Γενική συνέλευση

Διάβασα στη Τανίλα για τη διαχειρίστρια της πολυκατοικίας που μένει για τα προβλήματα που έχουν με τα κοινόχρηστα, τις συνελεύσεις κλπ και είπα να σας γράψω τα δικά μας. Να πώ ότι για 8 χρόνια, δηλαδή απο τότε που έγινε το σπίτι πολυκατοικία, διαχειριστής ήταν ο άνδρας μου ο Β. Τα κατάφερε αρκετά καλά γιατί σχεδόν πάντα οι προτάσεις του ακολουθούντο και τον σεβόντουσαν όλοι. Μετά, πέρυσι δηλαδή, ανέλαβε ο κος Τασος, ο οποίος είχε διαφορετικό στυλάκι. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ζητήσει μία αμοιβή για τις υπηρεσίες που ΘΑ μας προσέφερε, μισθό δηλαδή. Υπήρχε διαφωνία αλλά τελικά του δώσαμε αυτά τα 300 ευρώ το μήνα. Κάθε 3 μήνες καλουσε γενικη συνέλευση, πότε ιδιοκτητών και πότε όλων.   Αν δεν έχετε πάει ποτέ ως τώρα σε μία, χάνετε. Στη συνέλευση φαίνεται ο γείτονάς σου, τι καπνό φουμάρει. Πέρα απο τα «σας» και «σείς» που ανταλάσσετε στο ασανσέρ ή όταν συναντιέσθε στους σκουπιδοντενεκέδες. Εκεί βλέπεις πόσο γαϊδούρι /τσόκαρο είναι ο άλλος.

Τα θέματα που συζητήσαμε στη τελευταία συνέλευση, αυτή του Οκτωβρίου ήταν πολύ σοβαρά. α) Πάλι θέλει ξεβούλωμα ο κεντρικός αγωγός γιατί έφραξε. β) Ο ένοικος του β΄ορόφου βαριέται να βγάζει το σκύλο του βόλτα έτσι τον αμολάει 1) στο υπόγειο πάρκινγκ όπου το ζώο κάνει τις ανάγκες του όπου βρεί ή αν δεν βρέχει 2) στο κήπο. γ) το ασανσέρ πρέπει να αυτοματοποιηθεί – η επισκευή είναι ένα έξτρα κόστος που βαρύνει τους ιδιοκτήτες και θα κάνει 4 μέρες το συνεργείο να το φτιάξει .

Οι γενικές συνελεύσεις ξεκινάνε μέσα στη γλύκα, τι κάνετε, πώς είσθε, πώς είναι τα χρυσά σας τα παιδάκια. Στη πορεία όμως ο καθένας μας φορτώνει νεύρα και πρίν τελειώσει η συνέλευση έχουμε γίνει μαλλιά κουβάρια. Ετσι αυτή τη φορά, αφού φάγαμε τα σοκολατάκια και τα βουτήματα που μας τρατάρησε η γυναίκα του διαχειριστή (μία πρώην καμπαρετζού – έλεγε ότι δούλευε σε καφετέρια – ψέμματα είναι αμα τη δείς πως ντύνεται θα καταλάβεις) και τις πορτοκαλάδες, αφηνιάσαμε. Σχετικά με το πρώτο θέμα, έγινε φασαρία γιατί ο διαχειριστής τα έβαλε με τις κυρίες του Β΄ορόφου ότι συνεχίζουν και πετάνε στην τουαλέττα ό,τι τους κατέβει εκτός απο το χαρτί. Γιατί την προηγούμενη φορά που έφραξε ο κεντρικός αγωγός και μας ήρθαν τα λύμματα έξω, ο αποφράκτης εμφάνισε κάτι ρόζ κυλοτάκια που είχαν πεταχτεί μέσα..και που ανήκαν στις εν λόγω «κυρίες». Εκείνες το αρνήθηκαν το συμβάν και κατηγόρησαν τον γείτονά τους δίπλα (αυτόν με το σκύλο) ότι δικές του είναι οι κυλότες καθότι ολίγον γκέη, αυτός θύμωσε και τους αντιγύρισε για τους γκόμενους που μπαινοβγαίνουν και πώς ένα κινέζικο φανάρι πρέπει να κρεμαστεί απο το μπαλκόνι τους και έγινε γλέντι τρικούβερτο. Οι υπόλοιποι άκουγαν και χαμογελούσαν. Ο διαχειριστής τους ηρέμησε και άρπαξε τον κ. Γκέη και του έκανε παρατήρηση για το σκύλο του που λερώνει το υπόγειο και που τα παταμε τα σκατά του σκύλου μέσα στο σκοτάδι και λερώνουμε παπούτσια και αυτοκίνητο, χώρια απο τη φορά εκείνη που γλίστρισε η μαντάμ Διαχειριστού και φλάτς πάρτην κάτω. Και μπόχα αφόρητη γιατί το υπόγειο δεν αερίζεται. Ο κ. όμως του Β΄ορόφου αρνήθηκε ότι τα σκ..ήταν του σκύλου του και κατηγόρησε άλλους 4 κατόχους σκύλων ότι εκείνοι μπάζουν τα ζώα στο υπόγειο. Το γεγονός ότι έβαζε το σκυλί να κάνει τα κακά του στο κήπο, λύθηκε απο τον Β, που τον περίμενε με ένα κουβά παγωμένο νερό και μόλις μπήκε στον κήπο ο κ. Γκέη, του τον άδειασε απο τον 6 όροφο. Αποτελεσμα είναι να ψηφισθεί η τοποθέτηση κάμερας να βρούμε επιτέλους ποιός μας καταλερώνει. Για το ασανσέρ, τα έχω ξαναγράψει . Μετά συζητήθηκε το αιώνιο θέμα του θορύβου, ο Μάρκος ακούει ποδόσφαιρο και μουσική στη διαπασών, τα παιδιά της πολυκατοικίας χοροπηδάνε και ενοχλούν τους αποκάτω, ο πάπαρδος μας έχει τρελλάνει στο ψάλσιμο, κάποιες κυρίες τάϊζουν κοπάδια απο γάτες στη πυλωτή και βρωμάει γατίλα όλη η είσοδος και, και, και βεβαίως κάποιοι δεν πληρώνουν….

Στη γενική συνέλευση τα παιδιά μου δεν πατάνε, ούτε οι νύφες μου. Εχουν εξουσιοδοτήσει τον Β έτσι βγάζουν τις ουρές τους έξω. Βαριούνται ν’ ακούνε τα ίδια και τα ίδια, άσε που φοβούνται μη τους πιάσουν οι γείτονες για τα δικά τους Ο Μάρκος για τη διαπασών, η Α για τα σούρτα φέρτα με τη Βίκη, ο Πέτρος με τη διαπασών (ακούει μουσική – μαζί με όλη την πολυκατοικία), η Μ με τις γάτες.

Εμένα όμως μ ‘ αρέσουν οι γενικές συνελεύσεις, σαν μικρές κοινωνίες είναι, όπου οι συγχωριανοί πότε μαλωνουν και πότε φιλιώνουν.

Advertisements

Ξώβεργες

Σαν το ξεχασμένο γάλα που βράζει και ξεχυλίζει είναι ο θυμός μου. Εβρασε, ξεχύλισε το μπρίκι και αφρισμένο ξεχύθηκε στη κουζίνα. Απλώθηκε, κατάκαψε και έμεινε να κρυώσει, αργά πάνω στο εμαγιέ. Κρυώνοντας πέθαινε, λίγο-λίγο. Οταν η νοικοκυρά το πήρε είδηση, πήρε το σφουγγάρι και το καθαρισε. Το γάλα πετάχτηκε χωρίς ούτε μία δέηση. Αδοξα.

Αισθάνομαι πολύ πατημένη, απαξιωμένη, στα πρόθυρα της κατάθλιψης. Ισως ήδη έχει έρθει η ασθένεια αυτή, γραπώθηκε μέσα μου και με μασουλίζει λίγο-λίγο. Το σαράκι της λύπης τρώει τοσοδούλικα κομματάκια, ανεπαίσθητα, που όμως συσσωρεύονται και τελικά όταν κάποιος σκύψει να κυττάξει λείπει ένα μεγάλο κομμάτι. Που δεν αναπληρώνεται γιατί ο άνθρωπος δεν αλλάζει. Αυτά που νομίζουν οι άπειρες νυφούλες ότι, μετά το γάμο, θα τον αλλάξουν τον λεγάμενο, κακόμοιρες ΄κοπελίτσες, αυτές θα αλλάξουν, θα πνιγούν στα δάκρυα και μετά θα χρειαστεί να πάρουν θέση.

Είμαι σε απόγνωση που δεν έχει να κάνει με τη καθημερινότητά μου. Πορεύομαι, χαρούμενη για τον ευρύτερο κόσμο, ίσως και να είναι μέρες που είμαι. Το κενό μέσα μου μεγαλώνει σαν το αφρισμένο γάλα, όλα τα έχω δώσει, έχω ψάξει τον πάτο τους ταγαριού της ζωής μου, με τα χέρια, με φακό για να μη μου ξεφύγει ψίχουλο, τον έχω αναποδογυρίσει κιόλα, το μέσα έξω μου πάνω-κάτω για να δώσω ό,τι έχω και δεν έχω στην οικογένειά μου και έρχεται η στιγμή της υπέρτατης απαξίωσης, φταίω και απο πάνω που απαιτώ να ζήσω αξιοπρεπώς, φταίω που ζητάω ποιότητα ζωής, φταίω που λέω το παράπονό μου στους άλλους, φταίω που ζητάω αντάλλαγμα στην αγάπη που δίνω.

Αυτά έχεις να μου δώσεις, ξέρω. Το ήξερα εδώ και χρόνια, χρήματα, κοινωνική θέση, ασφάλεια, υγεία, προστασία. Τα χάδια σου τα φύλαγες για την αρχή του γάμου μας. Υστερα πέταξαν σαν τα πουλάκια μετά τις ντουφεκιές, φτερά στον άνεμο. Δεν γύρναγες με άλλες, όχι αυτό δεν έγινε ποτε, απλά δεν σε ενδιέφερε το σέξ. Υπάρχει άντρας που δεν ενδιαφερεται; Υπάρχει γιατί την ανάγκη την διοχέτευσε αλλού: Μακρυά μου..κάπου. Στέρεψε η στοργή και έμεινε η απαξίωση. Ο,τι κάνεις είναι τέλειο, ό,τι κάνω στραβό. Και το γεγονός ότι αναπνέω με το στόμα και όχι με τη μύτη, εξαίρεση.

Βούλιαξα σιγά-σιγά ενώ και κολύμπι ήξερα και σωσίβιο είχα. Ούτε που το κατάλαβα οτι έχανα εκατοστά. Αρχισα να το καταλαβαίνω όταν ξεσπούσε κρίση. Χάλασε ένας γλόμπος. «Αλλαξέ τον εσύ, εγώ δεν μπορώ ή άσε με τώρα δεν βλέπεις ότι δουλεύω;» Εμαθα και τα ηλεκτρικά. Αμα όμως χαλάσει η ασφάλεια δεν τα καταφέρνω, φοβάμαι. Ετσι ζήταγα τη βοήθειά του και μου την έδινε, βρίζοντάς με μέσα απο τα μουστάκια του, στην αρχή με αει στο διάολο και μετά με κατάρες να ψοφίσω. Για τη δουλειά του ενδιαφερόμουνα παλιά. Μετά όμως απο έναν καυγά τρικούβερτο γιατί δεν βρήκα τον προσανατολισμό μου στο χάρτη, με απείλησε και τραβήχτηκα. Δεν ξαναρώτησα ποτέ.

Δεκαπέντε χρόνια ζωής κύλησαν έτσι. Αξια είμαι που δεν έφυγα, που δεν τον παράτησα. Σαν τα ποντικάκια, φοβόμουνα τη μοναξιά, μη με σκοτώσει κιόλας αν σήκωνα κεφάλι. Οταν θυμώνει, ουρλιάζει και βρίζει, με απειλεί και γίνεται βίαιος.

Το καβούκι μου η φωλιά μου. Εκεί έχω όλα τα απαιτούμενα για φυγές. Οσο ζήσω ακόμη.

Θέλω να ευχαριστήσω τη Λένα που με δέχτηκε να συμμετέχω στο ωραίο της εικονικό σπίτι. Ισως τα καταφέρω να ελπίζω

Ισιδώρα