Απαξιώσεις

Βρήκα νομίζω το φάρμακο για τις φορές εκείνες που οι ανασφαλείς μας απαξιώνουν. Με απαξιώνουν σαν γυναίκα, σαν μάνα, σαν άνθρωπο. Τα κίνητρά τους δεν με ενδιαφερει και η τσικλόφουσκα «το κάνω για το καλό σου» με αφήνει παγερά αδιάφορη. «Οχι δεν το κάνεις για το δικό μου καλό, αποδιοπομπαίο τράγο ψάχνεις να ξεσπαθώσεις επάνω του ανώριμε ηλίθιε», δεν το ξεστομίζω, το αφήνω να το πάρει το ποτάμι που έλεγε και η μάνα μου.

Το φάρμακο είναι η απόσυρση. Τον αφήνεις να λέει, δεν απαντάς. Ούτε διαφωνείς, ούτε συμφωνείς. Σου πετάει το μπαλλάκι και όχι μόνο δεν το πιάνεις (αρα δεν το πετάς πίσω και καυγάς ΔΕΝ γίνεται) αλλά κάνεις πιο πέρα και το αφήνεις να πέσει στο κενό. Φροντίζεις να μην παρευρίσκεσαι αν μπορείς, και αν όχι η σιωπή σου είναι σαν να μην υπάρχεις. Λίγο-λίγο αποξενώνεσαι απο τον άνθρωπο αυτό και απο το όλο θέμα. Τον πετάς στο καλάθι της ανακύκλωσης. Οποτε γεμίσει, το κατεβάζεις στο δρομο. Στη πορεία, το ξεχνάς.

Τι λες βρε χαζέλω, ξεχνιέται ο σύζυγός σου, το αφεντικό σου, ο γιός σου που κατακαιρούς σε απαξιώνουν; Δεν ξεχνάω τον πόνο απο τα λόγια τους, αποσύρομαι την ώρα της φωτιάς και χάνομαι. Το σώμα μου εκεί παραμένει ίδιο κούτσουρο, αλλά ούτε καν ακούω. Εχω φύγει. Αυτούς που με πονάνε τους διαγράφω, αργά ή γρήγορα θα σβήσουν κι αυτοί, θα πάψουν να ασχολούνται με αυτήν που δεν αντιστέκεται. Γιατί οι απαξιούντες θέλουνε δάκρυα, απόγνωση, διάλογο, κατηγόρια, καυγά για να πείσουν το πόσο δίκιο έχουν. Το ατομο που δεν αντιδρά δεν έχει γούστο, όσο και να το βρίσου δεν αντιστέκεται. Ασε που στο τέλος κανείς δεν θα σε πιστεύει ότι απαξιώνεις τη ..γιαγιά..καλά αυτή βρήκες, γριά γυναίκα, χάθηκαν οι αντίπαλοι στο μπόϊ σου; Μη βρεθείς και απο κάτω.

Ετσι αποσύρομαι απο τις αλύπητες λέξεις του Μάρκου, τα βλέμματα του Β, τις περιφρονητικές ματιές της Α. Δεν ξεχνώ τα άπονα λόγια σας, απλά σας παρατάω. Κόφτε το λαιμό σας.   

Η συμπεθέρα με πήρε στο τηλέφωνο χθές. Θέλει να σταματήσουμε να δουλεύουμε στο μαγαζί και να το κλείσουμε. Αφού οι ιδιοκτήτες δεν καταλαβαίνουν με το καλό, ας καταλάβουν με το κακό. Εχει δίκιο και την καταλαβαίνω. Σήμερα δεν πήγα στο μαγαζί είναι εκεί ο Β και ο συνέταιρος και τα μαζεύουν. Θα βάλουν και ταμπέλα έξω

ΚΛΕΙΣΤΟΝ ΛΟΓΩ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ

 

Advertisements

Στη σύνταξη

Αυτές τις μέρες που δουλεύουμε με τον Β και τον πρώην συνέταιρο είναι σαν να μας κάνανε ενα ανέλπιστο δώρο, ξανανοιώσαμε, αισθανόμαστε γεμάτοι ζωή. Γιατί έχουμε να κάνουμε πράγματα. Γιατί δεν είμαστε πλέον στο ράφι ενός καταστήματος στα αζήτητα να περιμένουμε τη σκόνη να έρθει και στο τέλος να μας πετάξουν στα σκουπίδια. Σκέφτομαι πόσο άδικο είναι να συνταξιοδοτούνται οι μεγάλοι στην ηλικία άνθρωποι.

Αδικο θα πείτε είναι να μένουν οι 65άρηδες στο γραφείο και να τρώνε τη θέση των νέων παιδιών που ίσως αποδίδουν περισσότερο αλλά που έχουν και μεγαλύτερες αντοχές. Συμφωνώ και διαφωνώ. Υπάρχουν ηλικιωμένοι που απο τα 20 τους χρόνια βαριόντουσαν, δεν έβλεπαν την ώρα να βγούν στη σύνταξη και να καααααθονται (που έλεγε και ο συχωρεμένος Μίμης Φωτόπουλος). Υπάρχουν ηλικιωμένοι όμως που είναι σβέλτοι, πάντα μαμούνια ενεργητικοί. Αυτοί μαζί με τους άλλους πετιούνται στα αζήτητα είτε θέλουν είτε δεν θέλουν. Αδικο. Οι πρώτοι δεν είχαν ποτέ κάτι να δώσουν και δεν έδωσαν οι δεύτεροι πάντα δίνουν.

Υπάρχουν νέα παιδιά που βαριούνται να δουλεύουν και να κάνουν πράγματα. Μόνο να κααααθονται θέλουν, να τρώνε τα έτοιμα, ποτέ να μη δουλευουν για άλλους, ή να κάνουν δουλειές που αποδίδουν πολλά ενώ δουλεύουν λίγο και να διασκεδάζουν συνέχεια. Θεωρούν ότι τα κάνουν οι πλούσιοι αυτά. Ψέμματα είναι, οι πλούσιοι δουλεύουν σαν μηχανές για να συγκεντρώνουν συνεχώς και άλλα χρήματα, αυτοί που τα ξοδεύουν είναι οι γιοί και οι κόρες τους. Το κηφηναριό, οι νταβατζήδες της κάθε οικογένειας. Βλέπω και τον Μάρκο πόσο νταβατζής είναι, αυτός να αράζει και απο τη ξαπλώστρα του να απολαμβάνει την υπέροχη ελαφρότητα του τίποτα, ενώ δίνει μαθήματα στα παιδιά του για την ανάγκη της εργασίας και για τις υποχρεώσεις της ζωής. Βλέπω και την Α που του μοιάζει σαν Σιαμαία, τίποτα δεν θέλει να κάνει αρκεί να έχει τις μέγιστες απολαβές. Τα παιδιά της δεν θα γίνουν νταβατζήδες, τα δουλεύουν για να συντηρούν τους γονείς τους που καλόμαθαν στα σύκα.

Είμαι απο εκείνους τους ηλικιωμένους που το λέει η περδικούλα μου. Θέλω συνέχεια να κάνω πράγματα, όσο πιο πολλά κάνω τόσο πιο ευτυχισμένη είμαι. Εχω συναίσθηση της πραγματικότητας, και την ελευθερία της επιλογής. Δεν θα δουλεύω σαν τον είλωτα για 3,60, δουλεύω επειδή μ’ αρέσει. Ολοι δεν έχουν τα ίδια αισθήματα, χθές ο συμπέθερος έγινε πύρ και μανία όταν άκουσε ότι η Α (η κόρη του) λείπει ταξείδι και έχει αφήσει στο πόδι της τη καρδιοπαθή πεθερά. Τη πήρε τηλέφωνο και άκουσαν τα εξ αμάξης. Θα γυρίσουν όπου νάναι. Το θέμα δεν είναι αν θα γυρίσουν για να κουτσοδουλεύουν το μαγαζί επειδή υπάρχει η ρομφαία του αγγέλου απο πάνω, το θέμα είναι ότι αν γυρίσουν θα χάσουμε εμείς τη γλύκα, την ευχαρίστηση του να  ζούμε ενεργά.

Να θυσιαστώ για τα παιδιά μου; Ελάτε τώρα που ζείτε; Ξυπνάτε και δείτε τη πραγματικότητα.