Απραξία

Ζέστη πολύ και το κλιματιστικό στο φούλ. Ντρέπομαι που συνεισφέρω στη θερμοκρασία του περιβάλλοντος, χωρίς αυτό όμως δεν θα ζώ, οπότε τι.

Ο Μάρκος γύρισε απο τις διακοπές του μόνος, δουλεύει το πρωϊ και το απόγευμα τρώει σε εμάς. Μετά κοιμάται και βγαίνει. Ας κάνει ότι νομίζει, φωτιά στο σπίτι μόνο να μη ξαναβάλει όπως πέρυσι.

Τα εγγόνια γυρίζουν αρχές Σεπτέμβρη. Τα πεθύμησα. Θα γυρίσουν μαζί με τη μάνα τους και τη θεία Βίκη. Αυτές δεν τις πεθύμησα αλλά τι να κάνουμε, τους φίλους τους διαλέγουμε, τους συγγενείς τους ανεχόμαστε. Ανεχομαι τις μπηχτές της συμπεθέρας ότι οι 2 γυναίκες (η κόρη της και η φίλη της) είναι κώλος και βρακί. Κάνω την ανήξερη. «Σώπααααα! » «Μη μιλάς όταν δεν θέλεις μπελάδες» έλεγε η μάνα μου. Σωστή και σοφή.

Σιωπή. Και δροσιά τεχνητή. Απλή επιβίωση πάνω απ’ όλα.