Θυμός

Γύρισε ο Μάρκος τη περασμένη εβδομάδα να πάει στη δουλειά του. Αυτό μας το είπε και το είδαμε με τα μάτια μας. Αυτό που αμέλησε να μας πεί ήταν ότι έφερε και τον εγγονό μου μαζί. Το ξέχασε να το διευκρινήσει, όπως ξεχνάμε που ακουμπήσαμε το στυλό μας. Σαν το γάτο αλαφροπατώντας, έμπασε τον μικρό μέσα, τον καταχώνιασε, φόρτωσε-ξεφόρτωσε το αυτοκίνητο, εμείς δεν πήραμε είδηση. Δεν ήρθε ο μπαγάσας μόνος του, έφερε τη Βίκη και τα παιδιά της μαζί. Μή χάσει κανένα πήδημα και πάθει αδράνεια. Για να μη τους δούμε, ήρθανε με ταξί αργότερα, ντάλα μεσημέρι που εμείς κοιμόμαστε. Τους είδε όμως η Μ, τους χαιρέτησε και η γκόμενα γύρισε τα μούτρα της απο την άλλη. Δεν τη γουστάρει τη νύφη μου γιατί δεν ασχολείται μαζί της. Και στις γαλίφικες προτάσεις της για «ανειδιοτελή» φιλία, απεδείχθει αδιάφορη. Ευτυχώς. Ας έχουμε μόνο μία bi νύφη, η άλλη ας μη συμμετέχει στη ντροπή.

ΝΤΡΟΠΗ στο γιό μου που έφερε το εγγόνι μου μαζί και δεν μας είπε τίποτα. Γιατί ρε κωλόπαιδο μας στέρησες μία ολόκληρη εβδομάδα το παιδί, ε; Ο Β έγινε θηρίο χθές όταν γυρίζοντας απο την εκκλησία είδε τον εγγονό να παίζει παιχνίδια στο Ιντερνέτ καφέ δίπλα. Ο εγγονός βέβαια τα είπε όλα, για τις 6 μέρες που είναι εδώ «ινκόγκνιτο παπού», για το ότι πάει στο μαγαζί κάθε μέρα με τη θεία Βίκη και βοηθάει, για τις βόλτες του με το ποδήλατο και τα παιχνίδια με τα παιδιά της Βίκης.

Περιμέναμε τον γιό μας χθες να γυρίσει. Πήγαμε στο σπίτι του και του μιλήσαμε. Εχει κάθε δικαίωμα να ζήσει τη ζωή του όπως θέλει. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ώπα-ώπα τα παιδιά τους και άλλοι που τα καίνε με τσιγάρα ή τα σκοτώνουν. Στα τσακίδια να πάει η ζούρλα του, τα εγγόνια μου θέλω να τα βλέπω. ΤΟ ΑΠΑΙΤΩ.

Και που το απαιτώ, τι έγινε; Γέλασε και είπε «έλα τωρα ρε μαμά, πλάκα κάναμε με τον μικρό, σαν μυστικό το είχαμε..για να βοηθήσει λίγο τη Βίκη που θα ήταν μόνη της στο μαγαζί»

Το ξέρω τον γιό μου. Κάτι ετοιμάζει. Εχει γούστο να χωρίσει την Α και να πάρει την άλλη!.

Advertisements

Απραξία

Ζέστη πολύ και το κλιματιστικό στο φούλ. Ντρέπομαι που συνεισφέρω στη θερμοκρασία του περιβάλλοντος, χωρίς αυτό όμως δεν θα ζώ, οπότε τι.

Ο Μάρκος γύρισε απο τις διακοπές του μόνος, δουλεύει το πρωϊ και το απόγευμα τρώει σε εμάς. Μετά κοιμάται και βγαίνει. Ας κάνει ότι νομίζει, φωτιά στο σπίτι μόνο να μη ξαναβάλει όπως πέρυσι.

Τα εγγόνια γυρίζουν αρχές Σεπτέμβρη. Τα πεθύμησα. Θα γυρίσουν μαζί με τη μάνα τους και τη θεία Βίκη. Αυτές δεν τις πεθύμησα αλλά τι να κάνουμε, τους φίλους τους διαλέγουμε, τους συγγενείς τους ανεχόμαστε. Ανεχομαι τις μπηχτές της συμπεθέρας ότι οι 2 γυναίκες (η κόρη της και η φίλη της) είναι κώλος και βρακί. Κάνω την ανήξερη. «Σώπααααα! » «Μη μιλάς όταν δεν θέλεις μπελάδες» έλεγε η μάνα μου. Σωστή και σοφή.

Σιωπή. Και δροσιά τεχνητή. Απλή επιβίωση πάνω απ’ όλα.

Δια πυρός και σιδήρου

ήταν οι διακοπες μου τον Αύγουστο. Τη Τετάρτη βγήκα απο το Νοσοκομείο. Γεμάτη με εκείνο το συναίσθημα του ως εδώ ήταν, μη το παλεύεις άλλο, δεν σε θέλει. Για μιά ακόμη φορά αφέθηκα. Στα χέρια άλλων που πάσχιζαν για μένα. Για μία ακόμη φορά επέζησα. Εκπληξη αισθάνομαι και ανακούφιση. Μία ευχή έχω. Οχι άλλο πονο.

Τέλη Ιουλίου πήγαμε στο Ναύπλιο με τον Β και την αδελφή μου. Μείναμε στο σπίτι των παιδιών, χωρέσαμε όλοι μια χαρά. Κάναμε τα μπάνια μας, πήγαμε σε βόλτες, πανηγύρια, εκκλησίες, ΄κάτσαμε και στη παραλία μαζί με τις πελώριες γρανίτες μας – τα παγωτά δεν με συγκινούν τόσο όσο οι πολύχρωμες δροσερές γρανίτες του καλοκαιριού. Θυμάμαι παλιά, πρίν 30 και βάλε χρόνια που έπαιρνα τα παιδιά και πηγαίναμε βόλτα στο Μπάτη. Εκεί είχε ένα περίπτερο που πούλαγε παγωτά ξυλάκι με γεύση γρανίτας, σκέτος πάγος με χρώμα ήταν, αλλά τα μικρά κάνανε τόσο χάζι αφού τρώγανε τα παγωτά, γιατί οι γλώσσες τους παίρνανε χρώμα, ήταν πότε κόκκινες (γρανίτα φράουλα), πότε κίτρινες (λεμόνι), πότε πορτοκαλιές (ροδάκινο) και πότε πράσινες (φυστικι). Στο Ναύπλιο λοιπόν παίρναμε γρανίτες σε ψηλά ποτήρια και σιγοπίναμε ως αργά το βράδυ παρατηρώντας τις στρατιές των τουριστών και των καλοντυμένων ντόπιων που πήγαινε πέρα-δώθε.

Ο στόχος μας ήτανε να φύγουμε μόλις ερχόντουσαν τα παιδιά, ακολούθησα Μαριλένα τη συμβουλή σου για να αποφεύγουμε τις φιλονικίες. Γι’αυτό το λόγο πήραμε και τη Φοφώ μαζί, ώστε αν μας έλεγαν τα παιδιά «γιατί δεν κάθεσθε» να λέγαμε ότι δεν χωράμε να μείνουμε όλοι μαζί.

Τα παιδιά ήρθαν ένα Σάββατο και εμείς είχαμε στόχο το ίδιο Σάββατο, αφού τα βλέπαμε λίγο να φύγουμε. Θα οδηγούσε ο άντρας της Φοφώς, με ένα αυτοκίνητο είχαμε έρθει, όλα στρωτά προγραμματισμένα τα είχαμε. Αυτό που δεν προβλέψαμε ήταν τον πόνο. Ηρθε σε μένα λίγο μετά το μεσημέρι. Δυνατός, στην αριστερή πλευρά, στη κοιλιά. Διπλώθηκα στα δύο ουρλιάζοντας. Και δεν είναι καθόλου εύκολο να διπλώνομαι γιατί είμαι παχουλή.  Μια χαρά δίπλωμα έκανα. «Χλώμιασες μάνα και πρασίνισες» μου είπε ο Πέτρος μετά. Ετρεξα στη τουαλέττα και ..έμεινα εκεί. Τρομεροί οι πόνοι και διάρροια. Ιδρωνα και είχα ταχυκαρδία. Ο Β κάλεσε το γιατρό μου στο κινητό. Οπως μου είπαν μετά, ειδοποιήθηκε το τοπικό νοσοκομείο και έστειλε ασθενοφόρο. Μου βάλανε μία μεγάλη πάνα (για τη διάρροια) και οξυγόνο και με σειρήνα με πήγαν Αθήνα στο Νοσοκομείο. Μου κάναν και μία ένεση και ήμουνα μεταξύ ξύπνιου και κοιμισμένου, δεν πόναγα τόσο τότε.

Οπως μου είπαν αργότερα, την ίδια νύχτα το σύμπτωμα χτύπησε τον Πέτρο και τη Μ. Τον Β, τον έπιασε τρέλλα. Απο τη μία είχε εμένα στο Νοσοκομείο με το οξυγόνο, γιατί ναί μεν πέρασε ο πόνος, αλλά είχα κουράσει με όλα αυτά λίγο τη καρδιά μου και μου συνέστησαν να μείνω μέσα για παρακολούθηση. Απο την άλλη έχοντας το Πέτρο και τη Μ με γαστρεντερίτιδα στο Ναύπλιο, ήθελε να πάει να βοηθήσει.

Και πέρασαν 10 μέρες. Τα παιδιά έγιναν καλά μόνα τους, δεν ξέρω ποιός πήγε και τους πήρε φάρμακα, σίγουρα όχι η κα Π, κάποιος γείτονας, φίλος ποιός ξέρει! Μόλις γίνηκαν καλά τα μαζέψανε και γυρίσανε. Να βοηθήσουν εμένα.

Βγήκα απο το Νοσοκομείο τη Τετάρτη, με λατρεία φίλησα τη πόρτα του σπιτιού μου, ευχαριστώντας το θεό που μου έδωσε παράταση.

Ακόμη λίγο καιρό, εδώ, μαζί