Παραζαλισμένη

Ακόμη αισθάνομαι ζαλισμένη απο τις στιγμές χαλάρωσης στη Κέρκυρα. Η ζάλη αυτή με έχει οπλίσει με χονδρούς τοίχους προστασίας. Φαίνεται να μη βλέπω και κυρίως να μην ακούω τι γίνεται γύρω μου. Χθές το βράδυ που γείραμε με τον Β να κοιμηθούμε κλωθογυρίζαμε τις διακοπές μας στο νού μας μαζί με το σήμερα,  το χθές σαν απαλή σαντιγύ πάνω στη μπαγιάτικη τούρτα. Να προσπαθεί να ομορφύνει χάλια.

 

 

 

(Φωτογραφίες :Σιδάρι παραλία, Σιδάρι βράχοι, Σιδάρι – κανάλι της αγάπης,  Μοναστήρι, Κασιώπη, καρέκλα απο το μουσείο του Μοναστηριού, Σπιανάδα)

Οσο λείπαμε τσακώθηκε ο Μάρκος με τη γυναίκα του. Βριστήκανε, έπεσε και ξύλο. Μετά ο καθένας τους έφτιαξε απο μία βαλίτσα και έφυγε. Τα παιδιά τα πήρε ο Πέτρος και η Μ. Ο Μάρκος γυρίζει τα βράδυα σπίτι, βλέπει τα παιδιά του, αλλάζει ρούχα, πλένεται, τρώει στον Πέτρο και κοιμάται. Η Α. άφαντη. Και εμείς ακούμε με ανοιχτό το στόμα. Σαν να μου έφυγε όλη η κατανόηση της πραγματικότητας με τις διακοπές μου, σαν να έφυγα απο τη Γή και πήγα σε επίγειο μεν Παράδεισο δε. Και η προσγείωση έχει αγκάθια. Και τα πόδια μας είναι ξυπόλητα. Οι τσιμπιές όμως δεν φαίνεται να μας διαπερνούν. Είναι επειδή άραγε ζούμε ακόμη νοερά στη Κέρκυρα ή βαρεθήκαμε ν’ακούμε τα ίδια και τα ίδια; «Γεράσαμε Λένα, πάρτο απόφαση» μου λέει ο Β χθές το βράδυ την ώρα που γλαρώναμε αγκαλιασμένοι. «Μπαμπάκια στ’ αυτιά μας θέλουμε να βάλουμε».

Θα πάω να φτιάξω μουσακά σήμερα. Και θα πλύνω καλά τ’αυτιά μου. Τα εγγονάκια μου δεν φταίνε σε τίποτα.

Advertisements