Απνοια

Ισα που προλαβαίνω να γράψω 2 λόγια. Κάθε μέρα πάμε στο μαγαζί με τον Β, εναλλάξ και με τον πρώην συνέταιρο. Γιατί οι ιδιοκτήτες του φύγανε εκ του ασφαλούς ξέροντας ότι κάποιοι θα το νοιάζονται. Ντρέπομαι. Κανονικά έπρεπε να μη πατήσω, να τους αφήσω να κοπανήσουν το κεφάλι τους στο τοίχο, να χάσουν την επιχείρηση που στις εκπτώσεις τα παράτησαν και φύγανε για να χαϊδέψουν το τομαράκι τους. Αντ’ αυτών ακολουθώ τη πεπατημενη και κρατάω τα μπόσικα. Ηλιθιότητα.

Ο Β κύτταξε λίγο και τα βιβλία τους. Κακά ψυχρά και ανάποδα πάνε όλα. Δεν θα επιβιώσουν αν δεν στρώσουν τον κώλο τους στη δουλειά. Δεν βλέπω να τον στρώνουν πάντως, αντίθετα οι δικοί μας κώλοι όμορφα στρώνονται με την άπνοια και τη ζέστη, οι ξένοι κώλοι δροσίζονται σε μέρη εξωτικά. Στενοχωριέμαι για τη στρωμένη δουλειά που σκορπίζουν. Είμαι καταπιεστική ξέρω, όμως λυπάμαι. Σκέφτομαι τα 1000 τόσα που πέρασα εδώ αυτά τα 7 χρόνια. Οι αναμνήσεις μου κλείνουν το μάτι. Δεν ανταποδίδω. Κρύβομαι.

Ο Β και ο συνέταιρος θέλουν να τη πατήσουν τα παιδιά στο μαγαζί και να αναγκαστούν να το κλείσουν. Αμα δεν πάθεις δεν θα μάθεις. Συμφωνώ και πονάω.

Οι αναμνήσεις, μου κλείνουν το μάτι. «Πιάσε μας, αν μπορείς» θαρρώ που λένε.

Θέλω να φύγω. Να οργανώσουμε ταξείδι μακρινό, να μην ακούω και κυρίως να μη βλέπω

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s