Τα όνειρά μου για τα παιδιά μου 1

Αυτές τις μέρες που βρέχει μένω στο σπίτι. Ράβω, αναλογίζομαι μιλάω και μόνη μου. Μιλάω στο Β και ανταλλάσουμε απόψεις.

Με σκότωσες Ηλιαχτίδα, με τα προηγούμενα σχόλιά σου. Διαπίστωσα πόσο κακομαθημένη και εγωϊστρια ήμουνα στη ζωή μου, να ελέγχω τα πάντα ήθελα, να τρυπώνω στις ζωές των άλλων, ιδιαίτερα των παιδιών μου, για να κάνουν ότι λέει η μαμά τους, άβουλα να περιφέρονται. Με τον πρώτο γιό δεν το πέτυχα, ήταν επιθετικός σαν τον μπαμπα του, εξάλλου τι να πείς σε ένα παιδί που το άριστα σε όλα ήταν εύκολη καθημερινότητα; Καμάρωνα στα σχολεία που πήγαινα να πάρω τους βαθμούς του, 6 χρόνια σημαιοφόρος ήταν. Φούσκωνα σαν το παγώνι απο περηφάνεια και εκείνος με έκανε ό,τι ήθελε. Ούτε για τη μοτοσυκλέτα είχα αντίρρηση, ούτε για τις σπουδές του. Θα ήθελα να γίνει καθηγητής Πανεπιστημίου, όμως εκείνος γελούσε και έκανε αυτό που είχε στο κεφάλι του. Οσα πτυχία δεν είχα εγώ, είχε εκείνος. Ηθελα να παντρευτεί μιά καλή κοπέλα, όσες όμως του πήγα, τις έδιωχνε. Βρήκε μία κοπέλα μιά φορα, μιά πολύ κατώτερή του, αλλά όμορφη, τον τρέλλανε με την κορμοστασιά της, τάχανε κάποια χρόνια, της πέρασε αρραβώνα και εγώ γονατιστή παρακάλαγα τη Παναγία να τον φωτίσει να τη διώξει, κυττούσε κι άλλους αυτή. Τελικά, τον άφησε για έναν αστυνομικό που ήθελε να την παντρευτεί αμέσως, ενώ ο δικός μου είχε να τελειώνει τα μεταπτυχιακά, στρατό, να βρεί δουλειά..Δεν ανακατευόμουνα, όποτε έλεγα κάτι, με αγριοκύτταγε και σταμάταγα την κουβέντα. Και μετά άρχισε να βγαίνει με μία μεγαλύτερή του γυναίκα, χωρισμένη χωρίς παιδιά. Τρόμαξα, αισθάνθηκα το λώρο να διαλύεται, θα μου φύγει το καμάρι του σπιτιού μου, άλλη θα περηφανεύεται για εκείνον. Κάνανε γάμο και φύγανε. Δεν πήγαν σε άλλη πόλη, όμως δεν πολυπήγαινα σπίτι τους. Η νέα μου νύφη ήταν ευγενική αλλά σε τίποτα δεν μου έμοιαζε, δεν μαγείρευε, δεν έραβε, δεν κουτσομπόλευε, δεν χαρτόπαιζε, δεν ταξίδευε, δεν γκρίνιαζε. Μόνο δουλειά.

Προσπάθησα πολύ να την κάνω να μου μιλάει, μου έλεγε για τους γονείς της, για τη παιδική της ηλικία, πράγματα ανώδυνα, δεν μου έλεγε π.χ. ότι ο μπαμπάς της ήταν μπεκρής – αυτό περίμενα ν’ ακούσω. Εκείνη έλεγε ότι ήταν το ίνδαλμά της, ο καλός της άγγελος και φίλος. Δεν υπήρχε καμμία επαφή. Με τον Β όμως ήταν αλλιώς, λές και γνωριζόντουσαν χρόνια, αμέσως πιάνανε τη κουβέντα για το τίποτα. Αισθανόμουνα απ’ έξω. Ακόμη έτσι αισθάνομαι κατά καιρούς. Τους ζηλεύω όταν μιλάνε με τις ώρες για …κλαδέματα, χώματα, τριανταφυλλιές και πέργκολες. Εκανε η Μ λαχανόκηπο στο μπαλκόνι και τώρα βάζει και ο Β μελιτζάνες και πιπεριές. Οταν όμως της μιλάω για μαγείρευμα, μελιτζάνες ιμάν..φεύγει τρέχοντας. Κι αν της πέσει ένα στρίφωμα, το δίνει έξω σε μοδίστρα. Για να μη με κουράζει, λέει. Για να μην υποχρεώνεται, λέω.

Στην αρχή της έκανα γυμνάσια, κουτσομπολιά, έλεγα διάφορα για τη καταγωγή της, όλοι αυτοί κάτω απο το αυλάκι είναι πολύ πονηροί άνθρωποι. Ευγενικά αλλά γρήγορα με καπέλλωνε που στο τέλος ο Β γελούσε και μου έλεγε να πάψω τις κατινιές, και να γίνω κυρία. Θύμωνε, άστραφτε το μάτι της, με καπέλωνε και μετά..γελώντας τα κουτσοπίναμε μέχρι το πρωϊ. Ετσι σταμάτησα να της μπαίνω, την άφησα να συνεχίζει τη ζωή της, χώρια απο εμένα. Εκείνη όμως δεν με άφησε, όταν έπαθα νευρικό κλονισμό με βοήθησε. Δεν το άξιζα, ήθελα να την ελέγχω ώστε να είμαι κοντά στο γιό μου. Δεν μπόρεσα ποτέ να μπώ στις σκέψεις της. Χώθηκα όμως στην αγκαλιά της, μαζί με όλες τις άστεγες γάτες και σκύλους.  Υπήρχε χώρος και για μένα.

«Είσαι μιά ανασφαλής πεθερά» μου λεει καμμιά φορά «έπεσες όμως και στην εκκεντρική νύφη, με τις υγείες σου». Εμαθα με τον κακό τρόπο να τους σέβομαι όπως με σέβονται και εμένα. Μου βάζουν τις φωνές βέβαια για τη κοτσάνα που πέταξα εδώ, την απερισκεψία που έκανα εκεί. Ακόμη όμως απορώ, πώς δεν τα κατάφερα να «ρίξω» την εκκεντρική μου νύφη.

Advertisements