Η άλλη όψη

Διάβαζα σε κάποιο μπλόγκ για τις απαξιώσεις που ήρθαν στη ζωή της γυναίκας εκείνης της απο το σύντροφό της που όταν ξαπόστασε τελικά απο τις γύρες της ζωής του, την έκανε στόχο και την μαστίγωνε καθημερινά με λόγια ή με έργα.

Μερικές φορές έχω πιστέψει ότι η ύπαρξή μου ισούται με τη μέγιστη απαξίωση. Εξαιτίας της απαξίωσης άνοιξα αυτό το διαδικτυακό διάλογο με τους εικονικούς φίλους που μου συμπαραστέκονται. Στην ηλικία που είμαι άλλες είτε είναι χήρες, είτε πολύ χάλια, είτε πεθαμένες.  Και εγώ κάθομαι μπροστά σε μία οθόνη, όταν τα παιδιά μου λείπουν, και γράφω κατεβατά. Τα περισσότερα δεν τα δημοσιεύω. Ντρέπομαι και φοβάμαι συγχρόνως. Ο κόσμος δεν έχει την όρεξη ν’ ακούει τις μωρολογίες μιάς γριάς, άει στο διάτανο θα μου πούνε πάλι καλά που ζείς.

Απο τότε που σταμάτησα να δουλεύω ήρθα μούρη με μούρη με την κυρία απαξίωση. Ολα αυτά τα χρόνια που κουβαλούσα, που συνείσφερα, που έτρεχα για τα παιδιά μου όταν ο Β ήταν εκτός, με μετάθεση σε άλλη πόλη (ήταν στρατιωτικός), το βάρος των παιδιών και του σπιτιού το είχα εγώ και η αδελφή μου η Κατερίνα. Που ναί μεν παντρεύτηκε αλλά παιδιά δεν έκανε, αντίθετα φρόντιζε με αφοσίωση τα δύο δικά μου. Και μόλις συνταξιοδοτήθηκα, ήρθε η γομολάστιχα και έσβησε τα χρόνια της νιότης, της προσωπικής επιτυχίας, της ευτυχίας των ταξειδιών και των ανθρώπων που γνώρισα, όλα σβήστηκαν στα 60 μου χρόνια όταν αποφάσισα επίσημα να σταματήσω να δουλεύω για άλλους και να αφοσιωθώ στην οικογενειακή επιχείρηση, στο μαγαζί που είχαμε μέχρι πέρυσι. Είχε αποστρατευτεί και ο Β και με πίεζε να φύγω. Στη πορεία διαπίστωσα ότι έκανα λάθος που έφυγα, τότε όμως είχα κουραστεί.

Η απαξίωση ήρθε σιγά-σιγά. Ξαφνικά δεν με εμπιστευόταν να μείνω να μιλάω στους πελάτες..»μιά μοδίστρα είσαι..αυτοί είναι άλλο» η πάλη των τάξεων ξεπήδησε μπροστά στα μάτια μου, έγινα ίσως προλετάρια επειδή δεν έχω πτυχίο, δεν ξέρω να μιλάω, δεν είμαι κόσμια για το μαγαζί , η παλιά μου αναγνώριση τότε με τους λογείς μόδιστρους που με σέρναν στα ταξείδια και στις κολεξιόν τους ανά την Ευρώπη, πετάχτηκε στο κάδο των αχρήστων, έγινα η Λένα που είμαι εδώ για να μείνω.

Σε καθημερινή βάση έπεφταν βροχή η απαξιώσεις εδώ και 20 χρόνια. Απο το σπίτι που ποτέ δεν φαίνεται συγυρισμένο, απο το φαγητό που δεν είναι nouvelle cuisine, και που έχω μείνει στα γιαπράκια και στον μουσακά, απο τον ουρανό και τ΄άστρα που μου ζητάει ενώ γλυκοκυττάει και τις 40άρες, την πέφτει σε όλες και όποια του κάτσει. Δεν με νοιάζουν τα κέρατα, του τα φόραγα και εγώ παλιά μιά χαρά. Σε αυτό καρφί δεν μου καίγεται. Αυτό που με καίει είναι τα καυτά, περιφρονητικά λόγια. Που απο γυναίκα έγινα σκουπίδι, ‘σιγά τώρα που θα πεί τη γνώμη της και η Λένα» μπροστά σε άλλους. Βέβαια δεν του χαρίζομαι, κατά καιρούς ξέσπαγα και γινόμασταν μαλλιά κουβάρια, έπεφτε και ξύλο μεταξύ μας, ντροπή μου που λέω ότι έδερνα τον άντρα μου, εν τούτοις τις είχε φάει πολλές φορές απο μένα. Και μετά ειρήνη. Μέχρι την επόμενη απαξίωση.   

Συχνά πιστεύω ότι χάλασε η καρδιά μου απο τα δάκρυα και τη θλίψη. Με βλέπετε που γράφω εδώ όλο χαρωπά πράγματα που συμβαίνουν στην οικογένειά μου, υπάρχει και ο αντίποδας που γέμιζε κόλλες και κόλλες αναφοράς παλιά. Ζύγιζα και ξανα-ζύγιζα τα σημαντικά πράγματα στη ζωή μου και κατά πόσο μπορώ να ζήσω χωρίς αυτά. Χιλιάδες φορές σκέφτηκα να σηκωθώ να φύγω, να του τα πετάξω όλα στα μούτρα και να εξαφανιστώ. Και κάθε φορά μέτραγε η λογική, που ν’ αφήκω τα παιδιά μου, τη καλή ζωή που είχα, την άνεσή μου για να μείνω μόνη. Πόσες φορές προσπάθησα ν’αλλάξω αυτόν τον άντρα που ήταν αψύς σαν πυρωμένη λάμα και πάντα με τη βία κέρδιζε εντυπώσεις. Η λέξη «στοργή» δεν υπήρχε στο λεξικό του, θεωρούσε ότι τα φιλιά και η σεξουαλική πράξη, στοργή ήταν, τι άλλο θέλεις πιά ρε γυναίκα, όταν ήμουνα νέος μπορούσα και 10 φορές τώρα πιά δεν αντέχω. Και άντε να του εξηγήσεις αυτά που δεν καταλαβαίνει.

Η Μ με πιέζει να τα βγάζω όλα εδώ, στη φόρα και να πετάω τα τετράδια ομολογίας. Είμαι μία στενάχωρη ηλικιωμένη, με πολλές πίκρες και φόβους. Δεν φοβάμαι τον θάνατο άμα έρθει φοβάμαι μη μείνω φυτό όπως η μάνα της Μ, φοβάμαι απίθανα τη μοναξιά ίσως γιατί όλη μου τη ζωή ‘ημουνα περιτριγυρισμένη με φίλους, αδέλφια, ξαδέλφια, κόσμο της δουλειάς, γείτονες.

Κάθισα πολύ με το θάνατο του Νίκου. Ηταν ο άνθρωπός μου. Είχαμε δεσμό παράλληλο με τους συζύγους μας τουλάχιστον 30 χρόνια. Η συμπεριφορά του Β δεν με πολυ πείραζε τότε παλιά γιατί ο Νίκος πάντα απάλυνε τη τραχύτητα του άλλου. Η δουλειά του Νίκου ήταν με πολλά ταξείδια και περνάγαμε αρκετό καιρό μαζί όταν ήμουνα νεώτερη. Και όταν συνταξιοδοτήθηκε πάλι βλεπόμασταν, τακτικά πηγαίναμε σινεμά. Είχε παντρευτεί την αδελφή του Β. Αρα είμασταν και συγγενείς. Σε πολύ λίγους ανθρώπους το έχω πεί, αυτό για τη σχέση μου με 2 άντρες όλη μου τη ζωή. Μερικοί με κατέκριναν άσχημα. Εμαθα να μη μιλάω. Ο Νίκος όμως ήταν η σανίδα σωτηρίας στη ζωή μου, το σωσίβιο για ν’ αρπάζομαι όταν ερχόταν η καταιγίδα της απαξίωσης. Πέθανε ο Νίκος  πρίν 3 χρόνια απο καρδιά. Και εμένα με τύλιξε η πικρία της απαξίωσης και με κουκούλωσε.