Επιστρέψαμε

Γυρίσαμε απο το ταξείδι μας τη Πέμτη το βράδυ, πτώματα για να λέμε την αλήθεια, χθές να ξεκουραστούμε λίγο, να ψωνίσουμε κάτι να φάμε. Ομορφα ήταν παρόλλο που μας τα χάλασε λίγο ο καιρός, ήταν βουρκωμένος, πότε έκλαιγε βροχή και πότε φύσαγε κάτι σαν σκόνη που τρύπωνε στα μάτια μας και τα ερέθιζε. Δεν βοήθησε ο καιρός καθόλου. Με το τρόπο του μας έλεγε ότι είναι τέλος εποχής..»εσείς που τρέχετε τώρα;» Κι αν γεράσαμε, τι έγινε, αφού μας βαστάνε τα πόδια μας, τρέχουμε.
Πρώτα να γράψω για το ταξείδι. Πήγαμε με το καράβι Ανκόνα, μετά με πούλμαν, Ρίμινι, Ραβένα, Σιένα, Μπολώνια μετά Βενετία και μετά παραλλιακή επιστροφή. Δεν ψώνισα πολλά πράγματα, βρήκα ύφασμα, λόγω εποχής μάλλινο και θα κάνω ένα ταγιέρ, ίσως μου βγεί και μία δεύτερη φούστα. Αυτό άξιζε. Πήρα και χασέ (άσπρο ύφασμα για πουκάμισα) παρόλλες τις κοροιδίες του Β, ότι το έτοιμο πουκάμισο είναι φθηνώτερο. Είναι, αλλά εμένα μ’ αρέσει να ράβω. Αμα δεν σ’ αρέσει, μη το φοράς. Ε! μα πιά! Για τα παιδιά έφερα αναμνηστικά, σημαιούλες και λιχουδιές, ο Πέτρος θέλει φαγώσιμα-του έφερα 1 σαλάμι ενώ για τους άλλους σουβενίρ. Πήρα μιά μουσική κιθάρα για μένα που αμα την κουρδίσεις παίζει το Vita mia, παλιό τραγούδι Ναπολιτάνικο θαρρώ.

Η πίτα της επιστροφής φαγώθηκε. Ο καθένας μάσαγε το δικό του κομμάτι κατά πως μπορούσε. Είχαμε, χαρές, καλωσωρίσματα, κατηγόριες, παράπονα, γκρίνιες και παρατηρήσεις. Την τελευταία μου την έκανε η Μ, ότι βράχνιασε η φωνή μου. Εχω λίγο κρυώσει απο την υγρασία, η παρατήρηση όμως θα μπορούσε να έλειπε. Ας μου την έλεγε μιά άλλη μέρα. Γκρίνιαζε ο Πέτρος ότι μυαλό δεν βάλαμε γιατί έχει ο Β επιπεφικίτιδα, απο τη σκόνη. Παραπονέθηκαν τα εγγόνια ότι τώρα που ξεκίνησε η μιά την Εκτη Δημοτικού και ο άλλος την Α. Γυμνασίου δεν είμασταν κοντά τους να χαιρόμαστε μαζί τους. Απο πότε χαίρονται τα παιδιά που πάνε σχολείο, άπίστευτο!. Τι φρούτα είναι τα δικά μας δεν ξέρω. Μας κατηγόρησε ο Μάρκος ότι όλο τον εαυτό μας κυττάμε, να περνάμε εμείς καλά και εκείνοι να στρεσάρονται. «Καλά κάνουμε γιέ μου, όσο αντέχουμε να καλοπερνάμε» του είπα και δεν πρόσθεσα ότι νέος είναι να κάτσει να δουλέψει. Αστο, ας μην καυγαδίσουμε με τις βαλίτσες στην είσοδο. Εχουμε μέρες και γι’ αυτά. Μας καλωσώρισε η Α, χαρούμενη που επιστρέψαμε. Βαρέθηκαν τα έτοιμα φαγητά.. να μας κάνεις κανά όσπριο μητέρα είπε με το που πάτησα το πόδι μου στο σπίτι. Και μετά με ρώταγε τι πήρα απο τη Βενετία για εμάς, όχι τα ρούχα, τίποτα διακοσμητικά. Σαν κάλφας μετράει τα ακίνητα, λές και θα της μείνουν όταν πεθάνουμε. «Στο πλιάτσικο πρώτη είναι η κόρη μου» λέει η συμπεθέρα και εγώ ανατριχιάζω.
Μετα βαϊων και κλάδων λοιπόν, σπίτι

Ολα αλλάζουν

Αλλάζει ο κόσμος, αλλάζει και η ζωή μου. Πέρυσι και να μου το έλεγαν ότι θα πλούτιζε τόσο η ζωή μου, δεν θα το πίστευα. Είχα καταπέσει ψυχολογικα πολύ και έλεγα ότι ως εδώ ήταν, έτσ9 θα πορευθώ μέχρι το τέλος, με τα κοινά, τα παιδιά, τα εγγόνια, τη καθημερινότητα, τα ίδια και τα ίδια, μασημένο κρέας, ξαναζεσταμένα, μιά χαρά βαρεμάρα. Δεν είναι ότι έχει έρθει ο κόσμος μου πάνω-κάτω, είναι που άρχισαν να ερχονται νέα ερεθίσματα.

Καθόμουνα τις προάλλες στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς και μου λέει η ψιλικατζού, «εσείς έχετε ο ένας τον άλλο κα Λένα μου, μπορείτε να πάτε και μιά βόλτα παράπανω, ένα ταξείδι, ενώ εγώ που χήρεψα, ευτυχώς που έχω το μαγαζί, ειδάλλως θα μαράζωνα». Και έχει δίκιο η γυναίκα, αντί να καταναλώνομαι στα παιδιά που έχουν κάνει τη ζωή τους όπως θέλουν, να πάρω το καπελλάκι μου και να φύγω. Οσο ο καιρός το επιτρέπει και όσο είμαι ακόμη γερή. Βέβαια θα έχει κάποιο αντίκτυπο η αναχώρησή μου, γιατί σε καθημερινή βάση μαγειρεύω για τα εγγόνια που τρώνε σε μένα γιατί η μαμά τους λείπει. Ε! Οπως τρώνε πίτσες, σουβλάκια κλπ απο ντελίβερι τα σαββατοκύριακα, ας τα φάνε και τις καθημερινές. Η να κάτσει η Α σαν κάθε εργαζόμενη μάνα να μαγειρεύει για την οικογένειά της τα βράδυα. Που μονίμως κλαίγεται, δεν μπορεί..αχ, τούτο-κείνο..και λέει ότι ούτε σε κομμωτήριο δεν έχει πάει αυτό το μήνα, τα δίδακτρα υψηλά, αχ τρέξιμο για τα πιστοποιητικά, ούχ τρέξιμο για τους γιατρούς….αμάν. Και πολύ πιά ασχολούμαι, με μαλώνουν οτι ανακατεύομαι, φεύγω και εγώ λοιπόν και καθίστε μόνοι σας να βγάλετε το φίδι απο τη τρύπα. Κι αν η τρύπα αποδειχθεί άβυσσος ή το φίδι να μη θέλει να βγεί, πρόβλημά σας.

Θα πάμε για 5 μέρες εκδρομή στο Ρίμινι. Δεν θα έχω τη ψηφιακή μαζί μου για να μη με ρωτήσει ο Β, σε ποιό κομπιούτερ θα τις κατεβάσω. Κρατάω ακόμη μία πισινή, ποτέ δε ξέρεις. Φεύγουμε αύριο και γυρίζουμε  το άλλο Σάββατο. Με πούλμαν θα πάμε και μετά με καράβι πρός Ανκόνα. Και μετά πάλι με πούλμαν. Θα μας γυρίσουν και σε άλλες πόλεις, δεν ξέρω ποιές, ο Β έχει το πρόγραμμα.  Φεύγω με ελαφριά καρδιά. Δεν έχω τύψεις. Αφού όλοι με μαλώνουν και εσείς και η οικογένεια ότι ανακατεύομαι, ορίστε λοιπόν, δεν ανακατεύομαι. Απουσιάζω.

Καλημέρα σας

Διάλογοι

Απαιτήσεις και παράπονα ακούω απο όλες τις μεριές. Λέει ο Πέτρος ότι δεν βλέπει τα ανήψια του, ότι δεν έρχονται να του πούν ένα γειά, ότι γύρισαν απο το νησί των παπούδων τους και ούτε καλημέρα δεν του είπαν..λέει, λέει, λέει, κατηγορεί τους γονείς των παιδιών ότι δεν τους έμαθαν τρόπους, ότι είναι γάϊδαροι-συμφεροντολόγοι-γλείφτες..λέει, λέει, λέει.

«Καλά γιέ μου» του λέω «εσύ πότε πήγες σπίτι τους, πότε τους πήρες τηλέφωνο, πότε στάθηκες κοντά στα παιδιά, πότε τους έδωσες το θάρρος να έρχονται να σε εκμυστηρεύονται πράγματα ε;. Αυτό που κάνεις είναι να τους παίρνεις στις γιορτές και τα γενέθλιά τους αυτά που ζητάνε, ρούχα, παιχνίδια και τέτοια. Και μετά ο καθένας πάει σπίτι του.»

Είναι πολυάσχολος ο Πέτρος, δουλεύει απο το πρωϊ ως το βράδυ, δεν λέω. Ομως για να χτιστεί μιά σχέση χρειάζεται ο μεγάλος να στρώσει το δρόμο για τον μικρό και άπειρο. Μη περιμένεις απο τους πιτσιρίκους να σε εμπιστεύονται, όταν σε βλέπουν όπως τον Αγιο Βασίλη, δηλαδή μία φορά το χρόνο φορτωμένο. Ετσι θα σε βλέπουν σαν πορτοφόλι μόνο.

Η Α θυμώνει όταν οι θείοι ξοδεύουν πολλά για τα ανήψια. Θεωρεί ότι όλος αυτός ο πλούτος πάει χαμένος γιατί το παιδί δεν παίρνει τίποτα το ουσιαστικό. Αντίστοιχα το παιδιί κοκορεύεται στους συγγενείς της για τους πλούσιους θείους και εκείνοι μαζεύονται. Η Α. θυμώνει πάρα πολύ γιατί δεν συμπαθεί καθόλου τον Πέτρο. Τον φοβάται γιατί είναι απρόβλεπτος. Θυμώνει που τα παιδιά τρελλαίνονται για τους θείους, να πηγαίνουν σπίτι τους και να κάνουν βόλτες. Θυμάμαι όταν η εγγονή ήταν 5 ετών, τη πήρε η Μ, την έντυσε σε κατάστημα, τη πήγε κομμωτήριο, μετά σε κουκλοθέατρο και τέλος σε ένα εστιατόριο όπου τη σερβίριζαν σαν μεγάλη δεσποινίδα. Ποτέ δεν το ξέχασε αυτό! Οχι δεν θέλει τα παιδιά να γίνουν σαν τους θείους τους. Θέλει να τα έχει μονίμως στο χέρι.

Είναι στραβός ο δρόμος που ακουλουθούν και οι δύο πλευρές αλλά δεν με ακούνε. Η κατραπακιές θα τους δείξουν τελικά τη σωστή οδό.

Απολογισμός

Τη Τρίτη γυρίσαμε απο τη Νάξο. Μιά βδομαδούλα υπέροχες διακοπές, όπως κάθε χρόνο. Φχαριστηθήκαμε βόλτες, δροσιές και φαγητό. Ο Β πήγε και για μπάνιο. Ψάρεψε και μία ξένη, λέει ότι τη πηδ..κιόλας, μακάρι! Η ποικιλία κάνει καλό. Ηπιαμε ωραία κρασιά και λικέρ κίτρο. Φέραμε τυριά για δώρα.

Χθές πήγαμε στην αγορά για ψώνια γιατί δεν είχαμε τίποτα και μετά φάγαμε με τον Πέτρο και τη Μ σπίτι τους. Ο Μάρκος και η Α μαζί με τα παιδια αφαντοι. Που θα πάει, αρχίζουν τα σχολεία αύριο..θα εμφανισθούν. Εμαθα ότι θέλει η Α, κάθε μέρα να πηγαίνει το γιό της στο σχολείο με το τράμ, μήπως και τον φάνε τα άδεια καθίσματα έτσι και πάει μόνος του. Ο,τι είναι να πώ το έχω πεί «μη του κολλάς του παιδιού απο τα 12, έχεις το γάϊδαρο της εφηβείας ολόκληρο μπροστά σου» – δεν καταλαβαίνει, συνεχίζει και τον πάει απο πίσω. Πώς δηλαδή το βλέπει, αυτή να είναι ο περίγελως της γειτονιάς και ο γιός προσεκτικά προστατευμένος απο την Αποστολική διακονία, που όμως η καλόγρια είναι ξεβράκωτη απο μέσα: Ο Β γελάει. «τα μαθήματα τα παίρνουν απο το σπίτι τους, να δείς που ο μικρός θα μας βγεί απο ηθικός έως ηθικώτατος. Μέσα στο μπουρδέλλο που μεγάλωσε, επόμενο είναι» Τσαντίζομαι.

Θα πάμε στο δερματολόγο σήμερα, έχει ο Β κολλήσει μύκητες, χλαπάτσα, κάτι τον τρώει «εκεί». Πανάκριβη η ξένη μπάρμπα!. Γέρας και μυαλό δεν έβαλες.