Μπαμ! Μπάμ! Μπάμ! Μπάμ! Μπάμ!

Με ένα ποτήρι κρασί απέναντί μου και αναμένο κηροπήγιο, με 3 δάχτυλα ελεύθερα, ακουμπάω κάτι λίγο απο μένα. Εδώ. Στο άσπρο φόντο που δεν μου ανήκει. Λείπουν όλοι άφοβοι στις στάλες, μόνο η γιαγιά κάθισε μέσα να αφουγκράζεται τις ζωές των άλλων, λίγη απο τη δική μου, θεωρείς εσύ που διαβάζεις αυτές τις αράδες ότι στην ηλικία μου έχω βρεί την ηρεμία, έχω φθάσει στο νιρβάνα, όλα είναι λυμένα και ελεύθερη απο έγνοιες πορεύομαι μέχρι να με θερίσει ο τελευταίος των εραστών; Αραγε η γιαγιά που έχει δεί ζωές να μπαίνουν, ζωές να φεύγουν, έχει σφίξει και κρατήσει, έχει λευτερώσει και αφήσει, έχει δοθεί και νικηθεί, έχει απελευθερωθεί και κατακτήσει δεν βρήκε πλέον καταφύγιο, δεν απαντήθηκαν τα ερωτηματικά της; Αραγε η γυναίκα που έχει ερωτευτεί και αγκαλιάσει, έχει δοθεί και χορτάσει, έχει λησμονήσει και αντικαταστήσει δεν έφθασε στην πληρότητα να πεί «αρκεί»; Αραγε η μανούλα που έχει πονέσει και γεννήσει, συμπαρασταθεί και γαλουχίσει, δημιουργήσει και λευτερώσει τα δικά της τα παιδιά, δεν έφθασε να πεί «έκοψα το λώρο, ας φύγω απ’ εδώ»;

Απορώ που κανένα απο τα άραγε δεν έχω πετύχει. Και ξέρεις γιατί μικρέ μου αναγνώστη; Γιατί ακομη κι αν αλλάζουν τα ερωτηματικά μας, φθάσουμε και περάσουμε την πληρότητα της αγάπης, κόψουμε όλους τους λώρους αβασάνιστα και γεμίσουμε ρυτίδες, ακόμη κι αν κόβονται τα πόδια μας σε μιά ανηφορίτσα ή χτυπάει η καρδιά μας σαν ελαφάκι τρομαγμένο, το περίφημο νιρβάνα, δεν έρχεται ποτέ. Δεν μπορεί να έρθει όχι γιατί χάθηκε στο δρόμο, ή γιατί εμείς δεν το αναζητήσαμε αρκετά, δεν έρχεται ποτέ γιατί είναι μέσα μας απο τη πρώτη μας ανάσα. Ετσι δεν έχει νόημα να αναζητούμε πρός τα έξω, ότι είναι ήδη εδώ, σε εμάς.

Οχι δεν είμαι madame dolorosa σήμερα. Εκανε ο γιός μου τραπέζι, ωραία φαγητά φάγαμε και γλυκά, είχε μουσική και κιθάρες, τραγουδήσαμε και χόρεψαν οι άλλοι, απλά κύτταζα και απολάμβανα θαλπωρή. Τα Χριστουγεννα πάντα με πιάνει μια γλυκιά μελαγχολία, μιά καταχνιά, οι νύχτες μεγάλες, το πάπλωμα ανάλαφρο, τα όνειρά μου πουπουλένια, το κεφάλι του Β ν’ακουμπάει στον ώμο μου (απο νιός έτσι κοιμόταν-επάνω μου) και οι σκέψεις μου να παλεύουν με τα μελλούμενα που δεν θα κατακτήσω ή τα παρελθόντα που έζησα και δεν θα ματαιώσω. Ο,τι έγινε, έγινε. Πίνω το κρασί μου και ευφραίνομαι. Μ’ αρέσει το κόκκινο κρασί κι ας μου ανεβάζει τη πίεση. Τα μυστικά μου φυλαγμένα στο μυαλό μου. Εψαξα στα παλιά μου τετράδια και όλα τα παλιά που βρήκα, τα έκαψα στο τζάκι. Για την οικογένεια, εμένα, τους γονείς μου, μυστικά και ιστορίες άλλων ανθρώπων που τώρα δεν ζούν και δεν έχει νόημα να δικάζονται απο τους ζωντανούς. Ολα λιώσαν πάνω στις φλόγες και διαλύθηκαν. Ηρεμη όμως δεν είμαι. Αναστατώθηκα.

 Πρίν  μισή ώρα πέσανε 5 απανωτοί πυροβολισμοί στο δρόμο. Δεν είναι αργά ούτε κανείς είχε γάμο -γλέντι για να  ρίχνει με τη καραμπίνα. Ξέρω απο κυνηγετικά όπλα, ο Β παλιά κυνηγούσε πέρδικες. Αυτός ήταν άλλος ήχος. Βαρύς-εκκωφαντικός.  Δεν πλησίασα το παράθυρο, απλά πάγωσα εκεί που ήμουνα.  Τι όπλο να κράταγε άραγε; Δεν τολμώ να σκέφτομαι πώς γίναμε Αμερική όπου για το τίποτα, όπως για μία θέση πάρκινγκ, ο ένας θα σκοτώνει τον άλλο.

Πάω να γεμίσω πάλι το ποτήρι μου. Το οινόπνευμα μου διώχνει τους φόβους.

Advertisements