Τα όνειρά μου για τα παιδιά μου 2

Ο Μάρκος μπήκε στη ζωή μου την πιο ακατάλληλη στιγμή. Οταν γεννήθηκε ήμουνα μόνη, ο άντρας μου είχε πάρει απόσπαση για τη Κύπρο και εγώ έμεινα πίσω γιατί ήμουνα έγκυος. Μετά τη γέννηση του παιδιού θα πηγαίναμε όλοι μαζί. Αυτό βέβαια ποτέ δεν έγινε, αλλά τα σχέδια τα κάναμε. Τα πρώτα συννεφάκια στη δουλειά μου είχαν αρχίσει να προβάλλουν, έψαχνα για καινούργιο αφεντικό. Η προηγούμενη μου είχε πεί «πρόσεξε μη μείνεις έγκυος» υπονοώντας ότι θα με απέλυε μετά. Το είπε και το έκανε. Βρήκα πάλι δουλειά αλλά όχι αμέσως, στα 2 χρόνια, όταν ο Μάρκος είχε ξεπεταχτεί και γυρίσει ο Β απο τη Κύπρο.

Ηταν ένα γλυκό σιωπηλό μωράκι που έκλαιγε μόνο για να φάει. Μετά όλο χαμόγελα. Ο Πέτρος είχε ξετρελλαθεί μαζί του, τον έπαιζε σαν κούκλα, είχαν και 12 χρόνια διαφορά ηλικίας. Εκείνος τον άλλαζα, τον τάΙζε, τον έντυνε, τον χάϊδευε, τον πήγαινε βόλτα όταν εγώ δεν μπορούσα. Είχε μία δεύτερη μάνα και αυτό συνεχίστηκε μέχρι που έφυγε για σπουδές. Αλλά και μετά ο Πέτρος ήταν η μάννα του Μάρκου, μέχρι που ο τελευταίος μεγάλωσε. Αφου έλεγα τόσο αγαπημένα αδέλφια δεν υπάρχουν. Ελεγα.

Τα προβλήματα άρχισαν γρήγορα. Ο μικρός δεν άκουγε. Τον τρέχαμε στους γιατρούς, κανείς δεν του βρήκε τίποτα παθολογικό. Στο σχολείο τον κοροϊδεύανε γιατί δεν ακουγε και έγραφε ορνιθοσκαλίσματα. Τον πήγα στην Αμερική και εκεί του βρήκανε ένα ογκίδιο μέσα στ’ αυτί του, οι δικοί μας γιατροί δεν το εντόπισαν, έκανε εγχείριση και του το αφαίρεσαν. Μετά τ’ αυτιά του έμειναν κολλημένα σε ακουστικά, ως τώρα έχει πάθος με τη μουσική και τους δυνατούς ήχους για να αναπληρώσει ίσως το χαμένο χρόνο.

Ηταν ένας όμορφος έφηβος και τα κορίτσια ξενυχτάγανε αναστενάζοντας έξω απο το σπίτι μας. Πηρε απο τον μπαμπά του το σκέρτσο με τις γυναίκες, πότε έβγαινε με τη μία, πότε με την άλλη. Με το ζόρι μπήκε στο πανεπιστήμιο και βγήκε μετά απο 7 χρόνια μαζί με μία κοπέλλα έγκυο. Δεν τη παντρεύτηκε και εκείνη τόριξε. Τοτε έγινε ο πρώτος μεγάλος καυγάς με τον Πέτρο, σκοτωθήκανε για την έκτρωση, λές και το ήθελε το παιδί για λογαριασμό του. Τα γεγονότα είναι αυτά. Απο εδώ και κάτω μιλάει η Λένα.

Αισθανόμουνα σαν να είχα πάλι ένα μοναχοπαίδι και το τύλιξα με στοργή. Οπως και το άλλο μου παιδί, ήταν και αυτό πολύ τρυφερό μαζί μου, αλλά μου έλεγε και όλα τα προσωπικά του, στην εφηβεία μου εξιστορούσε τι και πώς με το κάθε κοριτσάκι που έβγαινε. Τον συμβούλευα για προφύλαξη, αλλά δεν ξέρω αν με άκουγε, μάλλον όχι. Μετά απο τη κοπέλλα εκείνη, άφησε και άλλες έγκυες αλλά ποτέ δεν ανελάμβανε τις ευθύνες του, δεν παντρεύτηκε καμμία. Και εκείνες τάρριχναν. Τάφτιαξε αργότερα με μία αρραβωνιασμένη με άλλον, μεγαλύτερή του γυναίκα, την Α, ήρθε στα χέρια με τον γκόμενό της, έναν μπράβο κάποιου ανθρώπου της νύχτας και τον κάνανε τόπι στο ξύλο. Λές και ήταν σάκκος του μπόξ, κάθε πή-δη-μα σήμαινε και ένα μαυρισμένο μάτι.  Στο τέλος πήγε ο Β και κατήγγειλε το γκόμενο της Α, του είχαν και κάτι άλλα μαζεμένα και δέχτηκε να αφήσει την Α  ελεύθερη για να γλυτώσει τη φυλακή. Είχε μπέσα γιατί ποτέ δεν μας ξαναενόχλησε. Η Α τον περνάει 5 χρόνια σε ηλικία.

Ε!  λοιπόν δεν μ’αρεσε που απ ολες τις κοπέλλες που έβγαινε όλα αυτά τα χρόνια πήγε ο βλάκας και παντρεύτηκε τη γκόμενα του γκαγκστερ! Και εσείς να λέτε ότι θέλετε, μου τάπατε δα και πρίν!. Εξω απο το χορό όλοι τραγουδάνε.  Μου μπήκε και στο σπίτι σώγαμπρη και μας ερχόταν τρέλλα, δεν καταλαβαίναμε και τι έλεγε..είχε κάτι εκφράσεις! Το ρε και το μωρέ ψωμοτύρι!. Οχι δεν έχω σπουδάσει, αλλά να μιλώ ευγενικά ήξερα! Ο γιός μου το δήλωσε, «αν φύγει αυτή, θα φύγω και εγώ απο το σπίτι», μαζεύτηκα, είχε φύγει ο ένας, ήθελα κάτι να μου μείνει. Εσκυψα το  κεφάλι. Φρόντισα όμως να κάνω τη ζωή της Α, δύσκολη. Υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός. Εκείνη θεωρούσε ότι καλό είναι τώρα που αποκαταστάθηκε και ο άλλος της ο γιός να πάω στα τσακίδια, μου το έλεγε κιόλας «πόσο θα ζήσετε μητέρα με την καρδιά σας;» και όταν έκανα  την εγχείριση στο Ωνάσειο  ήταν καταστενοχωρημένη, κρίμα που δεν πέθανε η κωλόγρια, να ησυχάσουμε. Και όλο μέσα στα πόδια μου ήτανε να παρακολουθεί και να κάνει μετά κουτσομπολιά, στον μαναβη, στο μπακάλη, στη φαρμακοποιό.. «μιά χαρά σας βλέπω σήμερα κα Λένα μου..ξεπεράσατε την έκρηξη δυσκοιλιότητας που μας έλεγε η Α ότι είχατε;» Και ο άλλος ο μα-λά-κας να τη κυττάει στα μάτια. Την φούσκωσε στα γρήγορα, μη ήταν και έγκυος όταν παντρεύτηκε. Δεν έχω παράπονο απο τα εγγόνια μου, έίναι τα γλυκύτερα παιδιά του κόσμου και τα λατρεύω.

Ναί είμαι κτητική. Με πολύ ανασφάλεια. Δεν σας λέω να μπείτε στα παπούτσια μου, δεν μπορείτε γιατί η κάθε μάνα φοράει τα δικά της. Αμα μπλέξει όμως η κόρη σας, δεν θα την αφήσετε να πνιγεί.

Advertisements

Τα όνειρά μου για τα παιδιά μου 1

Αυτές τις μέρες που βρέχει μένω στο σπίτι. Ράβω, αναλογίζομαι μιλάω και μόνη μου. Μιλάω στο Β και ανταλλάσουμε απόψεις.

Με σκότωσες Ηλιαχτίδα, με τα προηγούμενα σχόλιά σου. Διαπίστωσα πόσο κακομαθημένη και εγωϊστρια ήμουνα στη ζωή μου, να ελέγχω τα πάντα ήθελα, να τρυπώνω στις ζωές των άλλων, ιδιαίτερα των παιδιών μου, για να κάνουν ότι λέει η μαμά τους, άβουλα να περιφέρονται. Με τον πρώτο γιό δεν το πέτυχα, ήταν επιθετικός σαν τον μπαμπα του, εξάλλου τι να πείς σε ένα παιδί που το άριστα σε όλα ήταν εύκολη καθημερινότητα; Καμάρωνα στα σχολεία που πήγαινα να πάρω τους βαθμούς του, 6 χρόνια σημαιοφόρος ήταν. Φούσκωνα σαν το παγώνι απο περηφάνεια και εκείνος με έκανε ό,τι ήθελε. Ούτε για τη μοτοσυκλέτα είχα αντίρρηση, ούτε για τις σπουδές του. Θα ήθελα να γίνει καθηγητής Πανεπιστημίου, όμως εκείνος γελούσε και έκανε αυτό που είχε στο κεφάλι του. Οσα πτυχία δεν είχα εγώ, είχε εκείνος. Ηθελα να παντρευτεί μιά καλή κοπέλα, όσες όμως του πήγα, τις έδιωχνε. Βρήκε μία κοπέλα μιά φορα, μιά πολύ κατώτερή του, αλλά όμορφη, τον τρέλλανε με την κορμοστασιά της, τάχανε κάποια χρόνια, της πέρασε αρραβώνα και εγώ γονατιστή παρακάλαγα τη Παναγία να τον φωτίσει να τη διώξει, κυττούσε κι άλλους αυτή. Τελικά, τον άφησε για έναν αστυνομικό που ήθελε να την παντρευτεί αμέσως, ενώ ο δικός μου είχε να τελειώνει τα μεταπτυχιακά, στρατό, να βρεί δουλειά..Δεν ανακατευόμουνα, όποτε έλεγα κάτι, με αγριοκύτταγε και σταμάταγα την κουβέντα. Και μετά άρχισε να βγαίνει με μία μεγαλύτερή του γυναίκα, χωρισμένη χωρίς παιδιά. Τρόμαξα, αισθάνθηκα το λώρο να διαλύεται, θα μου φύγει το καμάρι του σπιτιού μου, άλλη θα περηφανεύεται για εκείνον. Κάνανε γάμο και φύγανε. Δεν πήγαν σε άλλη πόλη, όμως δεν πολυπήγαινα σπίτι τους. Η νέα μου νύφη ήταν ευγενική αλλά σε τίποτα δεν μου έμοιαζε, δεν μαγείρευε, δεν έραβε, δεν κουτσομπόλευε, δεν χαρτόπαιζε, δεν ταξίδευε, δεν γκρίνιαζε. Μόνο δουλειά.

Προσπάθησα πολύ να την κάνω να μου μιλάει, μου έλεγε για τους γονείς της, για τη παιδική της ηλικία, πράγματα ανώδυνα, δεν μου έλεγε π.χ. ότι ο μπαμπάς της ήταν μπεκρής – αυτό περίμενα ν’ ακούσω. Εκείνη έλεγε ότι ήταν το ίνδαλμά της, ο καλός της άγγελος και φίλος. Δεν υπήρχε καμμία επαφή. Με τον Β όμως ήταν αλλιώς, λές και γνωριζόντουσαν χρόνια, αμέσως πιάνανε τη κουβέντα για το τίποτα. Αισθανόμουνα απ’ έξω. Ακόμη έτσι αισθάνομαι κατά καιρούς. Τους ζηλεύω όταν μιλάνε με τις ώρες για …κλαδέματα, χώματα, τριανταφυλλιές και πέργκολες. Εκανε η Μ λαχανόκηπο στο μπαλκόνι και τώρα βάζει και ο Β μελιτζάνες και πιπεριές. Οταν όμως της μιλάω για μαγείρευμα, μελιτζάνες ιμάν..φεύγει τρέχοντας. Κι αν της πέσει ένα στρίφωμα, το δίνει έξω σε μοδίστρα. Για να μη με κουράζει, λέει. Για να μην υποχρεώνεται, λέω.

Στην αρχή της έκανα γυμνάσια, κουτσομπολιά, έλεγα διάφορα για τη καταγωγή της, όλοι αυτοί κάτω απο το αυλάκι είναι πολύ πονηροί άνθρωποι. Ευγενικά αλλά γρήγορα με καπέλλωνε που στο τέλος ο Β γελούσε και μου έλεγε να πάψω τις κατινιές, και να γίνω κυρία. Θύμωνε, άστραφτε το μάτι της, με καπέλωνε και μετά..γελώντας τα κουτσοπίναμε μέχρι το πρωϊ. Ετσι σταμάτησα να της μπαίνω, την άφησα να συνεχίζει τη ζωή της, χώρια απο εμένα. Εκείνη όμως δεν με άφησε, όταν έπαθα νευρικό κλονισμό με βοήθησε. Δεν το άξιζα, ήθελα να την ελέγχω ώστε να είμαι κοντά στο γιό μου. Δεν μπόρεσα ποτέ να μπώ στις σκέψεις της. Χώθηκα όμως στην αγκαλιά της, μαζί με όλες τις άστεγες γάτες και σκύλους.  Υπήρχε χώρος και για μένα.

«Είσαι μιά ανασφαλής πεθερά» μου λεει καμμιά φορά «έπεσες όμως και στην εκκεντρική νύφη, με τις υγείες σου». Εμαθα με τον κακό τρόπο να τους σέβομαι όπως με σέβονται και εμένα. Μου βάζουν τις φωνές βέβαια για τη κοτσάνα που πέταξα εδώ, την απερισκεψία που έκανα εκεί. Ακόμη όμως απορώ, πώς δεν τα κατάφερα να «ρίξω» την εκκεντρική μου νύφη.

Τύψεις;

Δεν γράφω κάθε μέρα γιατί δεν είμαι σπίτι. Πηγαίνουμε λίγο στο μαγαζί με τον Β για να βοηθήσουμε το Νώντα τώρα που έρχονται Χριστούγεννα. Δεν ανακατευόμαστε καθόλου, μόνο ο Β του λέει κάποια πράγματα που δεν κατέχει, όπως για παραγγελίες και παραδόσεις. Ολη τη μέρα τη βγάζω στο παραμάγαζο, κάνω επιδιορθώσεις πάλι, στριφώματα και πιέτες, τα παίρνω και στο σπίτι, είναι μία όμορφη απασχόληση που μ’ αρέσει Αγγίζω το έτοιμο ρούχο, το χαϊδεύω και εύχομαι τα καλύτερα στο νέο αγοραστή. Οπως παλιά που ερχόντουσαν οι πλουμιστές κυράδες και τις τυλίγαμε σε πήχεις αέρινων υφασμάτων. Τότε που μετράγαμε τα τόπια με ξύλινους χάρακες και τα παραδίναμε σε όμορφα κουτιά με γέμιση χρωματιστό ατλάζι, κρέμ για τα σκούρα φορέματα, χρωματιστό για τις τουαλέττες και τις γούνες και γαλάζιο για τα καπέλλα και τις ζώνες.  Δεν τα σκέφτομαι με πίκρα αλλά με χαμόγελο, χαίρομαι που τα έζησα, σαν μωρά τοποθετούσαμε τις τουαλέττες στα κουτιά και τις δέναμε με τις σατέν κορδέλλες, ποτέ δεν θα φορούσα τέτοια ρούχα όμως τουλάχιστον ήταν εκεί για να τα χαϊδεύουμε. Οι μεταπολεμικές πελάτισσες περήφανες που επέζησαν, σκόρπαγαν τα πλούτη τους στη μοίρα. Στη θέση τους το ίδιο θάκανα. Μετά τον κατατρεγμό, θέλεις να δοξάζεις τη μοίρα και να ζείς έντονα.

Ετσι έχω κάτι να κάνω. Φεύγω συνέχεια απο το σπίτι γιατί οι περιστάσεις εκεί είναι ανυπόφορες. Χθές και σήμερα κάθισα μέσα λόγω καιρού, αύριο αν δεν βρέξει, πάλι θα φύγω. Ο Μάρκος μου έκανε μιά κουβέντα ζητάει να τον βοηθήσω με τα παιδιά του, θέλει εμένα να τα μαζεύω απο το σχολείο και να τα ταϊζω-φροντίζω-διαβάζω γιατί η μάνα τους δεν μπορεί. Λείπει κάθε μέρα, γυρίζει στους δρόμους με τη Βίκη (οποτε εκείνη μπορεί) ή μόνη της, «κάνει εκπαιδευτικές βόλτες» πάει στην Ακρόπολη, στο Ζάππειο, στα Μουσεια, θέλει να γίνει Αρχαιολόγος, έκανε τα χαρτιά της ξανά για το ελεύθερο πανεπιστήμιο και ξεκινάει. Τα βάλαμε κάτω και καταλήξαμε στη πρόσληψη μιάς γνωστής μου κυρίας που χήρεψε και στενοχωριέται, με κάποια χρήματα θα έρχεται κάθε μέρα και θα μαγειρεύει-προσέχει τα παιδιά. Οταν είμαι εκεί, θα ασχολούμαι και εγώ, όταν λείπω θα είναι εκείνη. Δεν θα καθαρίζει – εχουμε άλλη κοπέλλα γι αυτό η οποία σιδερώνει κιόλας – θα ψωνίζει, μαγειρεύει, διαβάζει τα παιδιά – είναι συνταξιούχος δασκάλα, ξέρει λοιπόν απο σχολικά – και έχει και μία απασχόληση, μέχρι το απόγευμα που γυρίζει ο μπαμπάς τους.

Ηδη ξεκίνησε η κα Δήμητρα, τα πάμε πολύ καλά είναι καλός, ζεστός άνθρωπος που δίνει τα αισθήματα και τη φροντίδα της χωρίς τιμοκατάλογο. Το μισθό της τον μοιραζόμαστε στη μέση με τον Μάρκο, ας κάνουμε και αυτό, τα παιδάκια δεν φταίνε σε τίποτα, αν τα ρωτήσω λένε «πάει η μαμά τάχασε τα μυαλά της» και μετά τη ξεχνάνε και πάνε για παιχνίδι.

Δεν είμαι και η καλύτερη των πεθερών, όχι όμως και θανάσιμη. Ισως να φταίω και εγώ που δεν αγκάλιασα αυτή τη κοπέλλα απ’ αρχής, τότε που μου την έφερε σώγαμπρη μέσα στο σπίτι μου και εγώ τη δέχτηκα. Δέχομαι ότι της φέρθηκα άσχημα, μου έκανε τότε ένα σωρό σπιτικές δουλειές και δεν ημουνα ευχαριστημένη, νευρίαζα κιόλας όταν μου σφουγγάριζε τα πατώματα. Δεν ήθελα ο γιός μου να παντρευτεί μιά καθαρίστρια, μιά γυναίκα με αυτοπεποίθηση και πτυχία ήθελα. Αλλά το μνι σέρνει καράβι στην αρχή τουλάχιστον και μετά άμα βουλιάξει, την πληρώνουν τα παιδιά. Δεν με ρώτησε όταν τη διάλεξε αν τη θέλω και καλά έκαμε και ακόμη καλύτερα θα έκαμε αν πήγαινε να μείνει μαζί της αλλού, θα την εκτιμούσα περισσότερο. Δεν ήμουνα καλή πεθερά που την άφηνα να ανακατεύεται στο σπίτι μου και να «ταχτοποιεί » τα συρτάρια μου και μετά να με κοροϊδεύει στις φιλενάδες της ότι έχω baby dolls (όλα μαθαίνονται – απο τη κομμώτρια) και ότι κοιμόμουνα με αραχνοϋφαντα νυχτικά και ότι είμαι «τσούλα με τη βούλα». Δεν της χαρίστηκα όταν τάμαθα. Εχω τον τρόπο μου και εκείνη όλο στα πόδια μου ήτανε. Δεν μετάνοιωσα ποτέ, τώρα όμως ντρέπομαι. Επρεπε να είχα πατήσει πόδι τότε και να τους έδιωχνα και τους δυό. Οπου θέλουν να πήγαιναν. Ομως ο Πέτρος είχε μόλις παντρευτεί και φύγει απο το σπίτι, η νέα του γυναίκα τον πήρε μαζί της και πήγανε μακριά να μείνουν. Να μου έφευγε και ο άλλος, αισθανόμουνα μόνη. Εγωϊστικά μόνη. Το ξέρω, δεν είμαι καλός άνθρωπος, δεν έχω δικαιολογία για τις πράξεις μου. Και δεν τις σβήνω με σφουγγάρι κάθομαι και τις αναλογίζουμε κατόπιν εορτής πάντα.

Τώρα όλα τελειώσαν.

7 τραγούδια θα σας πώ

Με καλεσε η Κοκκινοσκουφίτσα να σας πώ 7 αλήθειες για μένα

1) Είμαι πολύ λαίμαργη και γενικά τις οδηγίες των γιατρών δεν τις ακολουθώ. Τις θυμάμαι βέβαια αφού τη πάθω και πάντα μετανοιώνω για τα λάθη μου. Τάζω φανουρόπιτες στην εκκλησία και μετά κάθομαι και τις τρώω.  

2) Είμαι κουτσομπόλα και συνεχώς ασχολούμαι με τις δουλειές των άλλων. Η ζωή μου ανοιχτό βιβλίο σε όποιον θέλει να έρθει (εκτός απο ορισμένα φύλλα που είναι κολλημένα το ένα με το άλλο με ψαρόκολα για να μην διαβάζονται) και να αναλογιστούμε τα παλιά και τα νέα. Με ενδιαφέρουν όλοι και όλα. Ομως δεν ζηλεύω τα νιάτα ή τα πλούτη. Η ζωή στάθηκε καλή μαζί μου, πέρασα όμορφα στα νιάτα μου τα χάρηκα και δεν μετανοιώνω. Πλούτη δεν είχα ποτέ, αλλά και ποτέ δεν μίσησα όσους είχαν.

3) Θλίβομαι που το σώμα μου έχει γεράσει, ενώ το μυαλό μου όχι. Πετάω νοερά παντού και όταν πάω να ξεκινήσω, τα πόδια μου αργοσαλεύουν απο κάτω. Ευτυχώς όμως που έχω ακόμη τα μυαλά μου και δεν ραμόλυνα. Πάντα υπάρχουν και χειρότερα.

4) Δεν μ’ αρέσει να κάθομαι μόνη και να κλωθογυρίζω τα περασμένα μεγαλεία, ή να κάνω αυτό που η δικιά σας γενιά των 30-40 ονομάζει «σκάλισμα εαυτού». Ποτέ μου δεν με ενδιέφερε να ψάχνω για πράγματα που ίσως έχω, ίσως όχι. Προτιμούσα να διαβάσω ένα περιοδικό για τα αστέρια του Χόλλυγουντ και τα ψαξίματα ας μένουν για άλλες. Μία-μία οι φίλες μου πεθαίνουν, έχω χάσει ως τώρα 3, τις 2 τις πήρε ο θάνατος, η άλλη είναι φυτό. Φοβάμαι αφάνταστα το τέλος. Μπάμ και κάτω θέλω, προςθεού μην επιβαρρύνω τους άλλους.

5) Χάνω την υπομονή που είχα παλιά και γίνομαι απαιτητική και ανυπόμονη. Θυμάμαι όταν δούλευα, πόσο υποπομονετικά παρακολουθούσα τις πελάτισες που θέλανε τούτο-κείνο, τους σχεδιαστές που τα θέλανε όλα τωρα, τωρα, τωρα, πόση υπομονή είχα με τον άντρα μου και τα παιδιά, με τον κόσμο όλο. Τώρα που γερνάω χάνω αυτό το χάρισμα. Νευριάζω εύκολα που βλέπω πράγματα να γίνονται, δε λέω πιά, «ας το να περιμένουμε να δούμε πως θα εξελιχθεί» αλλά βουτάω και το πιάνω απο τα μούτρα.

6) Αγαπώ τα ταξίδια, τα άνετα χωρίς κόπο και πρόβλημα ταξίδια (εκείνα που δεν οδηγεί ο Β), να κάθουμε στα καθίσματα των τραίνων και των βαποριών και να αγναντεύω. Αρχισα ν’ αγαπώ τη παρατήρηση απο τη δράση, να ξαποσταίνω θέλω σε απάγγια λιμάνια. Αγόρασα ένα καναρίνι, το φροντίζω και απολαμβάνω και κελάϊδημα.

7) Πιστεύω στην ύπαρξη του Θεού, σαν μία μεγάλη Δύναμη που είναι μέσα μας και γύρω μας. Μ’ αρέσει η θαλπωρή της εκκλησίας και το απαλό ψάλσιμο των παπάδων, καθώς και το λιβάνι. Είναι σαν να γυρίζω πίσω στο καταφύγιο της αγκαλιάς της μητέρας μου. Αλλά δεν προσεύχομαι. Δεν μ’ αρέσει να ζητάω συνέχεια να μου δίνει πράγματα. Ας τα δώσει σε άλλους που έχουν πιότερη χρεια απο εμένα. Μόνο ευχαριστώ λέω στον Θεό, ευχαριστώ που είμαι γερή και που ζώ ακόμη.

Θέλει η Μερόπη να γράψει κάτι;

«Α» αααα!

Ισως να είναι ο καιρός, η αντάρα του γκρίζου ουρανού, ίσως το γεγονός ότι έρχεται ο χειμωνας καθυστερημένος λίγο αλλά σχεδόν στην ώρα του, να μας κρυώσει Εκεί που ήμουνα όλο έξω,  χώθηκα μέσα. Η υγρασία και εγώ δεν τα πάμε καλά Οι αλλαγές του καιρού απο φθινόπωρο σε ψύχρα απαγορευτικές για βόλτες Ετσι νάμαι πάλι στην οθόνη μου.

Απολογισμός των ημερών που πέρασαν:πήγα 1 μέρα στο μαγαζί, να δώ τι γίνεται. Οι γυναίκες άφαντες, υπήρχε μόνο ο γιός της Βάσως (που είναι ακόμη στη κλινική για κατάθλιψη-τάσεις αυτοκτονίας) και ανηψιός της Α Γελαστός με έμπασε μέσα, με κάθισε και μετά έτρεξε να εξυπηρετεί πελάτες που ήταν μπόλικοι Μιλάει όμορφα, είναι χαριτωμένος, ευγενής και καλός πωλητής Χάρισμα το τελευταιο. Δουλεύει σαν μόνιμος υπάλληλος και αμείβεται απο τις δύο ιδιοκτήτριες του καταστήματος που πηγαίνουν εναλλάξ μόνο τις Δευτέρες και ο Νώντας (ας τον πούμε Νώντα) έχει ρεπό. Τις άλλες μέρες περνάνε που και πού αλλά χαλαρά και μόνο αν είναι να υπάρχουν παραλαβές. Αρα η Α, λέει ψέμματα ότι σκοτώνεται στη δουλειά του μαγαζιού και δεν προλαβαίνει να μαγειρέψει ούτε για τα παιδιά της και πρέπει να μαγειρεύω εγώ Και όταν φύγαμε για Θεσσαλονίκη δυσανασχέτησε γιατί «τι θα τρώνε τα παιδιά μητέρα, όταν λείπετε εσείς και εγώ δουλεύω;» Δικαιωμά της είναι να μη λέει τι κάνει και που «δουλεύει» απο τη στιγμή όμως που με ανακατεύει της λέω και τη γνώμη μου. «Δεν πάς καλά» μόνο αυτό της είπα.

Το Σάββατο μας κάλεσε σπίτι της για ένα κρασάκι Είχε την οικογένειά της, εμάς και κάτι φίλες της με τα παιδιά τους. Μία μικρή συγκέντρωση 20 ατόμων. Της έφτιαξα μία τυρόπιτα και μία τούρτα με δαμάσκηνα και κρέμα σαντιγύ, ντυθήκαμε, στολιστήκαμε και πήγαμε λίγο νωρίτερα για να ταχτοποιήσουμε και το τραπέζι Μας υποδέχτηκε με φούτερ και παντόφλες , άλουστη με αλογοουρά και με ύφος τρελλό. «Θα αλλάξει ρούχα, θα φτιαχτεί» είπα απο μέσα μου «δεν μπορεί έχει ώρα μπροστά της». Ωρα μπροστά της είχε, μυαλό δεν είχε. Δεν είχε ετοιμάσει τίποτα, ταχτοποίησε τη τυρόπιτά μου, παρέλαβε απο τον σουβλατζή μεζεδάκια, σουβλάκια, πατάτες, σαλάτες, γύρους και τέτοια, τα έβαλε στο φούρνο για να είναι ζεστά και πήγε να ντυθεί

Ερχόντουσαν οι καλεσμένοι και εμείς τους υποδεχόμασταν..η Α στολιζόταν Και όταν εμφανίσθηκε, είπα μήν έπαθε εγκεφαλικό. Φορούσε ρόζ φούτερ (είναι μεγαλόσωμη με πλούσιο στήθος και γοφούς, τα σκούρα χρώματα της πάνε) και σκωτσέζικη πλισέ φούστα με αγκράφα και απο κάτω τις παντόφλες Ηταν καταχαρούμενη για αυτές «μόλις τις πήρα μητέρα, κατακαίνουργιες» μου είπε ίσως για να καθησυχάσει το ταραγμένο μου βλέμμα.

Οι φίλες της ντυμένες μιά χαρά, το ίδιο και τα παιδιά τους Η δικιά μας, στο κόσμο της. Η Βίκη φορούσε καφτάνι ολομέταξο, ο Μ κοστούμι, η Α..τις ολοκαίνουργιες παντόφλες της

Φάγαμε τα πάντα, ήπιαμε (τα ποτά τα έφερε ο Πέτρος), χορέψαμε και όλοι φύγαμε με το χαμόγελο στο στόμα. Η κριτική και οι υποδείξεις δεν έχουν νόημα όταν λείπουν οι βασικές αισθήσεις όπως η όραση. Και του χρόνου λοιπόν.

Γενική συνέλευση

Διάβασα στη Τανίλα για τη διαχειρίστρια της πολυκατοικίας που μένει για τα προβλήματα που έχουν με τα κοινόχρηστα, τις συνελεύσεις κλπ και είπα να σας γράψω τα δικά μας. Να πώ ότι για 8 χρόνια, δηλαδή απο τότε που έγινε το σπίτι πολυκατοικία, διαχειριστής ήταν ο άνδρας μου ο Β. Τα κατάφερε αρκετά καλά γιατί σχεδόν πάντα οι προτάσεις του ακολουθούντο και τον σεβόντουσαν όλοι. Μετά, πέρυσι δηλαδή, ανέλαβε ο κος Τασος, ο οποίος είχε διαφορετικό στυλάκι. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ζητήσει μία αμοιβή για τις υπηρεσίες που ΘΑ μας προσέφερε, μισθό δηλαδή. Υπήρχε διαφωνία αλλά τελικά του δώσαμε αυτά τα 300 ευρώ το μήνα. Κάθε 3 μήνες καλουσε γενικη συνέλευση, πότε ιδιοκτητών και πότε όλων.   Αν δεν έχετε πάει ποτέ ως τώρα σε μία, χάνετε. Στη συνέλευση φαίνεται ο γείτονάς σου, τι καπνό φουμάρει. Πέρα απο τα «σας» και «σείς» που ανταλάσσετε στο ασανσέρ ή όταν συναντιέσθε στους σκουπιδοντενεκέδες. Εκεί βλέπεις πόσο γαϊδούρι /τσόκαρο είναι ο άλλος.

Τα θέματα που συζητήσαμε στη τελευταία συνέλευση, αυτή του Οκτωβρίου ήταν πολύ σοβαρά. α) Πάλι θέλει ξεβούλωμα ο κεντρικός αγωγός γιατί έφραξε. β) Ο ένοικος του β΄ορόφου βαριέται να βγάζει το σκύλο του βόλτα έτσι τον αμολάει 1) στο υπόγειο πάρκινγκ όπου το ζώο κάνει τις ανάγκες του όπου βρεί ή αν δεν βρέχει 2) στο κήπο. γ) το ασανσέρ πρέπει να αυτοματοποιηθεί – η επισκευή είναι ένα έξτρα κόστος που βαρύνει τους ιδιοκτήτες και θα κάνει 4 μέρες το συνεργείο να το φτιάξει .

Οι γενικές συνελεύσεις ξεκινάνε μέσα στη γλύκα, τι κάνετε, πώς είσθε, πώς είναι τα χρυσά σας τα παιδάκια. Στη πορεία όμως ο καθένας μας φορτώνει νεύρα και πρίν τελειώσει η συνέλευση έχουμε γίνει μαλλιά κουβάρια. Ετσι αυτή τη φορά, αφού φάγαμε τα σοκολατάκια και τα βουτήματα που μας τρατάρησε η γυναίκα του διαχειριστή (μία πρώην καμπαρετζού – έλεγε ότι δούλευε σε καφετέρια – ψέμματα είναι αμα τη δείς πως ντύνεται θα καταλάβεις) και τις πορτοκαλάδες, αφηνιάσαμε. Σχετικά με το πρώτο θέμα, έγινε φασαρία γιατί ο διαχειριστής τα έβαλε με τις κυρίες του Β΄ορόφου ότι συνεχίζουν και πετάνε στην τουαλέττα ό,τι τους κατέβει εκτός απο το χαρτί. Γιατί την προηγούμενη φορά που έφραξε ο κεντρικός αγωγός και μας ήρθαν τα λύμματα έξω, ο αποφράκτης εμφάνισε κάτι ρόζ κυλοτάκια που είχαν πεταχτεί μέσα..και που ανήκαν στις εν λόγω «κυρίες». Εκείνες το αρνήθηκαν το συμβάν και κατηγόρησαν τον γείτονά τους δίπλα (αυτόν με το σκύλο) ότι δικές του είναι οι κυλότες καθότι ολίγον γκέη, αυτός θύμωσε και τους αντιγύρισε για τους γκόμενους που μπαινοβγαίνουν και πώς ένα κινέζικο φανάρι πρέπει να κρεμαστεί απο το μπαλκόνι τους και έγινε γλέντι τρικούβερτο. Οι υπόλοιποι άκουγαν και χαμογελούσαν. Ο διαχειριστής τους ηρέμησε και άρπαξε τον κ. Γκέη και του έκανε παρατήρηση για το σκύλο του που λερώνει το υπόγειο και που τα παταμε τα σκατά του σκύλου μέσα στο σκοτάδι και λερώνουμε παπούτσια και αυτοκίνητο, χώρια απο τη φορά εκείνη που γλίστρισε η μαντάμ Διαχειριστού και φλάτς πάρτην κάτω. Και μπόχα αφόρητη γιατί το υπόγειο δεν αερίζεται. Ο κ. όμως του Β΄ορόφου αρνήθηκε ότι τα σκ..ήταν του σκύλου του και κατηγόρησε άλλους 4 κατόχους σκύλων ότι εκείνοι μπάζουν τα ζώα στο υπόγειο. Το γεγονός ότι έβαζε το σκυλί να κάνει τα κακά του στο κήπο, λύθηκε απο τον Β, που τον περίμενε με ένα κουβά παγωμένο νερό και μόλις μπήκε στον κήπο ο κ. Γκέη, του τον άδειασε απο τον 6 όροφο. Αποτελεσμα είναι να ψηφισθεί η τοποθέτηση κάμερας να βρούμε επιτέλους ποιός μας καταλερώνει. Για το ασανσέρ, τα έχω ξαναγράψει . Μετά συζητήθηκε το αιώνιο θέμα του θορύβου, ο Μάρκος ακούει ποδόσφαιρο και μουσική στη διαπασών, τα παιδιά της πολυκατοικίας χοροπηδάνε και ενοχλούν τους αποκάτω, ο πάπαρδος μας έχει τρελλάνει στο ψάλσιμο, κάποιες κυρίες τάϊζουν κοπάδια απο γάτες στη πυλωτή και βρωμάει γατίλα όλη η είσοδος και, και, και βεβαίως κάποιοι δεν πληρώνουν….

Στη γενική συνέλευση τα παιδιά μου δεν πατάνε, ούτε οι νύφες μου. Εχουν εξουσιοδοτήσει τον Β έτσι βγάζουν τις ουρές τους έξω. Βαριούνται ν’ ακούνε τα ίδια και τα ίδια, άσε που φοβούνται μη τους πιάσουν οι γείτονες για τα δικά τους Ο Μάρκος για τη διαπασών, η Α για τα σούρτα φέρτα με τη Βίκη, ο Πέτρος με τη διαπασών (ακούει μουσική – μαζί με όλη την πολυκατοικία), η Μ με τις γάτες.

Εμένα όμως μ ‘ αρέσουν οι γενικές συνελεύσεις, σαν μικρές κοινωνίες είναι, όπου οι συγχωριανοί πότε μαλωνουν και πότε φιλιώνουν.

Ξώβεργες

Σαν το ξεχασμένο γάλα που βράζει και ξεχυλίζει είναι ο θυμός μου. Εβρασε, ξεχύλισε το μπρίκι και αφρισμένο ξεχύθηκε στη κουζίνα. Απλώθηκε, κατάκαψε και έμεινε να κρυώσει, αργά πάνω στο εμαγιέ. Κρυώνοντας πέθαινε, λίγο-λίγο. Οταν η νοικοκυρά το πήρε είδηση, πήρε το σφουγγάρι και το καθαρισε. Το γάλα πετάχτηκε χωρίς ούτε μία δέηση. Αδοξα.

Αισθάνομαι πολύ πατημένη, απαξιωμένη, στα πρόθυρα της κατάθλιψης. Ισως ήδη έχει έρθει η ασθένεια αυτή, γραπώθηκε μέσα μου και με μασουλίζει λίγο-λίγο. Το σαράκι της λύπης τρώει τοσοδούλικα κομματάκια, ανεπαίσθητα, που όμως συσσωρεύονται και τελικά όταν κάποιος σκύψει να κυττάξει λείπει ένα μεγάλο κομμάτι. Που δεν αναπληρώνεται γιατί ο άνθρωπος δεν αλλάζει. Αυτά που νομίζουν οι άπειρες νυφούλες ότι, μετά το γάμο, θα τον αλλάξουν τον λεγάμενο, κακόμοιρες ΄κοπελίτσες, αυτές θα αλλάξουν, θα πνιγούν στα δάκρυα και μετά θα χρειαστεί να πάρουν θέση.

Είμαι σε απόγνωση που δεν έχει να κάνει με τη καθημερινότητά μου. Πορεύομαι, χαρούμενη για τον ευρύτερο κόσμο, ίσως και να είναι μέρες που είμαι. Το κενό μέσα μου μεγαλώνει σαν το αφρισμένο γάλα, όλα τα έχω δώσει, έχω ψάξει τον πάτο τους ταγαριού της ζωής μου, με τα χέρια, με φακό για να μη μου ξεφύγει ψίχουλο, τον έχω αναποδογυρίσει κιόλα, το μέσα έξω μου πάνω-κάτω για να δώσω ό,τι έχω και δεν έχω στην οικογένειά μου και έρχεται η στιγμή της υπέρτατης απαξίωσης, φταίω και απο πάνω που απαιτώ να ζήσω αξιοπρεπώς, φταίω που ζητάω ποιότητα ζωής, φταίω που λέω το παράπονό μου στους άλλους, φταίω που ζητάω αντάλλαγμα στην αγάπη που δίνω.

Αυτά έχεις να μου δώσεις, ξέρω. Το ήξερα εδώ και χρόνια, χρήματα, κοινωνική θέση, ασφάλεια, υγεία, προστασία. Τα χάδια σου τα φύλαγες για την αρχή του γάμου μας. Υστερα πέταξαν σαν τα πουλάκια μετά τις ντουφεκιές, φτερά στον άνεμο. Δεν γύρναγες με άλλες, όχι αυτό δεν έγινε ποτε, απλά δεν σε ενδιέφερε το σέξ. Υπάρχει άντρας που δεν ενδιαφερεται; Υπάρχει γιατί την ανάγκη την διοχέτευσε αλλού: Μακρυά μου..κάπου. Στέρεψε η στοργή και έμεινε η απαξίωση. Ο,τι κάνεις είναι τέλειο, ό,τι κάνω στραβό. Και το γεγονός ότι αναπνέω με το στόμα και όχι με τη μύτη, εξαίρεση.

Βούλιαξα σιγά-σιγά ενώ και κολύμπι ήξερα και σωσίβιο είχα. Ούτε που το κατάλαβα οτι έχανα εκατοστά. Αρχισα να το καταλαβαίνω όταν ξεσπούσε κρίση. Χάλασε ένας γλόμπος. «Αλλαξέ τον εσύ, εγώ δεν μπορώ ή άσε με τώρα δεν βλέπεις ότι δουλεύω;» Εμαθα και τα ηλεκτρικά. Αμα όμως χαλάσει η ασφάλεια δεν τα καταφέρνω, φοβάμαι. Ετσι ζήταγα τη βοήθειά του και μου την έδινε, βρίζοντάς με μέσα απο τα μουστάκια του, στην αρχή με αει στο διάολο και μετά με κατάρες να ψοφίσω. Για τη δουλειά του ενδιαφερόμουνα παλιά. Μετά όμως απο έναν καυγά τρικούβερτο γιατί δεν βρήκα τον προσανατολισμό μου στο χάρτη, με απείλησε και τραβήχτηκα. Δεν ξαναρώτησα ποτέ.

Δεκαπέντε χρόνια ζωής κύλησαν έτσι. Αξια είμαι που δεν έφυγα, που δεν τον παράτησα. Σαν τα ποντικάκια, φοβόμουνα τη μοναξιά, μη με σκοτώσει κιόλας αν σήκωνα κεφάλι. Οταν θυμώνει, ουρλιάζει και βρίζει, με απειλεί και γίνεται βίαιος.

Το καβούκι μου η φωλιά μου. Εκεί έχω όλα τα απαιτούμενα για φυγές. Οσο ζήσω ακόμη.

Θέλω να ευχαριστήσω τη Λένα που με δέχτηκε να συμμετέχω στο ωραίο της εικονικό σπίτι. Ισως τα καταφέρω να ελπίζω

Ισιδώρα