Του κουτρούλη ο γάμος

Εχουμε πρόσκληση για διακοπές. Απο τον Πέτρο και τη Μ αυτή τη φορα, να πάμε μαζί τους στην Αργολίδα για μερικές μέρες και μετά να μείνουμε εμείς εκεί και εκείνοι να γυρίσουν και να έρθουν πάλι τα σαββατοκύριακα.

Δεν έχω αντίρρηση. Εχω πολλές αντιρρήσεις. Οχι δεν γέρασα και λέω ανοησίες. Δεν έχω αντίρρηση γιατί θα περάσουμε με τα παιδιά καλά, ο Β κάνει τούμπες για τέτοια, θα ξεμοναχιάσει το γιό του και θα μιλάνε για ώρες όταν δεν θα σκαρφαλώνει στα δέντρα για να ψάχνει για φρούτα ή θα κάνει θελήματα. Πετάει τη σκούφια του ήδη απο τώρα. Και εγώ θα ήμουνα πολύ χαρούμενη γιατί θα έχω και κομπιούτερ μαζί μου και ίσως να τα καταφέρνω να ξεφεύγω γράφοντας. Ομως

θα είναι και η θεία της Μ μαζί και αυτό μου κόβει τη φόρα. Θα με αρχίσει πάλι να μου λέει για τα φουστάνια που φόραγε όταν ήταν Δούκισσα και ο άντρας κυβερνούσε τα δουκάτα απο τη δημόσια υπηρεσία που δούλευε, θα μου λέει για τα βασιλικά γεύματα που τους ετοίμαζαν οι αυλικοί όταν ανακάτευαν κρέας ταύρου με κοκκινόχωμα και έπιναν βραστά κρασιά, για τους επιφανείς τους φίλους που όμως έχουν ήδη όλοι πεθάνει και δεν μπορεί να αποδείξει ότι τους γνώριζε και εγώ πρέπει να απαντάω με επιφωνήματα με φωνήεντα ΑΑΑΑ, ΟΟΟΟΟ, ΙΙΙΙΙ, ΕΕΕΕΕ   και να δείχνω εκστασιασμένη. Πώς βαριέμαι, μαρτυρική θα είναι η παραμονή μας. Δεν θέλω να πάμε. Καλύτερα 1000 φορές να μείνω σπίτι μου. Ο Β γελάει και με κοροϊδεύει. Εχει τον τρόπο του να την κάνει αρνάκι, της κάνει γαλιφιές, τη φλερτάρει λίγο και εκείνη ξεχνάει την ηλικία της , γίνεται παιδούλα και χαϊδεύεται. Μοιάζουμε λίγο στον τομέα αυτό και εγώ κάνω τα σκερτσα μου, αλλά όχι και με όλους. Κανείς δεν τη θέλει τη Π γιατί φέρεται σε όλους άσχημα, όμως κανείς δεν της λέει «αει παράτα μας», τη λυπούνται παρόλλες τις κακίες της. Ετσι είναι οι γέροι, λένε. Αραγε και εγώ έτσι είμαι;

Τι να κάνω δεν ξέρω.

Φυλλοκάρδια

Πήγαμε στον καρδιολόγο με τον Βησσαρίωνα χθές, να με δεί. Είχα την εντύπωση πως θα με μάλωνε γιατί δεν ακολουθώ τις οδηγίες του, τρώω και δεν γυμνάζομαι. Τη βαρέθηκα τη γυμναστική και το παράτησα το γυμναστήριο. Με εξέτασε και έμεινε ευχαριστημένος. Μια χαρά είναι οι βαλβίδες και η καρδίά μου. Με ρώτησε αν συνεχίζω τα διουρητικά – δεν με είδε σουρωμένη γι’ αυτό ρώτησε. Οσες φίλες μου παίρνουν διουρητικά έχουν ζαρώσει, δεν τρώνε φαίνεται και σουρώνει το δέρμα τους. «Τα παιρνω γιατρέ, αλλά τρώω κιόλας, έχω όρεξη». Γέλασε και είπε ότι έχω βρεί τη χρυση τομή.

Μου θυμισε ένα παλιό παιχνίδι που βλέπαμε στην ασπρόμαυρη τηλεόραση, τη «Χρυσή Βολή» που κατεύθυνε κάποιος τηλεφωνικά ένα εικονικό τόξο-βέλος και χτύπαγε το στόχο, το μάτι ίσως ενός ζωγραφιστού ζώου και κέρδιζε ή έχανε. Είχα παίξει και εγώ και είχα κερδίσει στην αρχή και χάσει μετά.

Ετσι είμαι καλά. Τα σπάσαμε χθές, πήγαμε με την αδελφή μου στα μπουζούκια και χορέψαμε. Αφού είχαμε φάει προηγουμένως.

Διακοπές δεν με βλέπω να πηγαίνω μέχρι τον Αύγουστο. Ισως να πάμε λίγο στο νησί της συμπεθέρας, αφού φύγουν τα παιδιά της. Δεν έχει τώρα χώρο για εμάς. Το μαγαζί παραμένει κλειστό σε περίοδο εκπτώσεων. Εμαθα να φέρνω εδώ τραγούδια και βίντεο. Ορίστε ένα ειδικά αφιερωμένο στο Μάρκο και στην Α.

Απαξιώσεις

Βρήκα νομίζω το φάρμακο για τις φορές εκείνες που οι ανασφαλείς μας απαξιώνουν. Με απαξιώνουν σαν γυναίκα, σαν μάνα, σαν άνθρωπο. Τα κίνητρά τους δεν με ενδιαφερει και η τσικλόφουσκα «το κάνω για το καλό σου» με αφήνει παγερά αδιάφορη. «Οχι δεν το κάνεις για το δικό μου καλό, αποδιοπομπαίο τράγο ψάχνεις να ξεσπαθώσεις επάνω του ανώριμε ηλίθιε», δεν το ξεστομίζω, το αφήνω να το πάρει το ποτάμι που έλεγε και η μάνα μου.

Το φάρμακο είναι η απόσυρση. Τον αφήνεις να λέει, δεν απαντάς. Ούτε διαφωνείς, ούτε συμφωνείς. Σου πετάει το μπαλλάκι και όχι μόνο δεν το πιάνεις (αρα δεν το πετάς πίσω και καυγάς ΔΕΝ γίνεται) αλλά κάνεις πιο πέρα και το αφήνεις να πέσει στο κενό. Φροντίζεις να μην παρευρίσκεσαι αν μπορείς, και αν όχι η σιωπή σου είναι σαν να μην υπάρχεις. Λίγο-λίγο αποξενώνεσαι απο τον άνθρωπο αυτό και απο το όλο θέμα. Τον πετάς στο καλάθι της ανακύκλωσης. Οποτε γεμίσει, το κατεβάζεις στο δρομο. Στη πορεία, το ξεχνάς.

Τι λες βρε χαζέλω, ξεχνιέται ο σύζυγός σου, το αφεντικό σου, ο γιός σου που κατακαιρούς σε απαξιώνουν; Δεν ξεχνάω τον πόνο απο τα λόγια τους, αποσύρομαι την ώρα της φωτιάς και χάνομαι. Το σώμα μου εκεί παραμένει ίδιο κούτσουρο, αλλά ούτε καν ακούω. Εχω φύγει. Αυτούς που με πονάνε τους διαγράφω, αργά ή γρήγορα θα σβήσουν κι αυτοί, θα πάψουν να ασχολούνται με αυτήν που δεν αντιστέκεται. Γιατί οι απαξιούντες θέλουνε δάκρυα, απόγνωση, διάλογο, κατηγόρια, καυγά για να πείσουν το πόσο δίκιο έχουν. Το ατομο που δεν αντιδρά δεν έχει γούστο, όσο και να το βρίσου δεν αντιστέκεται. Ασε που στο τέλος κανείς δεν θα σε πιστεύει ότι απαξιώνεις τη ..γιαγιά..καλά αυτή βρήκες, γριά γυναίκα, χάθηκαν οι αντίπαλοι στο μπόϊ σου; Μη βρεθείς και απο κάτω.

Ετσι αποσύρομαι απο τις αλύπητες λέξεις του Μάρκου, τα βλέμματα του Β, τις περιφρονητικές ματιές της Α. Δεν ξεχνώ τα άπονα λόγια σας, απλά σας παρατάω. Κόφτε το λαιμό σας.   

Η συμπεθέρα με πήρε στο τηλέφωνο χθές. Θέλει να σταματήσουμε να δουλεύουμε στο μαγαζί και να το κλείσουμε. Αφού οι ιδιοκτήτες δεν καταλαβαίνουν με το καλό, ας καταλάβουν με το κακό. Εχει δίκιο και την καταλαβαίνω. Σήμερα δεν πήγα στο μαγαζί είναι εκεί ο Β και ο συνέταιρος και τα μαζεύουν. Θα βάλουν και ταμπέλα έξω

ΚΛΕΙΣΤΟΝ ΛΟΓΩ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ

 

Στη σύνταξη

Αυτές τις μέρες που δουλεύουμε με τον Β και τον πρώην συνέταιρο είναι σαν να μας κάνανε ενα ανέλπιστο δώρο, ξανανοιώσαμε, αισθανόμαστε γεμάτοι ζωή. Γιατί έχουμε να κάνουμε πράγματα. Γιατί δεν είμαστε πλέον στο ράφι ενός καταστήματος στα αζήτητα να περιμένουμε τη σκόνη να έρθει και στο τέλος να μας πετάξουν στα σκουπίδια. Σκέφτομαι πόσο άδικο είναι να συνταξιοδοτούνται οι μεγάλοι στην ηλικία άνθρωποι.

Αδικο θα πείτε είναι να μένουν οι 65άρηδες στο γραφείο και να τρώνε τη θέση των νέων παιδιών που ίσως αποδίδουν περισσότερο αλλά που έχουν και μεγαλύτερες αντοχές. Συμφωνώ και διαφωνώ. Υπάρχουν ηλικιωμένοι που απο τα 20 τους χρόνια βαριόντουσαν, δεν έβλεπαν την ώρα να βγούν στη σύνταξη και να καααααθονται (που έλεγε και ο συχωρεμένος Μίμης Φωτόπουλος). Υπάρχουν ηλικιωμένοι όμως που είναι σβέλτοι, πάντα μαμούνια ενεργητικοί. Αυτοί μαζί με τους άλλους πετιούνται στα αζήτητα είτε θέλουν είτε δεν θέλουν. Αδικο. Οι πρώτοι δεν είχαν ποτέ κάτι να δώσουν και δεν έδωσαν οι δεύτεροι πάντα δίνουν.

Υπάρχουν νέα παιδιά που βαριούνται να δουλεύουν και να κάνουν πράγματα. Μόνο να κααααθονται θέλουν, να τρώνε τα έτοιμα, ποτέ να μη δουλευουν για άλλους, ή να κάνουν δουλειές που αποδίδουν πολλά ενώ δουλεύουν λίγο και να διασκεδάζουν συνέχεια. Θεωρούν ότι τα κάνουν οι πλούσιοι αυτά. Ψέμματα είναι, οι πλούσιοι δουλεύουν σαν μηχανές για να συγκεντρώνουν συνεχώς και άλλα χρήματα, αυτοί που τα ξοδεύουν είναι οι γιοί και οι κόρες τους. Το κηφηναριό, οι νταβατζήδες της κάθε οικογένειας. Βλέπω και τον Μάρκο πόσο νταβατζής είναι, αυτός να αράζει και απο τη ξαπλώστρα του να απολαμβάνει την υπέροχη ελαφρότητα του τίποτα, ενώ δίνει μαθήματα στα παιδιά του για την ανάγκη της εργασίας και για τις υποχρεώσεις της ζωής. Βλέπω και την Α που του μοιάζει σαν Σιαμαία, τίποτα δεν θέλει να κάνει αρκεί να έχει τις μέγιστες απολαβές. Τα παιδιά της δεν θα γίνουν νταβατζήδες, τα δουλεύουν για να συντηρούν τους γονείς τους που καλόμαθαν στα σύκα.

Είμαι απο εκείνους τους ηλικιωμένους που το λέει η περδικούλα μου. Θέλω συνέχεια να κάνω πράγματα, όσο πιο πολλά κάνω τόσο πιο ευτυχισμένη είμαι. Εχω συναίσθηση της πραγματικότητας, και την ελευθερία της επιλογής. Δεν θα δουλεύω σαν τον είλωτα για 3,60, δουλεύω επειδή μ’ αρέσει. Ολοι δεν έχουν τα ίδια αισθήματα, χθές ο συμπέθερος έγινε πύρ και μανία όταν άκουσε ότι η Α (η κόρη του) λείπει ταξείδι και έχει αφήσει στο πόδι της τη καρδιοπαθή πεθερά. Τη πήρε τηλέφωνο και άκουσαν τα εξ αμάξης. Θα γυρίσουν όπου νάναι. Το θέμα δεν είναι αν θα γυρίσουν για να κουτσοδουλεύουν το μαγαζί επειδή υπάρχει η ρομφαία του αγγέλου απο πάνω, το θέμα είναι ότι αν γυρίσουν θα χάσουμε εμείς τη γλύκα, την ευχαρίστηση του να  ζούμε ενεργά.

Να θυσιαστώ για τα παιδιά μου; Ελάτε τώρα που ζείτε; Ξυπνάτε και δείτε τη πραγματικότητα.

6

  • Δουλεύω ξανά στο μαγαζί
  • Εναλλάξ με τον πρώην συμπέθερο.
  • Περνάμε μιά χαρά όπως τον παλιό καιρό
  • Τα βράδυα που το κλείνουμε πηγαίνουμε σε γνωστά μας ταβερνάκια ή ο ένας στο σπίτι του άλλου.
  • Εχουμε ακόμη και κέφι για ζωή και σθένος να κάνουμε πράγματα
  • Σαν ερωτευμένα πιτσουνάκια ξαναγίναμε

Απνοια

Ισα που προλαβαίνω να γράψω 2 λόγια. Κάθε μέρα πάμε στο μαγαζί με τον Β, εναλλάξ και με τον πρώην συνέταιρο. Γιατί οι ιδιοκτήτες του φύγανε εκ του ασφαλούς ξέροντας ότι κάποιοι θα το νοιάζονται. Ντρέπομαι. Κανονικά έπρεπε να μη πατήσω, να τους αφήσω να κοπανήσουν το κεφάλι τους στο τοίχο, να χάσουν την επιχείρηση που στις εκπτώσεις τα παράτησαν και φύγανε για να χαϊδέψουν το τομαράκι τους. Αντ’ αυτών ακολουθώ τη πεπατημενη και κρατάω τα μπόσικα. Ηλιθιότητα.

Ο Β κύτταξε λίγο και τα βιβλία τους. Κακά ψυχρά και ανάποδα πάνε όλα. Δεν θα επιβιώσουν αν δεν στρώσουν τον κώλο τους στη δουλειά. Δεν βλέπω να τον στρώνουν πάντως, αντίθετα οι δικοί μας κώλοι όμορφα στρώνονται με την άπνοια και τη ζέστη, οι ξένοι κώλοι δροσίζονται σε μέρη εξωτικά. Στενοχωριέμαι για τη στρωμένη δουλειά που σκορπίζουν. Είμαι καταπιεστική ξέρω, όμως λυπάμαι. Σκέφτομαι τα 1000 τόσα που πέρασα εδώ αυτά τα 7 χρόνια. Οι αναμνήσεις μου κλείνουν το μάτι. Δεν ανταποδίδω. Κρύβομαι.

Ο Β και ο συνέταιρος θέλουν να τη πατήσουν τα παιδιά στο μαγαζί και να αναγκαστούν να το κλείσουν. Αμα δεν πάθεις δεν θα μάθεις. Συμφωνώ και πονάω.

Οι αναμνήσεις, μου κλείνουν το μάτι. «Πιάσε μας, αν μπορείς» θαρρώ που λένε.

Θέλω να φύγω. Να οργανώσουμε ταξείδι μακρινό, να μην ακούω και κυρίως να μη βλέπω

Ηχω

Αφουγκράζομαι τους ήχους της πόλης που μισοξυπνάει. Τα παιδιά κοιμούνται στο δωμάτιό τους και εγώ ελαφροπατώντας πίνω τον καφέ μου (χωρίς καφεϊνη-αλλη μία απώλεια) στο μπαλκόνι τους με το κομπιουτερ στα γόνατά μου και τη γάτα δίπλα μου να με κυττάει χαδιάρικα. Ναί, θα σου ξύσω το κεφαλάκι μόλις τελειώσω τις ρουφυξιές μου. Η καμπάνα της εκκλησίας χτυπάει επτά φορές. Σε μισή ώρα σηκώνονται τα παιδιά και εγώ σαν Σταχτομπούτα θα πρέπει να έχω εξαφανισθεί. Δεν μπορώ να πώ στο γιό μου ότι έρχομαι σπίτι του για να γράφω μπλόγκ γιατί θα θέλει να το διαβάσει. Αυτό θα με κατατροπώσει και εκείνον θα στενοχωρέσει. Οχι, πρέπει να βιαστώ.

Το τιμημα των ευχάριστων διακοπών το πληρώνεις όταν επιστρέψεις στην απρόσωπη πόλη. Οταν κυλιόμουνα στους οντάδες της Μαργαρώς ή τα βράδυα στα σεντόνια με τον Β που είχε όρεξη, όταν η γλώσσα μου πήγαινε ροδανι με τη Μαργαρώ να γελάμε και να κουτσομπολεύουμε όλο τον κόσμο και το κομπιούτερ ούτε που πέρασε απο το νού μου τόσο σαν ύπαρξη όσο σαν συνήθεια, όταν οι εικόνες της ζωής περνούσαν σαν τις σφαίρες απο εμπρός μου (τον εμφύλιο μιά χαρά τον έζησα) είναι πολύ επίπονη η επιστροφή στη σιωπή.

Οταν γυρίσαμε απο τη Καρδίτσα βρήκαμε σκορποχώρι. Ο Μάρκος άφαντος, η γυναίκα του απούσα και της Βίκης το σπίτι κλειδαμπαρωμένο. Ρώτησα και έμαθα. Τα εγγόνια μου είχαν σταλεί στο νησί, να περάσουν διακοπές με τους συμπέθερους, τα παιδιά της Βίκης είχαν πάει στους παπούδες τους, στον πρώην συνέταιρο και τα τρία γαϊδούρια διακόπευαν σε ταξείδι εξωτικό, πήγαν λέει στην Κούβα για 10 μέρες και μετά θα πήγαιναν για άλλη μία εβδομάδα στη Τήνο . Το τρίο Στούτζες. Που παλιά μας έκανε να γελάμε πολύ αλλά ποτέ να κλαίμε. Γράψε το ανάποδο εδώ. Φοουντώνω απο αγανάκτηση και ο Β με χαπακώνει μετά γιατί μου ανεβαίνει η πίεση. Ετσι ρίχνω πασιέντζες και γράφω στα κρυφά κατεβατά. Και εδώ και αλλού. Οπως η ζωή μου ένα ποδι στο εδώ και ένα στο αλλού. Φυγές. Αν μπορούσα θα κυλιόμουνα στο σέξ μέχρι να πέσω κάτω. Αλλά δεν μπορώ πιά, αγκομαχώ πολύ και ο Β φοβάται. Είναι εγωϊστής παρόλλο το κυνήγι του ποδόγυρου – δεν θέλει να μείνει μόνος.

Πνίγομαι και δεν φταίει η άπνοια. Χθές μάλωσα και με τη θεία της Μ, μιά παλιόγρια είναι χειρότερη απο εμένα, κακομαθημένη και γλωσσού. Συνέχεια μου χτυπάει ότι είμαι «δεύτερη» επειδή δούλευα για να ζήσω, ενώ εκείνη που ήταν «πρώτη» τη θρέφανε και συνέχεια άπλωνε το χέρι για λεφτά. Της τα είπα ένα χεράκι και βρόντηξα και τη πόρτα πίσω μου. Μετά μου έσυραν ο Πέτρος και ο Β τα εξ αμάξης, γιατί η θεία έκανε σκηνή στη Μ, έπεσε κάτω αφρίζοντας και την τρέχανε στα Νοσοκομεία. Τη βρώμα!

Αφουγκράζομαι τους ήχους της πόλης. Τον σκουπιδιάρη που μαζεύει τα ξεχασμένα μας, τα λεωφορεία, τα πουλάκια που μόλις άρχισαν τις γύρες. Δεν θα πάμε στο νησί της συμπεθέρας φέτος, δεν έχει χώρο για εμάς, φιλοξενεί επ’ αόριστον το γιό της Βάσως που είναι ακόμη στο ψυχιατρείο. Τώρα άρχισε να παίρνει λίγο βάρος, η ανορεξία κόπασε. Η καημένη.

Στράγγιξα τον καφέ, το φλυτζάνι δεν θα το γυρίσω ανάποδα να περιμένω να δώ τη μοίρα μου. Τι μου απομένει απο τη μοίρα μου. Πάω να το πλύνω.

Καλημέρα σας