τι θα γίνει αν νοιώσετε άσχημα, αν πάθετε κάτι;» Ε! Τότε θα ειδοποιηθείτε μιά και καλή. Ανησυχούν το ξέρω. Στη γυάλα όμως δεν μπαίνω. Να το χωνέψουν. 

Γειτονιές

Αυτές τις μέρες πηγαίνουμε απο σπίτι σε σπίτι για Κώστηδες, Ελένες και Ντίνες. Σε μερικούς πήγαμε ανήμερα, σε όσους προλάβαμε τους άλλους, λίγους-λίγους τους μοιράζουμε μέχρι την Κυριακή που θα ολοκληρωθούν οι βίζιτες .

Σε κάθε σπίτι που πάμε μαζευόμαστε σχεδόν οι ίδιοι, με μερικές προσθήκες, πάντα, κυρίως όμως υπάρχουν τα 5 βασικά ζευγάρια, τα παιδιά μου, εμείς και οι αδελφές μου.  Τα σχόλια κατά τη διάρκεια της γιορτής και μετά πολλά. Και αυτά που λέγονται και αυτά που υποννούνται.

Το φοβερώτερο όμως έγινε όταν είχαμε πάει στο σπίτι ενός πολύ κοντινού συγγενή που μένει στην διπλανή μας πολυκατοικία, οι κήποι μας συνορεύουν και απο τα μπαλκόνια καλημεριζόμαστε. Είχαμε καθίσει στο μπαλκόνι με τις ζακετούλες μας γιατί έκανε λίγη ψύχρα και χαζογελάγαμε τρώγοντας τη τούρτα, όταν ακούγεται μία φωνή γειτόνισσας απο απέναντι (τη δική μας πολυκατοικία)

«Ωστε μου μαζευτήκατε όλες οι καρακαηδόνες να γιορτάσετε και να κουτσομπολέψετε, τώρα θα σας φτιάξω εγώ» (ιδιοκτήτρια πρώτου ορόφου που έχει τσακωθεί με όλους). «Μωρή» – απευθυνόταν στη θεία της Μ, τη Π.- θα σου φέρω την αστυνομία αν ξανατινάξεις το χαλί του γάτου σου πάνω στη μπουγάδα μου και μας γεμίσεις άσπρες τρίχες,  κωλόγρια» «Οσο για σένα ψωροφαντασμένη (είπε στη Μ) που όλο σε ενοχλεί η τηλεόραση που βάζουμε, μάζεψε τα ποδάρια σου και βάλτα σε καμμιά παντόφλα, το τάκα-τάκα των τακουνιών σου μας έχει ταράξει»  

Η Μ δεν της απάντησε, η κα Π όμως της αντιγύρισε τις βρισιές «οι τρίχες του γάτου σε ενοχλούν βρωμιάρα που τις τέντες σου ποτέ δεν τις έπλυνες, το άσπρο σε μάρανε, μαύρες έπρεπε να πάρεις να μη φαίνεται η κόθρα, παστρικιά»  και  λέει η του πρώτου » ξέρεις εσύ απο παστρικιές που όλο με το φλόκο παστρεύεις» μπαίνει στη μέση ο Β να τις χωρίσει και τον έπιασε και αυτόν «άκουσες για ποδόγυρο και ήρθες παλιοξεκούτη, μη σε πιάσω και σένα και όλο σου το σόϊ στο στόμα μου, μπορντέλλο το έχετε κάνει εδω μέσα, ξεδιάντροποι», επεμβαίνει ο Μητροπολίτης ξάδελφός μας  «αει στο διάλο και εσύ τραγόπαπα!»

και εμείς τι κάναμε; ΓΕΛΑΓΑΜΕ μέχρι που πονέσανε τα πλευρά μας. Και βέβαια όλους μας πέρασε γενιές 14. Απο το μπαλκόνι της. Και μας άκουσαν όλοι απο τις διπλανές πολυκατοικίες. Και κάτι πιτσιρικάδες στο δρόμο αρχίσαν τα σφυρίγματα.  Γελάγαμε ΟΛΟΙ με τη τρελλή του πρώτου, που είναι τόσο χοντρή που δεν χωράει να μπεί στο ασανσέρ και μπαίνει με το πλάϊ σφηνώνοντας το στήθος της πάνω στα κουμπιά των ορόφων. Και που σχεδόν πάντα φοράει κολάν τα πρωϊνά στα ψώνια. Σαν μαούνα με ανοιχτά πανιά πορεύεται αργά, ισορροπώντας πότε στο ένα άμοιρο πόδι, πότε στο άλλο, βαμμένη με το μυστρι, ώρα 9 το πρωϊ.

Οποιος πάσχει απο κατάθλιψη, να κανει καμμιά βόλτα πρός εμάς. Δεν θα μιλάει, μόνο θα βλέπει.   

Ενα γλυκάκι

απο τη «θεία Λένα» που δεν την λένε στην πραγματική ζωή Λένα. Ομως ένα προσωπείο δεν έχουμε όλοι; Ας είναι  το δικό μου ζαχαρένιο. Ας κόβεται κομμάτια και ας μοιράζεται. Σε ζεστούς φίλους με μεγάλες καρδιές.

Σε εσάς.

Σκληρές αναμονές

Είναι όλες τους. Ιδιαίτερα εκείνες που αφορούν στην υγεία μας, αναμονές για αποτελέσματα εξετάσεων.

Πήγε η καρδιά μου στη Κούλουρη σήμερα. Πήγαμε το πρωϊ με τη Μ και τη θεία της οι τρείς μας στη Γλυφάδα να ψωνίσουμε για του Αγίου Κωνσταντίνου και Αγίας Ελένης. Μετά θα τρώγαμε και κάτι στην περιοχή και θα γυρίζαμε σπίτι. Με το αυτοκίνητο της Μ πήγαμε, οδηγούσε εκείνη. Πράγματι είχαμε τελειώσει τα ψώνια μας και λέει η Π (η θεία της Μ), αχ λιποθυμάω. Τη πιάσαμε πρίν βροντήξει κάτω, την καθίσαμε να της τρέχει ο ιδρωτας κόμπος, να έχει διπλωθεί στα δύο και να πονάει.. η Μ , ψύχραιμη. Ρώταγε που πονάει, η άλλη της έλεγε, καπου στο διάφραγμα, κάπου στη πλάτη..να θέλει να κάνει εμετό.. για πότε μας φόρτωσε στο αυτοκίνητο και για πότε φθάσαμε σπίτι, ούτε κατάλαβα. Ούτε 10 λεπτά δεν κάναμε ως το σπίτι, τρέχαμε σαν τρελλές με τα αλάρμ αναμένα και την κόρνα. Ευτυχώς μας πλησίασε ένας Ζιτάς, ακουσε τι πρόβλημα είχαμε και μας άνοιγε εκείνος δρόμο. Ωσπου να την βάλουμε στο κρεββάτι της , είχε περάσει ο πόνος, ήρθε γιατρός καρδιολόγος της έκανε καρδιογράφημα.

Η γυναίκα δεν έχει τάσεις για καρδιά, όμως ανα πάσα στιγμή κάτι καινούργιο μπορεί να τύχει. Είναι και 86 ετών. Κάναμε και εξετάσεις αίματος και τώρα..περιμένουμε.

Η γνώμη της Μ ήταν να την πηγαίναμε κατευθείαν σε νοσοκομείο, όμως η Π χτυπιόταν και καθόλου δεν ήθελε. Ετσι καταλήξαμε σπίτι. Και τώρα περιμένουμε. Εγώ γράφω στο κομπιούτερ και η Μ κάνει πάζλ. Την έπιασε αυτός ο πόνος, μπροστά στα μάτια μου, σχεδόν γονάτισε, συσπάστηκε και άρχισε να ουρλιάζει. Κιτρίνησα αλλά η Μ, με αποπήρε «σύνελθε  – έχουμε επείγον περιστατικό, δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα με 2 ασθενείς» έρριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου και μαζεύτηκα.   

Είμαστε σπίτι τώρα. Εγινε καρδιογράφημα που δεν έδειξε κάτι σοβαρό, έγιναν οι αιματολογικές και τώρα περιμένουμε αποτελέσματα. Η ασθενής μας βέβαια είναι όρθια και ετοιμάζει το μεσημεριανό της. Της είπαμε ας μη φάει, ας περιμένει λίγο..δεν ακούει. Κάνει το πρόγραμμά της.

Και εμείς περιμένουμε με τη ψυχή στο στόμα. Δεν ξέρω τι είναι χειρότερο, η αναμονή για το άγνωστο ή η γνώση για την πραγματικότητα που ίσως είναι αντιμετωπίσημη ίσως όχι.      

Κλάμματα

Απο χθές το πρωϊ κλαίνε. Ο Μάρκος και η Α καθώς και ο εγγονός μου. Γιατί στις εξετάσεις που έδωσε για το Σούπερ Γυμνάσιο, μαζί με 4 φίλους του, δεν πέρασε ενώ οι άλλοι πέρασαν.

Κλαίει ο μικρός και χτυπιέται που δεν θα είναι μαζί με τους φίλους του στο Γυμνάσιο και που δεν θα πάρει το νέο Playstation που του υποσχέθηκε ο μπαμπάς του.

Κλαίει η Α και οδύρεται γιατί ήθελε ο γιός της να πάει σε αυτό το σχολείο, γιατι θεωρεί  ότι είναι το καλύτερο.

Κλαίει ο Μάρκος που απέτυχε ο γιός του, όπως είχε αποτύχει και εκείνος παλιά τότε που ήθελε ο πατέρας του να τον βάλει στο Κολλέγιο.

Οι μόνοι που δεν κλαίνε είναι όλοι οι άλλοι. Εμείς. Η εγγονή μου δεν κλαίει, κρυφογελάει. Μου είπε ότι δεν θα πέρναγε με τίποτα γιατί «γιαγιά δεν έχει βάσεις, όλο ανορθογραφίες κάνει και ούτε πολλαπλασιασμό δεν ξέρει να κάνει». Ο Πέτρος και η Μ λένε ότι καλό του έκανε του παιδιού που δοκίμασε τις δυνάμεις του, ώστε να σφιχτεί να βελτιωθεί και ν’ αφήσει τις σαχλαμάρες. Η αδελφή μου λέει ότι «αμαρτίες και όνειρα γονέων παιδεύουσι τέκνα» ότι την έφαγε η ψωρο-περηφάνεια την Α να καμαρώνει στις φίλες της «ο γιός μου μπήκε στο Αρσ» χωρίς να βλέπει τις δυνατότητες του παιδιού. Και άμα θέλει να κοκορεύεται, να στρώσει τον κώλο της να πάρει εκείνη κανένα πτυχίο που όλο την έξυπνη μας κάνει.

Και η γιαγιά τι λέει; Κατ’ αρχήν πήγα και ετοίμασα μία ωραία Πάβλοβα, με δική μου μαρέγκα που είναι το αγαπημένο γλυκό του παιδιού. Του το πήγα και όταν με ρώτησε «γιατί γιαγιά με κερνάς, αφού απέτυχα;» του απάντησα ότι » απο τις επιτυχίες ποτέ δεν έμαθε κανείς τίποτα, μόνο με τις αποτυχίες ξεκουνιώμαστε, σκύβουμε το κεφάλι, βάζουμε τα δυνατά μας και ξαναπροσπαθούμε».