Ευχές και ανησυχίες

Τα γεγονότα των εξεγέρσεων με πηραν απο κάτω και δεν έχω μυαλό να γράψω τίποτα. Παρατηρώ θαμώνας τις ζωές των άλλων. Ως τώρα εξεγέρσεις είδα να γίνονται για να διώξουμε τον τύραννο, τον κατακτητή, τη δικτατορία. Τώρα γίνονται για να απαιτούμε το ευζήν, ένα καλύτερο ευ ζην. Ξέφυγε η εποχή, γυρίζουν τα νιάτα νέα σελίδα. Και είναι να απορεί κανείς που χρειάζεται να αιματοκυλιστούμε για να έχουμε το αυτονόητο, αυτό που σε άλλα κράτη υπάρχει απο καταβολής. Δεν απορώ. Κυττάζω την οικογένειά μου και δεν απορώ.

Τι έδωσα στο γιό μου και τι απεκόμισε; Τότε που σκύβοντας έραβα φούστες και το βούλωνα στις εξωφρενικές συμπεριφορές των πελατών και τις απαιτήσεις των διευθυντών μου, κανείς δεν ασχολείται με τους εργάτες, αμα τους αρέσει να φύγουν και να ψοφίσουν, καρφί δεν καίγεται στους εργατοπατέρες. Τα εργατικά χέρια αντικαθιστούνται αμέσως. Χέστηκαν δηλαδής. Και ο άντρας μου, ναί αυτός ο αψύς λιμοκοντόρος, στο στρατιωτικό επάγγελμα που διάλεξε ένας κρίκος αλυσίδας ήταν στην αρχή, οι διαταγές εκτελούντο χωρίς να απορείς-ρωτάς-κρίνεις, ποιός είσαι εσύ σπόρε, σκάσε και δούλευε. Ο μισθός όμως καλός και σε εποχές που οι άνθρωποι δύσκολα τα βόλευαν. Διδάξαμε με τις πράξεις μας την δουλικότητα στο κατεστημένο και τη δουλειά. Και οι δύο κρίκοι απαραίτητοι για την επιβίωση. Ας θυσιαστώ εγώ, τα παιδιά μου θα μορφωθούν και θα ξεφύγουν.

Ξέφυγε ο ένας, διάβαζε, δούλευε απο μικρός σε ταβέρνα γκαρσόνι, όχι γιατί δεν του έδινα αρκετό χαρτζηλίκι ήθελε να «ζήσει απο μέσα» να δεί πως είναι να είσαι ο τελευταίος τροχός της αμάξης, να τον έχουν χεσμένο είτε είναι πτυχιούχος είτε όχι. Ο άλλος ποτέ δεν δούλεψε πρίν πάρει πτυχίο εννοώ, ήθελε να γυρίζει με το μηχανάκι που του πήρα και να ζαλίζει τις γυναίκες που κάνανε και εκείνες τη μισή διαδρομή πρός τη καρδιά του. Κύττα τους τώρα. Ο ένας εργάζεται πυρετωδώς παρόλλο το ατύχημά του στα πόδια, βάζει το κεφάλι κάτω και κάνει αυτό για το οποίο τον προσλαμβάνουν:  δουλεύει , ενώ ο άλλος μας δουλεύει όλους κανονικά. Και τον εαυτό του μαζί. Σε καμμία πορεία δεν πήγαν. Ο ένας γιατί δεν μπορεί να περπατήσει και ο άλλος γιατί δεν μπορεί να σκέφτεται. Πήγαμε εμείς αντ’ αυτών. Ασε που στην πορεία κουραστήκαμε και αράξαμε σε ένα καφενείο, μάρτυρες των γενόμενων, μάρτυρες μιάς ζωής.

Ολοι μιλούν. Υπέρ-κατά. Αυτά που δεν ειπώνονται είναι οι φόβοι. Ακόμη κι αν αλλάξει η κυβέρνηση, τι θα κάνει η επόμενη; Θα μπορέσει να δώσει όνειρα στα παιδιά; Και δεν μιλάω για τα 700 ευρώ που θα ήταν πολύ καλά λεφτά αν το κόστος της ζωής ήταν χαμηλό. 260.000 δραχμές ακούγονται μεγάλος μισθός, όταν το κατοστάρικο ήταν σημαντικό. Το  ένα ευρώ όμως δεν είναι τίποτα. Κaι η καταναλωτική τηλεόραση βάζει θεμέλια για μίμηση. Τι είναι ένας έφηβος σήμερα χωρίς κάρτα άπειρων φτηνών sms, ipod,mp3, μοντέρνο κινητό που έχει κάμερα και 101 διάφορα επάνω, επώνυμα ρουχαλάκια, στυλάκι και ίσως μηχανάκι; «Φυτό είναι, γιαγιά» λέει ο εγγονός και δεν υπερβάλλει. Φυτά έχουμε γίνει όλοι και πρώτα-πρώτα τα παιδιά μας. Ασε πιά την παντέρημη παιδεία -μπαλλάκι έχει γίνει της κάθε κυβέρνησης για αλλαγές χωρίς έλεος. Για όλους μας.

Τι θα φέρει η εξέγερση θα το δούμε του χρόνου τέτοιο καιρό. Ισως να είμαι ακόμη μαζί σας. Φάτε λοιπόν τώρα τις γαλοπούλες σας και μετά όλοι στους δρόμους για να φωνάξετε χωνεύοντας. Ετσι κι αλλιώς έχουμε δρόμο μπροστά μας.

Καλά Χριστούγεννα

Advertisements