«Α» αααα!

Ισως να είναι ο καιρός, η αντάρα του γκρίζου ουρανού, ίσως το γεγονός ότι έρχεται ο χειμωνας καθυστερημένος λίγο αλλά σχεδόν στην ώρα του, να μας κρυώσει Εκεί που ήμουνα όλο έξω,  χώθηκα μέσα. Η υγρασία και εγώ δεν τα πάμε καλά Οι αλλαγές του καιρού απο φθινόπωρο σε ψύχρα απαγορευτικές για βόλτες Ετσι νάμαι πάλι στην οθόνη μου.

Απολογισμός των ημερών που πέρασαν:πήγα 1 μέρα στο μαγαζί, να δώ τι γίνεται. Οι γυναίκες άφαντες, υπήρχε μόνο ο γιός της Βάσως (που είναι ακόμη στη κλινική για κατάθλιψη-τάσεις αυτοκτονίας) και ανηψιός της Α Γελαστός με έμπασε μέσα, με κάθισε και μετά έτρεξε να εξυπηρετεί πελάτες που ήταν μπόλικοι Μιλάει όμορφα, είναι χαριτωμένος, ευγενής και καλός πωλητής Χάρισμα το τελευταιο. Δουλεύει σαν μόνιμος υπάλληλος και αμείβεται απο τις δύο ιδιοκτήτριες του καταστήματος που πηγαίνουν εναλλάξ μόνο τις Δευτέρες και ο Νώντας (ας τον πούμε Νώντα) έχει ρεπό. Τις άλλες μέρες περνάνε που και πού αλλά χαλαρά και μόνο αν είναι να υπάρχουν παραλαβές. Αρα η Α, λέει ψέμματα ότι σκοτώνεται στη δουλειά του μαγαζιού και δεν προλαβαίνει να μαγειρέψει ούτε για τα παιδιά της και πρέπει να μαγειρεύω εγώ Και όταν φύγαμε για Θεσσαλονίκη δυσανασχέτησε γιατί «τι θα τρώνε τα παιδιά μητέρα, όταν λείπετε εσείς και εγώ δουλεύω;» Δικαιωμά της είναι να μη λέει τι κάνει και που «δουλεύει» απο τη στιγμή όμως που με ανακατεύει της λέω και τη γνώμη μου. «Δεν πάς καλά» μόνο αυτό της είπα.

Το Σάββατο μας κάλεσε σπίτι της για ένα κρασάκι Είχε την οικογένειά της, εμάς και κάτι φίλες της με τα παιδιά τους. Μία μικρή συγκέντρωση 20 ατόμων. Της έφτιαξα μία τυρόπιτα και μία τούρτα με δαμάσκηνα και κρέμα σαντιγύ, ντυθήκαμε, στολιστήκαμε και πήγαμε λίγο νωρίτερα για να ταχτοποιήσουμε και το τραπέζι Μας υποδέχτηκε με φούτερ και παντόφλες , άλουστη με αλογοουρά και με ύφος τρελλό. «Θα αλλάξει ρούχα, θα φτιαχτεί» είπα απο μέσα μου «δεν μπορεί έχει ώρα μπροστά της». Ωρα μπροστά της είχε, μυαλό δεν είχε. Δεν είχε ετοιμάσει τίποτα, ταχτοποίησε τη τυρόπιτά μου, παρέλαβε απο τον σουβλατζή μεζεδάκια, σουβλάκια, πατάτες, σαλάτες, γύρους και τέτοια, τα έβαλε στο φούρνο για να είναι ζεστά και πήγε να ντυθεί

Ερχόντουσαν οι καλεσμένοι και εμείς τους υποδεχόμασταν..η Α στολιζόταν Και όταν εμφανίσθηκε, είπα μήν έπαθε εγκεφαλικό. Φορούσε ρόζ φούτερ (είναι μεγαλόσωμη με πλούσιο στήθος και γοφούς, τα σκούρα χρώματα της πάνε) και σκωτσέζικη πλισέ φούστα με αγκράφα και απο κάτω τις παντόφλες Ηταν καταχαρούμενη για αυτές «μόλις τις πήρα μητέρα, κατακαίνουργιες» μου είπε ίσως για να καθησυχάσει το ταραγμένο μου βλέμμα.

Οι φίλες της ντυμένες μιά χαρά, το ίδιο και τα παιδιά τους Η δικιά μας, στο κόσμο της. Η Βίκη φορούσε καφτάνι ολομέταξο, ο Μ κοστούμι, η Α..τις ολοκαίνουργιες παντόφλες της

Φάγαμε τα πάντα, ήπιαμε (τα ποτά τα έφερε ο Πέτρος), χορέψαμε και όλοι φύγαμε με το χαμόγελο στο στόμα. Η κριτική και οι υποδείξεις δεν έχουν νόημα όταν λείπουν οι βασικές αισθήσεις όπως η όραση. Και του χρόνου λοιπόν.