«Πως περάσαμε το Πάσχα» η έκθεσή μου

Το Πάσχα ξεκίνησε απο τη Μεγάλη Πέμπτη που έφτιαξα κουλουράκια και έβαψα τα αυγά όλα κόκκινα. Η εγγονή μου τα έβαψε με μαρκαδόρους απο πάνω, έφτιαξε ωραία πουλάκια, φωλιές και αυγά. Εχει ταλέντο στη ζωγραφική αυτό το παιδί, έχει έμπνευση.

Την Παρασκευή πήγα στην εκκλησία για τον επιτάφιο και το βράδυ φορτώσαμε με τον Β το αυτοκίνητο για να φύγουμε Σ’αββατο πρωί.

Στο δρόμο συναντήσαμε πάρα πολύ βροχή και το κάναμε σε 3 ώρες γιατί πηγαίναμε σημειωτόν. Και φθάσαμε Μέγα Σάββατο το μεσημέρι στο σπίτι των παιδιών μας και ταχτοποιηθήκαμε στα δωμάτια που μας είχαν ετοιμάσει.

Κατέβηκα στη κουζίνα και έβαλα αμέσως ψητό χεράκι στο φούρνο για το βράδυ και μοσχάρι για σούπα και μετά ρώτησα με τρόπο τη Μ για το κομπιούτερ και μου είπε πώς ξέχασε στο σπίτι το καλώδιο σύνδεσης και δεν θα έχουμε Ιντερνέτ. Μου κόπηκαν τα πόδια λίγο, όμως έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούσα να ξεφεύγω εδώ με τόσο κόσμο γύρω μου. Ετσι το έρριξα στις λιχουδιές και τη χαρτοπαιξία.

Φέτος τ’ αυγά μου ήταν θαύμα, κανένα δεν ξέβαψε και δεν σας λέω τι μπογιές έβαλα, εντάξει σας λέω, τις παλιές της Μεταξά έβαλα και όλες τις ανατολής και της δύσης της πέταξα.  Παλιά βάζαμε χαλκομανίες για να σκεπάζουμε τα ραγίσματα και τα στίγματα των αυγών, τώρα όμως δεν βάζω τίποτα γιατί τις παλιές χαλκομανίες με τους Χριστούληδες και τα πουλάκια τις έχουν αντικαταστήσει με τον Σφουγγαράκη που βλέπει η εγγονή μου, τι σχέση έχει ο Σφουγγαράκης με τα Αγια Πάθη, όχι πέστε μου! .

Ο Πετρος και η Μ είχαν καλέσει καμμιά 20αριά άτομα, ευτυχώς δεν ήρθαν, μόνο 10 είμασταν..  

Το μεσημέρι μπήκαμε στην κουζίνα, η αδελφή μου η Κατερίνα, η θεία της Μ, η Φοφώ και εγώ.  Καυγαδίζαμε κάθε 10 λεπτά. Πριν το φαγητό καυγάς, μετά το φαγητό άλλος καυγάς. Πρώτος για τα μακαρόνια που θα τρώγαμε το μεσημέρι, εμένα μ’ αρέσουν «στο δόντι», οι αδελφές μου τα θέλουν πιο μαλακά και η θεία της Μ, λιώμα. Τέσσερις κατσαρόλες για 2 πακέτα μακαρόνια που τα φάγαμε σκέτα με σάλτσα ντομάτας, ανήμερα μέγα Σάββατο μεσημέρι. Μπορείς να μη τσακωθείς ειδικά όταν σουρώνοντας τα μακαρόνια μου, η θεία της Μ, της πέσανε κάτω μερικά, τα μάζεψε απο το πάτωμα, μου τα έβαλε στο πιάτο ‘φάτα» μου είπε «κάργα στα φάρμακα είσαι, τι θα πάθεις»..Την διαολόστειλλα απο μέσα μου ας είναι και Μ. Σάββατο. 

Απο καυγάδες όμως πήγαμε και ήρθαμε. Τσακώθηκε η Μ με τον γιό μου για τα κάρβουνα, γιατί αυτά που εκείνος πήρε είχαν πέτρες μέσα και ήταν λειψά, πήραν το αυτοκίνητο και φύγανε να πάνε να βρούνε άλλα και να βρισθούν με την ησυχία τους. Μετά τσακώθηκε η Φοφώ με τον άντρα της που την αποπήρε μπροστά μας και εκείνη του πέταξε ένα αυγό, νομίζοντας ότι ήταν σφιχτό, ήταν όμως απο τα μελάτα που είχαν βάψει τα παιδιά. Μετά τσακώθηκα με το Πέτρο γιατί με κορόϊδευε που πήγα στη κεντρική Αγορά για να βρώ σαλάμι αέρος ότι δεν έχουν σαλάμια στο Φάληρο, να του εξηγώ ότι ξέρω τους σαλαμάδες στη Βαρβάκειο, ότι δεν είναι μόνο το σαλάμι..και αυτός να με κοροϊδεύει και να μου τραγουδάνε μαζί με τη Μ «το τέλειο σαλάμι, το σαλάμι το καλό ΔΕΝ είναι Φαληριώτικο» και βάλανε και βρωμόλογα μέσα. Μετά τσακώθηκα με τη θεία της Μ που όλο την καλή μου κάνει και αποπίσω ράβει και κόβει το στόμα της, ότι είμαι δευτεροκλασσάτη και ότι χάρη μου κάνει που μου μιλάει. Και ολο για τους δούκες μου λέει που σύχναζε σπίτι τους, για τα πολύφερνα ταξείδια της στη Χαβάη και στο Μπαλί και «τι να στα λέω τώρα Ελένη μου, τι ξέρεις εσύ απο τέτοια» ενώ εγώ μιά μοδιστρούλα ήμουνα μονίμως στα γόνατα να στριφώνω. ..αίντε στο καλό. Και την αποπήρα και εγώ τη μεγάλη κυρία και την έστειλα να πλένει τα πιάτα. Η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά!

 Με έβρισε και ο Β ότι παραήπια και δεν ήξερα τι έκανα γιατί παραπάτησα και έπεσα μέσα στη σαλάτα και την έρριξα στο πάτωμα και λέρωσα με λάδια τη μοκέττα και με είπε γριά μπεκρού. Και μετά τον καταράστηκα και πήγε να ξαπλώσει και δεν πήγαμε στην Ανάσταση φέτος αλλά πήγαμε στο γείτονα και πήραμε το άγιο φώς που όμως μόλις το φέραμε μέσα πήγε η θεία της Μ κοντά του και αψουυυ! Μου το έσβησε η αδικιωρισμένη και μετά ξανατρέχαμε στους δρόμους να βρούμε άλλο.

Την Κυριακή του Πάσχα σηκώθηκαν όλοι νωρίς να βάλουμε φωτιά να ψήσουμε το αρνί και σε μια στιγμή αφήκαν το κοκορέτσι έξω και μετά ίσα που το σώσαμε γιατί η Μ μαζεύει τους αδέσποτους σκύλους όπως το μέλι τις σφίγγες και το είχαν κατεβάσει απο το τραπέζι και το σέρναν στο χωράφι. Και μετά το πήγαμε στο νεροχύτη και το πλύναμε καλά-καλά, ήθελε η αδελφή μου να του βάλουμε και fairy σiγα μη το βάλουμε και στη χλωρίνη της λέω, και ξαναπιαστήκαμε. Ομως δεν το φχαριστήθηκα  το αρνί γιατί τα παιδιά μου δεν φάγανε τους μύριζε λέει, με κορόιδεψε ο χασάπης με το κοκορέτσι, είχε πολλά έντερα και γέμιση σε ψιλά κομματάκια, απο τη δική μου συκωταριά έβγαλε αλλα 3 τουλάχιστον κοκορέτσια ο κλέφταρος..και θα τ’ ακούσει τη Τετάρτη που θα πάω στο μαγαζί του

 

Και το βράδυ όλο στον καμπινέ πήγαινα, μετά τη νηστεία, έπεσα πάνω στο αρνί και εκείνο στο έντερό μου και με έπιασε κόψιμο. Και όποτε ήταν κατηλειμμένη πήγαινα στον κήπο μαζί με μία τσουγκράνα. Και με κύτταγαν με περιέργεια οι σκύλοι και μετά αφού τα έθαβα, πήγαιναν εκείνοι και τα ξέθαβαν και στο τέλος νευρίασε η Μ γιατί βαριόμουνα να πάω πιο μακριά και τα έκανα πίσω απο τα αυτοκίνητα και τα πάτησε και κόντεψε να σπάσει τα μούτρα της, της κόλλησαν στις γόβες και βρωμίσαμε παντού μέσα στο σπίτι. Και είπε ο Β τις βλακείες του ότι «όσοι τρώνε πολύ χέζ και πολύ» ενώ αυτός ο λιτοδίαιτος δεν τρώει για να είναι ευσταλής και να τον κυττάνε, οι ποιές δηλαδή, τίποτα ξέμπαρκες ξένες χωρίς πεντάρα στη τσέπη..με την καράφλα του που γυαλίζει στο σκοτάδι ..και ξαναπιαστήκαμε.

Τη Δευτέρα του Πάσχα με πήραν για τα χρόνια πολλά πολλοί γείτονες και μας είπαν ότι κάηκε το πελεκούδι στο γλέντι που έκαναν τα παιδιά μου (ο Μάρκος και η Α) που υποτίθεται μείναν πίσω για να ξεκουρασθούν, κάνανε πάρτυ με μουσική ως το πρωϊ.

Ο καθένας με τον τρόπο του ανάστησε τον Κύριό μας!

 

 

ΥΓ. Δεν καταλαβαίνω γιατί το κείμενο είναι μπλέ και γιατί μίκρυναν τα γράμματα. Υπάρχει κάποιος να με εξηγήσει το γιατί;

 

 

 

 

 

Advertisements

10 thoughts on “«Πως περάσαμε το Πάσχα» η έκθεσή μου

  1. καλό μήνα θεία Λένα
    αν αυτά που περιγράφεις είναι αλήθεια, τι να πω… πάει πέρασε!
    αν πάλι τα φαντάστηκες για να τα γράψεις, μας έκανες και γελάσαμε πολύ σε λίγες σειρές.

    αν και πολύ μικρότερη, έχω θέσει τους όρους μου και όποιος δε μου γουστάρει δεν τον θέλω μαζί μου και ειδικά αν είναι μεγάλη γιορτή για να μη μου χαλάει τη διάθεση και ξεβαφτίζομαι χρονιάρες μέρες.

    εσένα σε έφαγε η καλοσύνη και η υπομονή, δεν έχει υποχρεώσεις μόνο ο ξένιος δίας αλλά και ο ξένος, και οι δικοί σου φαίνονται λίγο γαϊδούρια- με το συμπάθιο!

  2. Χριστός Ανέστη πουλάκι μου και καλό μήνα. Οι μεγάλες οικογένειες έτσι είναι, με τους καλούς, με τους κακούς , με τους γλυκούς και με τους ανάγωγους. Αφού δεν χωρίσαμε τα τσανάκια μας όταν είμασταν νέοι, τώρα στα γεράματα μάθε γιέ μου γράμματα.

    Παρόλλες τις γαϊδουριές τους, τους αγαπάω.

  3. Χριστός Ανέστη Λένα μου.

    Πολύ μου τη δίνει αυτή η θεία της Μ, και από άλλες φορές, δε μου λες; Εκεί στα…Δουκάτα, δεν της μάθανε να μην είναι αγενής και κακίστρω;
    αμ αυτός ο προκομμένος σου; Ευκαιρία έψαχνε να σου την πει;

    Αλλά… και συ βρε λενιώ μου… δεν πήγαινες λίγο παραπέρα; Χαχαχα Άκου να πατήσει στα σκατά η κοπέλα καλά μεταξύ μας τώρα, ούτε εγώ δεν θα πήγαινα φοβάμαι και τον ίσκιο μου σου λέω!

  4. Χρόνια πολλά,χρόνια πολλά!!!
    Απ’όσα διάβασα είχες πάλι μπόλικο σασπένς στην ζωή σου, τυχερούλα…
    Πάντως χαίρομαι που δεν έχω άντρα να με λέει γρια μπεκρού όταν τα …ψιλοτσούζω!

  5. Ξυπόλητη στ’ αγκάθια, και εμένα δεν μου αρέσει αυτή η θεία της Μ, πέρυσι ήταν πολύ χειρότερα γιατί ήθελε ντέ και καλά να την κάνω παρέα απο το πρωϊ ώς το βράδυ. Προτού όμως μετακομίσει εδώ, ποτέ δεν σήκωνε το τηλέφωνο και όσο ζούσε ο άντρας της ποτέ δεν μας κάλεσε σπίτι της, όταν όμως ένοιωθε μοναξιές, τώρα ελάτε να με κάνετε παρέα. Ευτυχώς τσακώθηκε με την Κατερίνα την αδελφή μου στη μπιρίμπα και τη ξεφορτωθήκαμε. Δεν τους μπορώ τους ξιπασμένους καθόλου. Αναγκαστικά το Πάσχα την ανέχομαι, τι να κάνω.

    Νιόβη, το είχαν σύρει στο χώμα κορίτσι μου, τι να κάναμε. Τελικά με μπόλικο νερό το πλύναμε, ψήθηκε μετά, καθάρισε.

    Γιωταβήτα, με τον Β βριζόμαστε-αγαπιώμαστε, χωρίζουμε-ξαναγαπιώμαστε ΧΡΟΝΙΑ τώρα. Και εγώ τον φωνάζω χαζούλιακα και μουρντάρη και κάτι άλλα, δεν με νοιάζουν αυτά. Εξάλλου κάθε χρόνο μεθάω και πέρυσι είχα τρικλίσει πάνω σε κάτι γλάστρες, κανείς δεν δίνει σημασία, μη σου πώ ότι γελάνε κιόλας και το μνημονεύουν «τότε που η γιαγιά έπεσε μέσα στη γαρδένια» και «τότε που χορεύοντας τη λυγαριά της έσπασε το ένα τακούνι και χόρευε με το μισό, πηδώντας στο ένα πόδι»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s