Μια φορά και έναν καιρό..

Είμαι μία κακιά πεθερά όχι όμως και θανάσιμη, θελω να πιστεύω. Ζήτησα απο τη νύφη μου να πάει να μου πάρει κάτι γλυκά αρκετά μακριά απο το σπίτι, ώστε να πάρει το αυτοκίνητο για να πάει και ωσπου να γυρίσει να μείνει καμμιά ωρίτσα ελεύθερη για να έρθω εδώ να γράψω. Μα δεν ξέρει ότι γράφεις ήδη; Το ξέρει αλλά τώρα τελευταία κυττάει τα κείμενά μου και σουφρώνει τη μύτη της και μου λέει «ρεζίλι μας έχεις κάνει, μαζέψου» ενώ παλιά ούτε κάν ασχολιόταν.  Ετσι σήμερα θα γράψω ένα κείμενο για το πώς ξεκίνησαν όλα, για τη ζωή μου.

Τον Β τον γνώρισα μικρή ακόμη στη Κατοχή. Οι γονείς μου, μετά τον τραυματισμό του πατέρα μου που έχασε το μάτι του, φύγανε απο το σπιτάκι τους στη Καλλιθέα και πήγανε σε κυκλαδίτικο νησί, σε ένα χωριό κοντά θάλασσα. Πήγαμε όλοι εκεί γιατί απο εκεί ήταν μια θεία της μάνας μας, μεγάλης ηλικίας που είχε σπίτι αλλά κανέναν να τη φροντίζει. Η θεία αυτη ήταν πλούσια γιατί ο άντρας της ήταν στα ορυχεία της Νάξου και βγάζανε λεφτά, πρίν το πόλεμο όμως φωχύνανε γιατί η ζήτηση του μεταλλεύματος που εξόρυσαν επεφτε. Στο πόλεμο πέθανε ο θείος απο αρρώστεια αναπνευστική και μετά πέθαναν η μία κόρη της θείας απο τη πείνα. Οι δυό της γιοί ήταν μάχιμοι τότε και δεν ζούσαν μαζί της. Η θεία μάζεψε ότι είχε απομείνει και πήγε σε ένα σπιτι κοντά στη θάλασσα, στο πίσω μέρος του νησιού. Εκεί πήγαμε και εμείς. Για καταφύγιο και για φαγητό, γιατί τίποτα δεν υπήρχε για εμάς στην Αθήνα.  Υπήρχαν κάτι πρόβατα που τα βόσκαμε εμείς τα παιδιά, μαζί με τα πρόβατα και τα γίδια των γειτόνων. Ο Β ήταν ο αρχηγός των παιδιών, ο καλύτερος τσοπανάκος. Ο πατέρας του έφτιαχνε τυρί και το πούλαγε. Στη Κατοχή βέβαια το τρώγανε γιατί δεν υπήρχε και τίποτα άλλο, είχαν όμως μποστάνι, δώσανε και σε εμάς πατάτες και στάρι. Ψάρια έπιανε ο πατέρας μας.

Με τον Β είμασταν παιδικοί φίλοι. Στην ίδια ομάδα (τη μαρίδα που τη λέγαμε) ήταν και ο Ν, γιός άλλου κτηνοτρόφου, με πέρναγε 4 χρόνια, δεν έβοσκε πρόβατα αυτός ήταν του βιβλίου αλλά επειδή δεν πηγαίναμε σχολείο τότε γιατί δεν υπήρχε εκεί που είμασταν, ψάρευε με τον μπαμπά μου. Και όποτε έπιανε αχινούς, καβουράκια, αχιβάδες, μου τις έφερνε και τις τρώγαμε επι τόπου. Μετά παίζαμε με τα όστρακα. Τον είχα λατρέψει τον Ν, μου πήγαινε και το άγγιγμά του με έστελνε στον έβδομο ουρανό.  Ο ένας ήταν φωτιά και λαύρα ο άλλος απαλά χάδια σαν να σε αγγίζει το κύμα. 

Δένεσαι με τους ανθρώπους όταν τους βλέπεις κάθε μέρα, όταν μοιράζεσαι τη ζωή και στη χαρά και στη ξενοιασιά και στην αντάρα. Ο Β ήταν ο καλύτερος και ο ωραιότερος νεαρός της περιοχής, είχε όποιο κορίτσι ήθελε, πήγαινε και σχολείο μετά, περπάταγε ή πήγαινε με το μουλάρι, ήταν γραμματισμένος. Μιά ομάδα παιδιών ξεκινάγαμε πρίν το χάραμα με τα πόδια για το κοντινό Γυμνάσιο, πότε ερχόταν γονιός μαζί, πότε όχι. Πάιρναμε και το φαγί μαζί μας για το μεσημέρι, γιατί δεν γυρίζαμε σπίτι να φάμε, μέναμε στο σχολείο. Τότε ήταν μάλλον που τσιμπήθηκε μαζί μου, λέει εκείνος ότι τότε ήταν, τότε που ήμουνα ερωτευμένη με το Ν. Τον Ν όμως τον αγαπούσε η αδελφή του Β. Ο Β μας τα ξεκαθάρισε. Η Λένα θα τα φτιάξει μαζί μου, θα είναι το κορίτσι μου, ο Ν θα έχει για κορίτσι την αδελφή μου και μετά θα παντρευτούμε.

Δεν αντιστάθηκα γιατί μου άρεσε ο Β, ήταν σαν τον άνεμο μου έπαιρνε τα μυαλά με το γέλιο και τη ζωτικότητά του, δεν ήταν ο τέλειος, ήταν κάτι παραπάνω για τα μάτια μου. Τον ποθούσα. Ετσι είπα το ναί για το γάμο.

Με τον Β, παντρευτήκαμε στη Νάξο το 1949, ένα χρόνο μετά το γάμο της αδελφής του με τον Ν. Μόλις παντρευτήκαμε η οικογένεια της μάνας μου γύρισε Αθήνα και ακολουθήσαμε όλοι. Ο μπαμπάς μου μπήκε στο Δημόσιο ως ανάπηρος πολέμου, μας δώσανε και αυτοκίνητο. Η μαμά μου ξανάπιασε το ράψιμο, βοηθούσα και εγώ μαζί με το γυμνάσιο που πήγαινα, να τελειώσω για να πάρω το απολυτήριό μου. Ο Β, έδωσε εξετάσεις και μπήκε και εκείνος στο δημόσιο, αρα ήδη είχαμε και μισθό. Ο Ν προχώρησε και σπούδασε, έγινε δάσκαλος, ενώ η γυναίκα του δούλεψε στην αρχή σαν ξεναγός, ήξερε γερμανικά, συνόδευε τα πρώτα τουριστικά πούλμαν ανά την Ελλάδα. Αργότερα μπήκε στον ΕΟΤ.  Μετά το Γυμνάσιο πήγα σε σχολή ραπτικής, ήξερα βέβαια να ράβω, πρίν τελειώσω τη σχολή ήδη είχα προσληφθεί απο έναν ελληνικό οίκο μόδας. Είχα ταλέντο, μου λέγανε. Τα παιδιά μου άργησα να τα κάνω, είχα πατήσει ήδη τα 30 όταν ήρθε ο Πέτρος μου και ο μικρός αργότερα γιατί θέλαμε πρώτα να ορθοποδήσουμε για να μπορούμε να τους προσφέρουμε ανέσεις που εμείς δεν είχαμε.

Ετσι ξεκίνησαν όλα.

Advertisements