Η χώρα της αδικίας

Χθές έγινε ένας τρομερός καυγάς στο σπίτι του Πέτρου. Ασυνήθιστο μέρος για τέτοια ξεσπάσματα, ίσως εγώ να μην ήμουνα ποτέ παρούσα όταν γίνονταν, ίσως να ήταν η πρώτη ή η νιοστή φορά αλλά που ποτε δεν υποψιαζόμουνα. Το ζευγάρι τσακώνεται. Και δεν ξέρω το λόγο γιατί μοιάζουν αγαπημένοι, προσγειωμένοι και «μαζί». Το ζευγάρι έγινε μαλλιά-κουβάρια και σαν πήγα να πώ κάτι, μου πάτησε ο Β το πόδι απο κάτω και δεν μίλησα. Και όταν πήγα στη κουζίνα τάχα να μαζέψω και ήρθε και η νύφη μου, τη κύτταγα απορημένη και μου είπε «άστα μητέρα μη ταράζεσαι, μία απο τα ίδια είναι, θα περάσει. Μία απο τα ίδια στη χώρα της αδικίας που έχουμε μέσα μας».

Και εγώ που έχω περάσει φουρτούνες και σκαμπανεβάσματα, ναυάγια και ήττες, που έχω δεί οικογενειακούς καυγάδες με φωνές, βρισιές και ξύλο, αυτή η πολιτισμένη μορφή καυγά που όλα λέγονται παγωμένα αλλά με καυτή οργή, ο ένας πετάει τη μπάλλα η άλλη την γυρίζει πίσω με την ίδια ορμή αλλά που στο τέλος την αφήνει να πέσει όπου νάναι και δεν την αντιγυρίζει, αλλά που τα μαζεύει για να τα αδειάσει όλα τσουβαλάτα κάποια στιγμή είναι χαρακτηριστικό του γιού μου. Πάντα έτσι ήταν, μαζευε-μάζευε και στο τέλος είχαμε έκρηξη με πολύ φασαρία. Τούτο εδώ το παγωμένο είναι πιο τρομακτικό.

Ερείπιο γύρισα σπίτι μου χθές και κοιμήθηκα άσχημα. Τώρα που τα γράφω αυτά τα παιδιά έχουν φύγει για τις δουλειές τους. Κανείς δεν είπε τίποτα, κανείς δεν θα μου πεί κάτι. Το ξέρω. Το περιμένω. Δεν κατάλαβα τι έγινε έτσι κι αλλιώς. Ο Πέτρος είχε κάπου ακουμπήσει τα κλειδιά του. Μιά αρμαθιά. Και δεν τα εύρισκε. Ψάξανε τσέπες και συρτάρια, τίποτα. Μετά κατεβήκαμε όλοι να ψάξουμε στο αυτοκίνητο. Εκεί σκοτωθήκανε. Πήγε να σκύψει η Μ με ένα φακό να δεί κάτω απο τα καθίσματα και εκείνος της έβαλε τις φωνές, μέσα σε ένα λεπτό είχαν γίνει μαλλιά κουβάρια ενώ εμείς στεκόμασταν κόκκαλο. Για κάτι αστείο σκοτωθήκανε και συνέχισαν τον καυγά μέχρι το σπίτι τους. Με λύσσα χτυπιόντουσαν, με λύσσα ανταλλάσανε λέξεις. Και μετά ο ένας κλείστηκε στο μπάνιο γκρινιάζοντας και η άλλη στη κουζίνα σιωπηλή σαν ταφόπλακα.

Και εμείς φύγαμε αναστατωμένοι. Η χώρα της αδικίας δεν είναι αλλού, συχνά βρίσκεται μέσα μας.

Advertisements

Μπαμ! Μπάμ! Μπάμ! Μπάμ! Μπάμ!

Με ένα ποτήρι κρασί απέναντί μου και αναμένο κηροπήγιο, με 3 δάχτυλα ελεύθερα, ακουμπάω κάτι λίγο απο μένα. Εδώ. Στο άσπρο φόντο που δεν μου ανήκει. Λείπουν όλοι άφοβοι στις στάλες, μόνο η γιαγιά κάθισε μέσα να αφουγκράζεται τις ζωές των άλλων, λίγη απο τη δική μου, θεωρείς εσύ που διαβάζεις αυτές τις αράδες ότι στην ηλικία μου έχω βρεί την ηρεμία, έχω φθάσει στο νιρβάνα, όλα είναι λυμένα και ελεύθερη απο έγνοιες πορεύομαι μέχρι να με θερίσει ο τελευταίος των εραστών; Αραγε η γιαγιά που έχει δεί ζωές να μπαίνουν, ζωές να φεύγουν, έχει σφίξει και κρατήσει, έχει λευτερώσει και αφήσει, έχει δοθεί και νικηθεί, έχει απελευθερωθεί και κατακτήσει δεν βρήκε πλέον καταφύγιο, δεν απαντήθηκαν τα ερωτηματικά της; Αραγε η γυναίκα που έχει ερωτευτεί και αγκαλιάσει, έχει δοθεί και χορτάσει, έχει λησμονήσει και αντικαταστήσει δεν έφθασε στην πληρότητα να πεί «αρκεί»; Αραγε η μανούλα που έχει πονέσει και γεννήσει, συμπαρασταθεί και γαλουχίσει, δημιουργήσει και λευτερώσει τα δικά της τα παιδιά, δεν έφθασε να πεί «έκοψα το λώρο, ας φύγω απ’ εδώ»;

Απορώ που κανένα απο τα άραγε δεν έχω πετύχει. Και ξέρεις γιατί μικρέ μου αναγνώστη; Γιατί ακομη κι αν αλλάζουν τα ερωτηματικά μας, φθάσουμε και περάσουμε την πληρότητα της αγάπης, κόψουμε όλους τους λώρους αβασάνιστα και γεμίσουμε ρυτίδες, ακόμη κι αν κόβονται τα πόδια μας σε μιά ανηφορίτσα ή χτυπάει η καρδιά μας σαν ελαφάκι τρομαγμένο, το περίφημο νιρβάνα, δεν έρχεται ποτέ. Δεν μπορεί να έρθει όχι γιατί χάθηκε στο δρόμο, ή γιατί εμείς δεν το αναζητήσαμε αρκετά, δεν έρχεται ποτέ γιατί είναι μέσα μας απο τη πρώτη μας ανάσα. Ετσι δεν έχει νόημα να αναζητούμε πρός τα έξω, ότι είναι ήδη εδώ, σε εμάς.

Οχι δεν είμαι madame dolorosa σήμερα. Εκανε ο γιός μου τραπέζι, ωραία φαγητά φάγαμε και γλυκά, είχε μουσική και κιθάρες, τραγουδήσαμε και χόρεψαν οι άλλοι, απλά κύτταζα και απολάμβανα θαλπωρή. Τα Χριστουγεννα πάντα με πιάνει μια γλυκιά μελαγχολία, μιά καταχνιά, οι νύχτες μεγάλες, το πάπλωμα ανάλαφρο, τα όνειρά μου πουπουλένια, το κεφάλι του Β ν’ακουμπάει στον ώμο μου (απο νιός έτσι κοιμόταν-επάνω μου) και οι σκέψεις μου να παλεύουν με τα μελλούμενα που δεν θα κατακτήσω ή τα παρελθόντα που έζησα και δεν θα ματαιώσω. Ο,τι έγινε, έγινε. Πίνω το κρασί μου και ευφραίνομαι. Μ’ αρέσει το κόκκινο κρασί κι ας μου ανεβάζει τη πίεση. Τα μυστικά μου φυλαγμένα στο μυαλό μου. Εψαξα στα παλιά μου τετράδια και όλα τα παλιά που βρήκα, τα έκαψα στο τζάκι. Για την οικογένεια, εμένα, τους γονείς μου, μυστικά και ιστορίες άλλων ανθρώπων που τώρα δεν ζούν και δεν έχει νόημα να δικάζονται απο τους ζωντανούς. Ολα λιώσαν πάνω στις φλόγες και διαλύθηκαν. Ηρεμη όμως δεν είμαι. Αναστατώθηκα.

 Πρίν  μισή ώρα πέσανε 5 απανωτοί πυροβολισμοί στο δρόμο. Δεν είναι αργά ούτε κανείς είχε γάμο -γλέντι για να  ρίχνει με τη καραμπίνα. Ξέρω απο κυνηγετικά όπλα, ο Β παλιά κυνηγούσε πέρδικες. Αυτός ήταν άλλος ήχος. Βαρύς-εκκωφαντικός.  Δεν πλησίασα το παράθυρο, απλά πάγωσα εκεί που ήμουνα.  Τι όπλο να κράταγε άραγε; Δεν τολμώ να σκέφτομαι πώς γίναμε Αμερική όπου για το τίποτα, όπως για μία θέση πάρκινγκ, ο ένας θα σκοτώνει τον άλλο.

Πάω να γεμίσω πάλι το ποτήρι μου. Το οινόπνευμα μου διώχνει τους φόβους.

Ευχές και ανησυχίες

Τα γεγονότα των εξεγέρσεων με πηραν απο κάτω και δεν έχω μυαλό να γράψω τίποτα. Παρατηρώ θαμώνας τις ζωές των άλλων. Ως τώρα εξεγέρσεις είδα να γίνονται για να διώξουμε τον τύραννο, τον κατακτητή, τη δικτατορία. Τώρα γίνονται για να απαιτούμε το ευζήν, ένα καλύτερο ευ ζην. Ξέφυγε η εποχή, γυρίζουν τα νιάτα νέα σελίδα. Και είναι να απορεί κανείς που χρειάζεται να αιματοκυλιστούμε για να έχουμε το αυτονόητο, αυτό που σε άλλα κράτη υπάρχει απο καταβολής. Δεν απορώ. Κυττάζω την οικογένειά μου και δεν απορώ.

Τι έδωσα στο γιό μου και τι απεκόμισε; Τότε που σκύβοντας έραβα φούστες και το βούλωνα στις εξωφρενικές συμπεριφορές των πελατών και τις απαιτήσεις των διευθυντών μου, κανείς δεν ασχολείται με τους εργάτες, αμα τους αρέσει να φύγουν και να ψοφίσουν, καρφί δεν καίγεται στους εργατοπατέρες. Τα εργατικά χέρια αντικαθιστούνται αμέσως. Χέστηκαν δηλαδής. Και ο άντρας μου, ναί αυτός ο αψύς λιμοκοντόρος, στο στρατιωτικό επάγγελμα που διάλεξε ένας κρίκος αλυσίδας ήταν στην αρχή, οι διαταγές εκτελούντο χωρίς να απορείς-ρωτάς-κρίνεις, ποιός είσαι εσύ σπόρε, σκάσε και δούλευε. Ο μισθός όμως καλός και σε εποχές που οι άνθρωποι δύσκολα τα βόλευαν. Διδάξαμε με τις πράξεις μας την δουλικότητα στο κατεστημένο και τη δουλειά. Και οι δύο κρίκοι απαραίτητοι για την επιβίωση. Ας θυσιαστώ εγώ, τα παιδιά μου θα μορφωθούν και θα ξεφύγουν.

Ξέφυγε ο ένας, διάβαζε, δούλευε απο μικρός σε ταβέρνα γκαρσόνι, όχι γιατί δεν του έδινα αρκετό χαρτζηλίκι ήθελε να «ζήσει απο μέσα» να δεί πως είναι να είσαι ο τελευταίος τροχός της αμάξης, να τον έχουν χεσμένο είτε είναι πτυχιούχος είτε όχι. Ο άλλος ποτέ δεν δούλεψε πρίν πάρει πτυχίο εννοώ, ήθελε να γυρίζει με το μηχανάκι που του πήρα και να ζαλίζει τις γυναίκες που κάνανε και εκείνες τη μισή διαδρομή πρός τη καρδιά του. Κύττα τους τώρα. Ο ένας εργάζεται πυρετωδώς παρόλλο το ατύχημά του στα πόδια, βάζει το κεφάλι κάτω και κάνει αυτό για το οποίο τον προσλαμβάνουν:  δουλεύει , ενώ ο άλλος μας δουλεύει όλους κανονικά. Και τον εαυτό του μαζί. Σε καμμία πορεία δεν πήγαν. Ο ένας γιατί δεν μπορεί να περπατήσει και ο άλλος γιατί δεν μπορεί να σκέφτεται. Πήγαμε εμείς αντ’ αυτών. Ασε που στην πορεία κουραστήκαμε και αράξαμε σε ένα καφενείο, μάρτυρες των γενόμενων, μάρτυρες μιάς ζωής.

Ολοι μιλούν. Υπέρ-κατά. Αυτά που δεν ειπώνονται είναι οι φόβοι. Ακόμη κι αν αλλάξει η κυβέρνηση, τι θα κάνει η επόμενη; Θα μπορέσει να δώσει όνειρα στα παιδιά; Και δεν μιλάω για τα 700 ευρώ που θα ήταν πολύ καλά λεφτά αν το κόστος της ζωής ήταν χαμηλό. 260.000 δραχμές ακούγονται μεγάλος μισθός, όταν το κατοστάρικο ήταν σημαντικό. Το  ένα ευρώ όμως δεν είναι τίποτα. Κaι η καταναλωτική τηλεόραση βάζει θεμέλια για μίμηση. Τι είναι ένας έφηβος σήμερα χωρίς κάρτα άπειρων φτηνών sms, ipod,mp3, μοντέρνο κινητό που έχει κάμερα και 101 διάφορα επάνω, επώνυμα ρουχαλάκια, στυλάκι και ίσως μηχανάκι; «Φυτό είναι, γιαγιά» λέει ο εγγονός και δεν υπερβάλλει. Φυτά έχουμε γίνει όλοι και πρώτα-πρώτα τα παιδιά μας. Ασε πιά την παντέρημη παιδεία -μπαλλάκι έχει γίνει της κάθε κυβέρνησης για αλλαγές χωρίς έλεος. Για όλους μας.

Τι θα φέρει η εξέγερση θα το δούμε του χρόνου τέτοιο καιρό. Ισως να είμαι ακόμη μαζί σας. Φάτε λοιπόν τώρα τις γαλοπούλες σας και μετά όλοι στους δρόμους για να φωνάξετε χωνεύοντας. Ετσι κι αλλιώς έχουμε δρόμο μπροστά μας.

Καλά Χριστούγεννα

Αντιστεκόμενοι και ..εμείς

ήρθαν οι ταραχές και πέρασαν. Ανώδυνα για κάποιους, επώδυνα για άλλους, οι πορείες ακόμη συνεχίζονται, οι νέοι μας φωνάζουν μπάς και εισακουσθούν. Ποιός τους ακούει και δεν κουνάει μήτε το φρύδι του ε; Κι αν δείχνεις λίγο κομμένος στο προσωπάκι σου Κωτίκο μου είναι που στενοχωρέθηκες γιατί έγινες διεθνώς ρεζίλι (κι άλλο) ή γιατί φοβάσαι μη χάσεις τη θέση του οδηγού στο τραινάκι του λούνα πάρκ που λέγεται πατρίδα; ακούς τίποτα εσύ ο ίδιος, ή περιμένεις να στα πούνε; Με μία αναφορά γραπτή και πρωτοκολλημένη; Η παρακολουθείς τα ξένα πρακτορεία που χαρακτηρίζουν τα γεγονότα σαν το γερμανικό πρακτορείο που είπε ότι «η Ελλάδα δεν ζει μια εξέγερση των μη προνομιούχων αλλά των παραχαϊδεμένων, οι οποίοι σήμερα κοιτάζουν κατάματα το τέλος των προνομίων τους. Και αυτό είναι ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό φαινόμενο» φοβούμενοι μη πάθουν τα ίδια και στα δικά τους νερά. Δεν ξέρω αν θα χάσεις τον πόλεμο, στη μάχη όμως αυτή ηττήθηκες όχι απο έλλειψη στρατεύματος αλλά απο ανανδρία. Ούτε στο λαό σου δεν μπόρεσες να μιλήσεις την ίδια στιγμή που βγήκε στους δρόμους, έπρεπε να κρυφτείς και να περιμένεις να σου συντάξουν το λόγο που θα έλεγες 3 μέρες μετά. Ο θειός σου θα σε μουτζώνει χειροπόδαρα στον τάφο του!.

Ο Ελληνας δεν πιστεύει στο κράτος και στους επιτελείς του, νόμους, αστυνομία, κυβερνώντες. Απο την τουρκοκρατία κανέναν δεν ήθελε απο τους συνεργάτες των κατακτητών, αργότερα με την ελεύθερη Ελλάδα όταν το τέρας της γραφειοκρατίας-δημοσιοκρατίας άρχισε να τρέφεται και η αστυνομία να παρανομεί. Οι πρόγονοί τους αστυνομικοί ήταν πολύ ξύπνιοι συγκριτικά με τους βουτυρομπεμπέδες του τώρα, δεν χρειαζόταν να πεθάνει ο μικρός Αλέξης που μόνος του σουλάτσερνε στα σοκάκια μαζί με τον κάθε μπάτσο, 2 χαστούκια θα ήταν αρκετά απο τα όργανα της τάξης, για να του κλείσουν το στόμα και να τον κάνουν να φέρεται σαν πολίτης και όχι σαν κωλόπαιδο. Την εποχή μου όποιος έβγαζε γλώσσα τις έτρωγε μα απο τον δάσκαλο, τον παπά, τον χωροφύλακα και στο σπίτι έτρωγε άλλες τόσες απο τον πατέρα του. Σιγά μη σκοτώνουμε το κάθε πιτσιρικι που βγάζει γλώσσα, θα είχε ερημώσει η γής.

Οργή λοιπόν του κόσμου για την αστυνομία που μπέρδεψε τις βούρτσες με τις φούστες για άλλη μία φορα. Οργή για τον δικηγόρο που θρασύτατα υπερασπίζεται το σύστημα που σκοτώνει και κουκουλώνει. Οργή του κόσμου για τους κανάγιες που φοβούνται μη τους αναγνωρίσουν και πιάσουν, έτσι φοράνε τις Prada κουκουλίτσες τους και κάνουνε τις τρελλίτσες τους με κασμάδες και λοστούς. Αλήθεια που τους βρίσκουν τους κασμάδες και σπάζουν τα πεζοδρόμια; Ξέρετε πολλά νοικοκυριά και σπίτια νά εχουν κασμάδες στο ντουλάπι με τα χαρτιά υγείας  και το Σκίπ;  Ξέρετε πολλά καταστήματα ειδών κιγκαλλερίας να πουλάνε κασμάδες; Που πουλάνε κασμάδες και πόσο, να πάω να πάρω αφού είναι τόσο εύκολο; Ελάτε στα συγκαλά σας, τι είναι αυτά τα πράγματα, κουτόχορτο τρώμε;  

Ο κόσμος σαν υπνωτισμένος ακούει «απο τους καναπέδες» όπως μας κατηγορούν οι νεολαίοι μας. Οχι κύριοι, δεν καθόμαστε στους καναπέδες μας για να δούμε τηλεόραση, δεν έχουμε τη συσκευή στο σαλόνι μας μαζί με τα μπιμπελό, στην κρεββατοκάμαρα είναι η τηλεόραση, να βλέπουμε αυτά που μας σερβίρετε μασημένα, πρίν μας πάρει ο ύπνος.  

Η αποθέωση της βίας πουλάει. Συνειδήσεις, ζωές, αφόρητα βαρετά μπινελίκια » να τους γαμήσουν απο τη μύτη», «ας καούν όλα, δεν με νοιάζει» όλοι αυτοί οι τζάμπα μάγκες δεν κουνηθηκαν απο τη ξάπλα τους, ίσως μόνο να  πάνε να πάρουν λίγα ακόμη φιστίκια για το ουϊσκάκι τους, πάντα οι άλλοι φταίνε, εμείς δεν τους ψηφίσαμε, δεν ανήκουμε στο 90% που  τους επέλεξε με τα γουρουνοτσάρουχα και τις γκλίτσες, δεν φωνάξαμε «Γκόρτσο, Γκόρτσο» όπως ο συχωρεμένος Παπαγιαννόπουλος που πέθανε στη ψάθα, όχι οι αρχηγοί των νεολαίων απο τα βάθρα τους δίνουν το σύνθημα «Εν δυό, εν δύο» αλληλοκατηγορούμενοι (είπες-είπα), σοβαρά υποτασσόμενοι στην καταμέτρηση μελλοντικών ψήφων..  

Και οι πορείες συνεχίζονται. Και ο Κακλαμάνης εκλιπαρεί να μη του κάψουνε το δένδρο του. Εδώ καίγεται η Ελλάδα φίλε, δεν πάς να πιάσεις καμμιά σκούπα λέω εγώ!

Περιποίηση

Με το που επέστρεψα απο το γιατρό με δεμένο χέρι, εγινε ένα κλίκ στα μυαλά των συγγενών μου και των φίλων μας. Δεν είναι περίεργο; Οσο έχουμε την υγεία μας με τα όσα μικρά-μεγάλα προβλήματα, δεν πολυ ασχολείτε ο κόσμος με εμάς, μη πώ ότι μας φέρνονται και άσχημα, θεωρώντας ότι είμαστε δεδομένοι. Μόλις αλλάξει το πράγμα και το δεδομένο έρθει πάνω-κάτω, χάνονται απο τις ισορροπίες τους, όσο μπορούν να απαλύνουν.

Ο Β, δεν πάει στο μαγαζί, γυρίζει γύρω μου σαν μέλισσα το μέλι, να πάει σούπερ μάρκετ, να φέρει τα πράγματα της λαϊκής, όχι μη σηκώνεις βάρος, άσε θα κάνω εγώ τη σάλτσα, να σε βοηθήσω στο μπάνιο, οχι μη τραβάς το φερμουάρ, θα σε ντύσω εγώ. Αφήνομαι στις περιποιήσεις του χαμογελώντας. Μ’ αρέσει.

Οι νύφες και οι γιοί μου πέσανε επάνω μου, ο ένας να με πάει βόλτα με το αυτοκίνητο, φαγητό έξω δίπλα στο κύμα, εκδρομή με τον Πέτρο σε παραθαλάσσιο ψαροχώρι, μου ανέβασε ο Μάρκος το δένδρο απο την αποθήκη, θα το στολίσουμε την άλλη εβδομάδα, τα εγγόνια ήδη ετοιμάζονται. Η Α μου έφτιαξε μπεζέδες και η Μ, κινέζικο φαγητό και πίτες. Η εγγονούλα μου κουλουράκια και ο εγγονός μου πήρε έναν χάρτινο ανεμόμυλο για να μου φτιάξει το κέφι. Και οι φίλοι μας κανόνισαν να πάμε στον Πάριο για να ξεσκάσουμε.

Και εσύ κυρά Λένα που όλο μουρμουράς και δέρνεις, τι έκαμες;

Εσκυψα το κεφάλι, χαμογέλασα και είπα «σας ευχαριστώ μέσα απο την καρδιά μου»