Τρίτη μέρα

Εφυγε τη Παρασκευή το πρωϊ ο Β με τους φίλους του και πήγαν Ναύπακτο. Πάνε κάθε χρόνο τέτοια εποχή. Κάθονται για 4 περίπου μέρες και μετά γυρίζουν. Με ανανεωμένες τις κάρτες υγείας. Πάνω οι δείκτες της χοληστερίνης, του ζάχαρου, του ουρικού, της πίεσης, κάτω οι δείκτες των αντοχών και των νεύρων.

Η αδελφή μου γκρίνιαζε τον άντρα της όταν πήγαινε με τους φίλους του, ότι τάχα πάει με άλλες γυναίκες και τσακωνόντουσαν συνεχώς. Εχει πεθάνει ο άντρας της αλλά το σαράκι του παρελθόντος ακόμη τη τρώει. Βάζει σε μένα τα φυτίλια. Τόσα χρόνια δεν με έμαθε. Ούτε τον εαυτό της δεν έμαθε. Τωρα στα γεράματα, μάθε γέρο γράμματα; Ας γελάσω!

Είναι η τρίτη μέρα σήμερα που είμαι μόνη και δεν μπορώ να πώ ότι δεν μου λείπει. Εγωϊστικά ομολογώ ότι μου λείπει η παρέα του, το κέφι και η αντοχή που έχει να πηγαίνουμε εδώ, να τρέχει εκεί. Να γυρίζει και να μου αραδιάζει πώς πέρασε, να ξανα-φεύγει. Χθές Κυριακή έκανα μία μεγάλη βόλτα με τη φίλη μου τη Τζένη, πήγαμε με το τραμ ως το Σύνταγμα, μετά πήραμε το μετρό και τον προαστειακό, μετά πάλι ηλεκτρικό και γυρίσαμε απο το ΣΕΦ με το τράμ σπίτι. Και κάθε τόσο σταματάγαμε για καφέ, κάτι να φάμε, κάτι να πιούμε, να δούμε αυτό και εκείνο. Απόγευμα αργά γυρίσαμε και βρήκαμε όλη την οικογένεια μαζεμένη, να τρέμει απο το φόβο της, να αναρωτιέται που ήμουνα τόσες ώρες, χωρίς να έχω πάρει κινητό μαζί μου. Το ξεχνάω είναι αλήθεια. Πώς κάνουν έτσι πιά. Επειδή γέρασα δεν σημαίνει ότι ξεκούτιανα, ότι θα δίνω λογαριασμό που πήγα και τι έκανα. Τα εξήγησα αυτά. Δεν καταλαβαίνουν. Με θεωρούν μπέμπα. Κι αν ήμουνα ακόμη, ποιός τη χάρη μου. Δεν είμαι δυστυχώς.

Οση ελευθερία μου απομένει, όσο με βαστούν τα πόδια μου, αφήστε με να τα τρέχω. «Μα μητέρα τι θα γίνει αν νοιώσετε άσχημα, αν πάθετε κάτι;» Ε! Τότε θα ειδοποιηθείτε μιά και καλή. Ανησυχούν το ξέρω. Στη γυάλα όμως δεν μπαίνω. Να το χωνέψουν.