Μές’τη χαρά

Είμαι πολύ χαρουμενη σήμερα, φεύγουμε με τον Β, τη Φοφώ και τον άνδρα της για Θεσσαλονίκη με τον ΟΣΕ. Κάποιες άλλες εποχές πρίν πάρουμε αυτοκίνητο, ταξιδεύαμε με την Οτομοτρίς, τον προ-προ-προ-πρόγονο του σημερινού ΟΣΕ, μεγάλα δίχρωμα σιδερένια βαγόνια, γύρω απο τα παράθυρα που άνοιγαν τότε είχαν άλλο χρώμα. Ολοι βγάζαμε τα κεφάλια μας έξω παρόλλο που μας προειδοποιούσαν οι καρφωμένες πινακίδες «ΜΗ ΚΥΠΤΕΤΕ ΕΞΩ» ενώ γελάγαμε με μερικές άλλες «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΠΤΥΕΙΝ» απευθυνόμενες ίσως σε εκείνους που μασούσαν ταμπάκο και σε εκείνους που έφτυναν γενικά καθώς και «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΕΣΘΗΕΙΝ» ώστε να μη τρώμε μέσα και τα λερώνουμε. Και μετά περιμέναμε να φθάσουμε Κόρινθο για να ξεχυθούμε στα σουβλατζίδικα.  Εχω ακόμη αναμνηστικά μερικά χιλιοτρυπημένα χαρτονένια  εισιτήρια του ΟΣΕ, στην αρχή ήταν σταμπωτά, μετά τα τρύπαγα και τους έκοβαν τις άκρες, δεν θυμάμαι καλά..Αλλες εποχές.

Πάμε Θεσσαλονίκη για κάποιες μέρες γιατί γέννησε η κόρη της ανηψούλας μας, η τελευταία που μας έμεινε. Οι γονείς της, η μάνα της ήταν αδελφή του Β και ο πατέρας της ο Νίκος, έχουνε και εκείνοι πεθάνει με τον καημό της έλλειψης εγγονιού, νά όμως τώρα μετά απο πολλές προσπάθειες, νατο! το κοριτσάκι! Μικρούτσικο, γεννήθηκε με καισαρική τη περασμένη εβδομάδα, όμως είναι μία χαρά. Φεύγουμε λοιπόν όλοι να χαρούμε και να δούμε το νέο μωρό!.

Αντίο σας και καλό τριήμερο!

Με τις υγείες μας

Χθές γιορτάσαμε τα γενέθλια του γιου μου σε ένα εστιατόριο στο Γκάζι. Πήγαμε με 3 αυτοκίνητα, όλη η οικογένεια μέσα και φάγαμε πάρα πολύ ωραία. Το μέρος που μας πήγε ήταν για όλα τα γούστα είχε και κρέας και μεζεδάκια για χορτοφάγους, ωραία τυριά, λουκάνικα, κρασί, μπύρες, γλυκά. Ολοι μας περάσαμε καλά. Για πρώτη φορά χωρίς καυγάδες. Μόνο με αγριοκύτταξε η αδελφή μου όταν είδε ότι εκείνη είχε το δώρο μαζί της για να του το δώσει, ενώ εγώ το είχα δώσει νωρίτερα, προτού φύγουμε. Για να μη το κουβαλάει το παιδί στη ταβέρνα, γι’ αυτό. Δεν μίλησε όμως. Ξέχασε τα πάντα όταν ήρθαν τα παϊδάκια.

Πρίν φύγουμε ξέσπασε καταιγίδα, τόσο νερό ήταν απίστευτο. Γίναμε μούσκεμα, ευτυχώς υπήρχαν κάποιες ομπρέλλες. Στην επιστροφή έβγαλα μία φωτογραφία απο τα απίστευτα κύματα που σκέπαζαν τους προφυλακτήρες των αυτοκινήτων. Ωσπου να φτάσουμε σπίτι μας, που δεν έβρεχε, είχαν στεγνώσει όλα.   Ανεβήκαμε σπίτι μας, στεγνώσαμε, αλλάξαμε ρούχα και ξανακατεβήκαμε στων παιδιών το σπίτι να κόψουμε το γλυκό που έφτιαξα.

Τη φόρμα την αγόρασα απο την Ιταλία, στο ταξείδι που πήγαμε. Η τούρτα ήταν πολύ απλή, παντεσπάνι που έφτιαξα εγώ και κρέμα γάλακτος. Να το χαιρόμαστε το παιδί μου, να είναι καλά.

(Μη ντρέπεσθε να σερβιριστείτε, υπάρχει για όλους όσους τρώνε με τα μάτια)

Τσίρκο

Τη  Κυριακή έχει τα γενέθλιά του ο γιός μου και μας κάλεσε σε τραπέζι. Δεν θα μαγειρέψει η Μ, θα πάμε έξω. Ο λόγος που πάντα σε τέτοιες επετείους και εορτάς βγαίνουμε είναι  ο αριθμός μας, όλο το σόϊ είμαστε πολλοί, θέλει τα καζάνια του στρατεύματος για να χώσει τις ποσότητες. Μία φορά το χρόνο βγάζει έξω ο Πέτρος όλο το σόϊ και το παρα-σόι (θειάδες, ξαδέλφες, ανήψια, κλπ) και κλείνει τις όποιες υποχρεώσεις του.

Κάθε χρόνο του παίρνουμε ρούχα του παιδιού, απο…πάντοτε. Μας λέει τι θέλει, μας δίνει και τα νούμερα που φοράει, καμμιά φορά και το κατάστημα, πάμε, τα παίρνουμε και τέλος. Φέτος μας είπε ότι έχει ανάγκη σε πουκάμισα. Για το γραφείο δηλαδή, γαλάζια, ανοιχτά (παλ) χρώματα, ίσως με λεπτές ρίγες, τίποτα όμως μαύρο, σκούρο, φανταιζί και περίεργο. Μας είπε να πάμε σε συγκεκριμμένο κατάστημα, πήραμε την αδελφή μου και τον άντρας και πήγαμε…

Πρίν ξεκινήσουμε τσακωθήκανε οι δύο άντρες για το ποιά είναι η καλύτερη διαδρομή. Ο Β ήθελε να πάρουμε το αυτοκίνητο, να μας αφήσει στο κατάστημα, να φτύσει, βρίσει, μουτζώσει να βρεί πάρκινγκ και λίγο πρίν φύγουμε να έρθει να μας βρεί. Μετά να μας στήσει στο πεζοδρόμιο για κανά μισάωρο όπου θα εμφανισθεί κατακόκκινος απο τις μούτζες, βρισιές, κωλόγερε, αει να πιείς το τίλιο σου..που έβαλε στη τσέπη. Μετά πάμε πάντα για φαγητό όπου θα τα κοπανήσει για να συνέλθει απο τις προσβολές της νέας γενιάς, δεν θα μπορεί να οδηγήσει απο τη σούρα, θα το πάρω εγώ το τιμόνι και θα ξύσω (όπως κάθε χρόνο) το αριστερό φτερό στο τοίχο του γκαράζ. Αυτόματα θα συνέλθει θα τιναχτεί έξω σαν το Φασουλή, ένα παιχνίδι με ελατήριο που είχαμε παιδιά, και θα αρχίσει να λέει για γηρατειά και στραβομάρες, για σωφερίνες και βρεγμένες σανίδες .  Ο  άνδρας της Φοφώς, ο Λευτέρης, ήθελε να πάμε με το τράμ και να γυρίσουμε με ταξί. Και παρόλλο που ίσως κουραστούμε να βρούμε ταξί, είπαμε φέτος να μη ξύσουμε πάλι το φτερο του αυτοκινήτου.

Φθάνοντας στο κατάστημα, σκορπίσαμε, ο ένας πήγε απο εδώ, ο άλλος απο εκεί. Δώρο για το παιδί θα παίρναμε, αλλά αν βρίσκαμε και κάτι για εμάς, εντάξει. Φτάνουμε στο ταμείο, κάνει έτσι η Φοφώ να δεί τι πήρα. Και γίνεται ένας καυγάς τρικούβερτος. «Στραβή και κουφή είσαι χριστιανή μου;» «τι είναι αυτά τα γκρενά πουλόβερ, το μπλέ παντελόνι και τα 2 γκρί με ρίγες πουκάμισα; Γαλάζια πουκάμισα ζήτησε ο Πέτρος, εσύ τι στο καλό πηρες;» Της λέω» Τα πουκάμισα που είχε το μαγαζί όμως δεν μ’ αρεσαν! Ασε που όλοι πουκάμισα θα τούπαιρναν, ήθελα το δικό μου να ξεχωρίζει» φωτιά η αδελφή μου. Με έκανε με τα κρεμμυδάκια. Κακκιασμένη γυρνάω κυττάω τα δικά της. Είχε πάρει ένα σουτιέν παιδικό, τη κυττάω «είσαι τρελλή, σ’ αυτές τις αυγοθήκες που πήρες τα πεπόνια σου δεν χωράνε!» Κυττάω και τα πουκάμισα..της κακιάς ώρας τα φθηνώτερα πήρε, απο ποιότητα χάλια σαν αυτά που φορούσαν παλιά οι ταμίες με τα δέρματα στους αγκώνες «στο παιδί μας βρήκες να κάνεις τσιγκουνιές» τρία πουκάμισα πήρε το καθένα διαφορετικό μέγεθος, 38, 42, 46, «δεν πάμε καλά πόσους λαιμούς έχει ο γιός μου. Αφού μας είπε ότι τα νούμερό του είναι 42, τα άλλα τι τα θέλεις; Για να τους τρέχεις να τα αλλάζουν;» Λέει η Φοφώ «Α! μάλιστα, εγώ να παίρνω πουκάμισα αλλά να μη κάνω το κομμάτι μου σε λάθος νούμερο, να το κανεις εσύ μόνο η γκρανκάσα πεθερά που τα έχει μόνιμα τα εγκεφαλικά ταρακουνήματα » . Πώς δεν πιαστήμαμε μαλλί με μαλλί. Τώρα λέω θα μας κάνουν του αλατιού οι άντρες που γίναμε υπερ-θέαμα. Ησυχία όμως. Τίποτα δεν μας είπαν. Μόνο στο ταξί τους είδα που αντάλλασσαν κάτι χρήματα. Είχαν στοιχηματίσει σε εμάς, ποια θα τσακωθεί με την άλλη πρώτη, ποιά θα ξεσηκώσει το μαγαζί, ποιά θα κερδίσει και ποιά θα σκουντήξει πρώτη. Και γέλια μέχρι δακρύων. 

Τα στοιχήματα ανανεώθηκαν και γραπτώς γιατί τη Κυριακή που θα παραλάβει ο Πέτρος τα δώρα του (συνηθίζει και τ’ ανοίγει επί τόπου το πουλάκι μου) θα δούμε τις αντιδράσεις του. Ποιά απο τις δυό μας θα πάρει και θα σηκώσει, ή δεν θα πεί τίποτα;

Αυλαία και διάλειμμα. Μετά θα έρθουν τα λιοντάρια στη σκηνή, να μας φάνε να ησυχάσουμε

Τα λουριά της ελευθερίας

Αγαπητή μου νύφη,
Ξαναγράφω. Ο,τι έκρυψα απο τα μάτια του κόσμου, το ξαναφανέρωσα. Δεν αρέσει η τακτική μου αυτή σε πολύ κόσμο. Μέσα στην οικογένειά μου, σε σένα δηλαδή, δεν αρέσει η τακτική αυτή. Τέσσερες μέρες τώρα μόνο γι’ αυτό μιλάμε, μάλλιασε η γλώσσα μας. Μαύρο-άσπρο. Οι αλλες αποχρώσεις στο πύρ το εξώτερον. Σηκωθήκανε τα πόδια να βαρέσουν το κεφάλι. Και καλά να ξέρεις ταεκ-βο-ντό, τότε εύκολα κλωτσάς τα μούτρα σου, σιγά τώρα γριά γυναίκα να κάνω τη παιδούλα. Δεν με καταλαβαίνεις κόρη μου και δεν σε καταλαβαίνω. Αμα είμαι στενοχωρεμένη βάζω τα κλάμματα, χτυπιέμαι, πιάνω το τηλέφωνο και όλος μου ο κόσμος, οι φίλες μου, μαθαίνουν το πόνο μου. Είτε αυτός είναι τα χαμπάρια του Β, του Μ, του κάθε ενός που με πικραίνουν, είτε για θέματα υγείας. Αμα είσαι στενοχωρεμένη, κρεμάς μούτρα. Στρείδι κλειστό δεν σου παίρνει κανείς κουβέντα. Και μετά λές, δεν σε καταλαβαίνει κανείς, προλάβαμε σάμπως; Μίλησες, μας μίλησες και σε είπαμε όχι; Πώς θα σε νοιαστούμε αν δεν ξέρουμε, ε; Η είμαι πολύ κατιναριό και θα βγάλω και τα δικά σου άπλυτα εδω πέρα και με φοβήθηκες ξάφνου, ε;
Σαν νεώτερη όλα τα δικαιώματα τα έχεις με το μέρος σου. Είσαι η πληγωμένη καρδιά και εμείς οι δήμιοι. Αμα όμως εγώ γράψω τίποτα ερωτοδουλειές, άμα γράψω τις αμφιβολίες και τις αγωνίες μου μήπως γίνω γιαγιά για 3η φορά «παπαπα, ντροπή». Για ποιον ντροπή; Για μένα που τα γράφω ή για κείνους που αψηφούν τους πάντες και προχωράνε; Μη το μάθει (και) ο μπλογκοκοσμος και γίνουμε εντελώς ρεζίλι;
Για να ξεδίνω μου άνοιξες το μπλογκ. Για να μη τα καταπίνω και τρελλαίνομαι. Και εδώ βρήκα χώρο να μιλάω άνετα και να λέω και τις τρ’ελλες μου και τις υποψίες μου. Υπάρχουν πολλά που με φοβίζουν ή και με αηδιάζουν. Τα γράφω οσο πιο ανώδυνα μπορώ. Μερικά τα κρύβω και δεν τα δημοσιεύω. Ντρέπομαι. Μπορεί να γίνω πάλι γιαγιά, το ένστικτό μου μου λέει ότι μπλέξαμε με αυτή την αράχνη, τη Βίκη. Θα ξεζουμίσει το γιό μου ώς το κόκκαλο. Αγωνιώ. Είναι παιδί μου.
Ο άντρας μου ακόμη βάζει χέρι στις γυναίκες στο λεωφορείο, τάχα τυχαία πάντοτε. Θυμώμω πολύ που το κάνει, το θεωρώ αισχρό, αυτό όμως δεν τον σταματάει παρόλλο που μια-δύο φορές μου γύρισε με μαυρισμένο μάτι – δεν τον χτύπησε η γυναίκα που ενόχλησε αλλά ο άντρας της που ήταν δίπλα. Τον είδες τη Παρασκευή με τη κομπρέσσα στο μάτι και ανησύχησες, ενώ εμείς όχι. Παλιές καραβάνες κόρη μου..τα έχω ξαναδεί αυτά. Εσύ όχι. Εζησες και ζείς άλλη ζωή, άλλες οι εμπειρίες σου, αλλιώς μεγάλωσες. Στα πούπουλα – μοναχοπαίδι. Ετσι δεν έμαθες να μοιράζεσαι τον πόνο σου, τα κρατάς όλα μέσα σου..στη πορεία θα έχεις δεί πόσο ανώφελο είναι αυτό. Δεν έχω την απαίτηση να μοιράζεσαι τις έγνοιες σου μαζί μου, έχεις δα και τις δικές σου φίλες. Εχω όμως την απαίτηση να με αφήσεις να κάνω ότι θέλω στη ζωή μου, όση ζωή μου μένει ακόμη.
Υποσχομαι ότι δεν θα είμαι καλό κορίτσι γιατί θα σκάσω αν δεν τα γράψω. Θα είμαι αυτή που είμαι, μία συνταξιούχα μοδίστρα που μη έχοντας τι να κάνει, χώνει τη μύτη της σε ξένα σπίτια. Μ’ αρέσει κιόλας, αυτό να λέγεται. Η ζωή μου αυτή είναι. Και οι εμπειρίες που μάζεψα και τα χαστούκια της απαξίωσης που έφαγα και που τρώω ακόμη (ω! ναί! κάποιοι με θεωρούν σκουπίδι-δεν είναι μόνο δικό σου προνόμιο αυτό)με πονάνε και σοφώτερη δεν με κάνανε. Απλά έμαθα τρόπους να αποφεύγω την επόμενη απογοήτευση. Εσύ μεγάλωσες αλλιώς, μορφώθηκες δεν είχες ανάγκη να σκύβεις το κεφάλι. Το χάσμα των ηλικιών μικραίνει όταν έρχονται οι σφαλιάρες της ζωής. Γι αυτό σου λέω, ΤΕΡΜΑ οι νουθεσίες. Η ελευθερία μου δεν καταλαβαίνει απο τα λουριά της λογοκρισίας. Αν με θεωρούν οι εικονικοί φίλοι, τρελλόγρια που δεν ξέρει τι λέει, ας πάνε με το κουβαδάκι τους να παίξουν σε πιο σοβαρές παραλίες. Η τρελλόγρια είναι εδώ και θα μείνει.

Με αγάπη
η πεθερά σου

Ού γαρ..

Τα γηρατειά ερχονται χωρίς ποτέ να το καταλαβαίνεις. Εκεί που αισθάνεσαι νιός και δυνατός, ένα παιδί σου δίνει τη θέση του στο τράμ, είδε λέει τα άσπρα σου μαλλιά. «Μα απο τα 30άντα μου είχα ασπρίσει» λές παραπονεμένα. Τα 30 σου είναι γήρας για το 14χρονο. Πάλι καλά που κάθισες, άλλοι δεν σηκώνονται ούτε για τους 100χρονους. Οριακή η γραμμή του πως αισθάνομαι με του πώς είμαι. Εκεί που ανέβαινες 10-10 τα σκαλιά ξαφνικά αρχίζουν οι σκουντιές, το γόνατό σου, η μέση σου, λαχάνιασες, η καρδούλα σου στο στόμα σου ήρθε.. κοκκίνησες. Η νεαρή γειτόνισσα απέναντι, σε πιάνει απο το μπράτσο, σου παίρνει τις σακκούλες με τα ψωνια, σε καθίζει στο πεζούλι, «πάρτε μιά ανάσα» και πατάει το κουμπί του ασανσέρ καλώντας το. Τη κυττάς. Εξωμη μπλουζα και μακριά νύχια. Σκύβεις το κεφάλι να μη δεί το βλέμμα σου, παίρνεις ανάσα και μπαίνεις στη καμπίνα. Ωσπου να φθάσεις στο σπίτι σου έχεις δακρύσει
«Τα καημένα τα νιάτα, τι γρήγορα που περνούν» τραγούδαγε ο Αττικ παραπονεμένα και εμείς γελάγαμε σαν παιδιά, για μας η νιότη ήταν για πάντα. Θα είμασταν η εξαίρεση.

Το σώμα γέρασε μπάρμπα αλλά το μυαλο και τα αισθήματα δεν έχουν ηλικία. Το πως μας βλέπουν μας στενοχωρεί. Το να κυττάει ένας νεαρός μια κοπέλλα, φυσικό είναι. Και το αντίστροφο, φυσικό είναι. Το να κυττάει ένας 8Οχρονος μία γυναίκα, απορρίπτεται. «Επρεπε να είχες πεθάνει, κωλόγερε» λέει ένας πιτσιρικάς κορνάροντας στον Β, του υπενθυμίζει πόσες φορές όταν οδηγούσε στα νιάτα του φασκέλωνε και φώναζε τους μεγαλύτερους «κωλόγερους». Πάρτα τώρα. Κοκκινίζει θυμωμένος. Το να ξερογλείφεται μια γριά 75+ ετών για έναν 50+χρονο, για γέλια. Εκτός κι αν είναι πλούσια, λέει ο λαουτζίκος. Ωστε ο έρως να δικαιολογείται.

Ο νέος δεν καταλαβαίνει τα γηρατειά, γιατί έχει τη ζωή μπροστά του. Νομίζει ότι οι γέροντες έχουν μόνο φάρμακα, γιατρούς, νοσοκομεία, απομόνωση, χηρεία, θάνατο και μη με ξεχάσεις στη διαθήκη σου. Οι χαριτωμένοι 40άρηδες που έχουν αυτοπεποίθηση επειδή αρέσουν, θεωρούν ότι στα 8Ο τους έχοντας σημάνει το τέλος των δυναμεών τους, το μόνο που θα μένει θα είναι να βρούν μία πέτρα για το λαιμό τους. Το τέτοιο είναι πολύ σημαντικό για μερικούς άνδρες. Αυτοί θα πονέσουν πολύ όταν βραδύνουν οι τόνοι. Και οι γυναίκες που ήταν κούκλες στα νιάτα τους, θα τρομοκρατηθούν απο τις ρυτίδες και θα καταρρακωθούν όταν χαλάσει το πρόσωπό τους.
Γιατί ζούσαν ως τώρα μόνο σαν νιάτα, χωρίς να λογαριάζουν ή και να επενδύουν στο μέλλον. Τυχεροί είναι όσοι επενδύουν στις δυνάμεις τους. Αγάλι-αγάλι το σώμα μας δίνει σήματα αλλαγής πορείας. Νέα ενδιαφέροντα έρχονται που θα μπορούσαν να μας άλλαζαν τη ζωή, να την εμπλούτιζαν, να τη μαγνήτιζαν μακριά απο τον τομέα που πονάει.
Εντάξει θα κάνουμε και ερωτα αλλά προηγουμένως μήπως μπορούμε να δοκιμάσουμε πόσο αντέχουν τα πόδια μας σε βόλτα στο Θησείο, ή πόσο αντέχει η μέση μας να κουβάλαμε το καρότσι της λαϊκής αντί να παίρνουμε το αυτοκίνητο; Και αν είμαστε ψόφιοι όταν γυρίσουμε, μήπως μπορούμε να αναβάλλουμε το κοκό και να συμβιβαστούμε με αγκαλιές, ε;

Απογαλακτισμα

Αποφάσισα να κάνω διορθώσεις στο προηγούμενο κείμενο που έγραψα, να σβήσω δηλαδή κάποια κομμάτια και να σβήσω εντελώς το πιο πρίν κείμενο με τον τίτλο «τίνος ειναι το παιδί». Λογοκρίθηκα άσχημα. Κάθισα χθές και σκέφτηκα τι είναι καλύτερα. Να αναγκαστώ να σβήσω το μπλογκ τελείως ή να κρατήσω τη προσωπική μου ζωή για μένα βγάζοντας μόνο ότι με ενοχλεί τώρα. Στην παλιά μου ζωή κάποιοι μπορεί να με χαρακτήριζαν πουτ..άκι όταν ήμουνα μικρή, αρριβίστρια όταν μεγάλωσα, κωλόγρια τώρα που γέρασα και τα σκέφτομαι. Ηθελα να είναι το μπλογκ κάτι σαν εξομολογητήριο, έτσι ξεκίνησε. Στη πορεία βέβαια ο παπάς έσκισε τα ιμάτιά του και αντί να πετάξει το απολωλός απο τις σκάλες, πήρε αυτός δρόμο.

«Δεν μπορείς μητέρα να γράφεις αυτά τα πράγματα, αυτά τα αίσχη που είτε γίνανε το 1821 είτε είναι της φαντασίας σου και να καταρρακώνεις συνειδήσεις» 

Κατάλαβα ότι δεν μπορώ να γράφω ούτε εδώ ανωνυμα – ψευδώνυμα γιατί δεν με λένε Λένα) για τα παλιά μου μεγαλεία που εμένα κάτι μου δίνουν με ονειροπόληση αλλά που ενοχλούν τα παιδιά. Κανείς δεν θέλει η μάνα του να είναι τσούλα και κατά τα φαινόμενα, ήμουνα. Και δεν είμαι τώρα γιατί λόγω ηλικίας δεν μπορώ ή δεν βρίσκω. Ασε που έχω γίνει πλισές στη μούρη. «Κανείς δεν θέλει να μάθει τι ήσουνα μητέρα, σημασία έχει τι είσαι τώρα» Ισοπέδωση.

Μια φορά και έναν καιρό..

Είμαι μία κακιά πεθερά όχι όμως και θανάσιμη, θελω να πιστεύω. Ζήτησα απο τη νύφη μου να πάει να μου πάρει κάτι γλυκά αρκετά μακριά απο το σπίτι, ώστε να πάρει το αυτοκίνητο για να πάει και ωσπου να γυρίσει να μείνει καμμιά ωρίτσα ελεύθερη για να έρθω εδώ να γράψω. Μα δεν ξέρει ότι γράφεις ήδη; Το ξέρει αλλά τώρα τελευταία κυττάει τα κείμενά μου και σουφρώνει τη μύτη της και μου λέει «ρεζίλι μας έχεις κάνει, μαζέψου» ενώ παλιά ούτε κάν ασχολιόταν.  Ετσι σήμερα θα γράψω ένα κείμενο για το πώς ξεκίνησαν όλα, για τη ζωή μου.

Τον Β τον γνώρισα μικρή ακόμη στη Κατοχή. Οι γονείς μου, μετά τον τραυματισμό του πατέρα μου που έχασε το μάτι του, φύγανε απο το σπιτάκι τους στη Καλλιθέα και πήγανε σε κυκλαδίτικο νησί, σε ένα χωριό κοντά θάλασσα. Πήγαμε όλοι εκεί γιατί απο εκεί ήταν μια θεία της μάνας μας, μεγάλης ηλικίας που είχε σπίτι αλλά κανέναν να τη φροντίζει. Η θεία αυτη ήταν πλούσια γιατί ο άντρας της ήταν στα ορυχεία της Νάξου και βγάζανε λεφτά, πρίν το πόλεμο όμως φωχύνανε γιατί η ζήτηση του μεταλλεύματος που εξόρυσαν επεφτε. Στο πόλεμο πέθανε ο θείος απο αρρώστεια αναπνευστική και μετά πέθαναν η μία κόρη της θείας απο τη πείνα. Οι δυό της γιοί ήταν μάχιμοι τότε και δεν ζούσαν μαζί της. Η θεία μάζεψε ότι είχε απομείνει και πήγε σε ένα σπιτι κοντά στη θάλασσα, στο πίσω μέρος του νησιού. Εκεί πήγαμε και εμείς. Για καταφύγιο και για φαγητό, γιατί τίποτα δεν υπήρχε για εμάς στην Αθήνα.  Υπήρχαν κάτι πρόβατα που τα βόσκαμε εμείς τα παιδιά, μαζί με τα πρόβατα και τα γίδια των γειτόνων. Ο Β ήταν ο αρχηγός των παιδιών, ο καλύτερος τσοπανάκος. Ο πατέρας του έφτιαχνε τυρί και το πούλαγε. Στη Κατοχή βέβαια το τρώγανε γιατί δεν υπήρχε και τίποτα άλλο, είχαν όμως μποστάνι, δώσανε και σε εμάς πατάτες και στάρι. Ψάρια έπιανε ο πατέρας μας.

Με τον Β είμασταν παιδικοί φίλοι. Στην ίδια ομάδα (τη μαρίδα που τη λέγαμε) ήταν και ο Ν, γιός άλλου κτηνοτρόφου, με πέρναγε 4 χρόνια, δεν έβοσκε πρόβατα αυτός ήταν του βιβλίου αλλά επειδή δεν πηγαίναμε σχολείο τότε γιατί δεν υπήρχε εκεί που είμασταν, ψάρευε με τον μπαμπά μου. Και όποτε έπιανε αχινούς, καβουράκια, αχιβάδες, μου τις έφερνε και τις τρώγαμε επι τόπου. Μετά παίζαμε με τα όστρακα. Τον είχα λατρέψει τον Ν, μου πήγαινε και το άγγιγμά του με έστελνε στον έβδομο ουρανό.  Ο ένας ήταν φωτιά και λαύρα ο άλλος απαλά χάδια σαν να σε αγγίζει το κύμα. 

Δένεσαι με τους ανθρώπους όταν τους βλέπεις κάθε μέρα, όταν μοιράζεσαι τη ζωή και στη χαρά και στη ξενοιασιά και στην αντάρα. Ο Β ήταν ο καλύτερος και ο ωραιότερος νεαρός της περιοχής, είχε όποιο κορίτσι ήθελε, πήγαινε και σχολείο μετά, περπάταγε ή πήγαινε με το μουλάρι, ήταν γραμματισμένος. Μιά ομάδα παιδιών ξεκινάγαμε πρίν το χάραμα με τα πόδια για το κοντινό Γυμνάσιο, πότε ερχόταν γονιός μαζί, πότε όχι. Πάιρναμε και το φαγί μαζί μας για το μεσημέρι, γιατί δεν γυρίζαμε σπίτι να φάμε, μέναμε στο σχολείο. Τότε ήταν μάλλον που τσιμπήθηκε μαζί μου, λέει εκείνος ότι τότε ήταν, τότε που ήμουνα ερωτευμένη με το Ν. Τον Ν όμως τον αγαπούσε η αδελφή του Β. Ο Β μας τα ξεκαθάρισε. Η Λένα θα τα φτιάξει μαζί μου, θα είναι το κορίτσι μου, ο Ν θα έχει για κορίτσι την αδελφή μου και μετά θα παντρευτούμε.

Δεν αντιστάθηκα γιατί μου άρεσε ο Β, ήταν σαν τον άνεμο μου έπαιρνε τα μυαλά με το γέλιο και τη ζωτικότητά του, δεν ήταν ο τέλειος, ήταν κάτι παραπάνω για τα μάτια μου. Τον ποθούσα. Ετσι είπα το ναί για το γάμο.

Με τον Β, παντρευτήκαμε στη Νάξο το 1949, ένα χρόνο μετά το γάμο της αδελφής του με τον Ν. Μόλις παντρευτήκαμε η οικογένεια της μάνας μου γύρισε Αθήνα και ακολουθήσαμε όλοι. Ο μπαμπάς μου μπήκε στο Δημόσιο ως ανάπηρος πολέμου, μας δώσανε και αυτοκίνητο. Η μαμά μου ξανάπιασε το ράψιμο, βοηθούσα και εγώ μαζί με το γυμνάσιο που πήγαινα, να τελειώσω για να πάρω το απολυτήριό μου. Ο Β, έδωσε εξετάσεις και μπήκε και εκείνος στο δημόσιο, αρα ήδη είχαμε και μισθό. Ο Ν προχώρησε και σπούδασε, έγινε δάσκαλος, ενώ η γυναίκα του δούλεψε στην αρχή σαν ξεναγός, ήξερε γερμανικά, συνόδευε τα πρώτα τουριστικά πούλμαν ανά την Ελλάδα. Αργότερα μπήκε στον ΕΟΤ.  Μετά το Γυμνάσιο πήγα σε σχολή ραπτικής, ήξερα βέβαια να ράβω, πρίν τελειώσω τη σχολή ήδη είχα προσληφθεί απο έναν ελληνικό οίκο μόδας. Είχα ταλέντο, μου λέγανε. Τα παιδιά μου άργησα να τα κάνω, είχα πατήσει ήδη τα 30 όταν ήρθε ο Πέτρος μου και ο μικρός αργότερα γιατί θέλαμε πρώτα να ορθοποδήσουμε για να μπορούμε να τους προσφέρουμε ανέσεις που εμείς δεν είχαμε.

Ετσι ξεκίνησαν όλα.