Λόγια

Μιλάνε κάποιοι, στριγγλίζουν, φωνάζουν, ζητάνε να εισακουσθούν ..και δεν ακούγονται
και κάποιοι άλλοι δεν χρειάζεται να πούν κάτι για να ακουσθεί η σιωπή ..σαν τυμπανοκρουσία
για ν’ ακούς χρειάζεται να ευαισθητοποιηθείς στις ανάγκες τους, έτσι δεν είναι; Ειδάλλως και οι σκύλοι σκούζουν, ποιός τους ακούει ε;
Ακούω όλους τους ήχους, αλλά επιλέγω τι θέλω να ακούω. Τι κι αν επιλέγω συνήθως αυτά που θέλω ν’ακούω είναι αυτά που δεν ακούω, ενώ αυτά που δεν θέλω να ακούω είναι αυτά που ακούω. Εντελώς ξεμωραμένη η γιαγιά. Η ηλικία δεν πάει με τα μυαλά, αυτό είναι σίγουρο. Πετάει η καρδιά μου και στα πόδια μου 2 βαρίδια απο τα πολύ μεγάλα.
Και πώς να κάνω αυτούς που δεν μιλούν με ήχους αλλά που επικοινωνούν με σύννεφα οδύνης να μιλήσουν;
Και πώς να κάνω αυτούς που μιλούν συνέχεια με ήχους αδιάφορους όλο κατηγόριες για τους άλλους – κυρίως για τα παιδιά τους – να το βουλώσουν;

Είχαμε πάει προχθές σε ένα τραπέζι. Μου το μαγάρισε το γεύμα η κυρία του σπιτιού, ξυνό μου το έβγαλε. Ολη την ώρα κατηγορούσε τα παιδιά της. Οχι τα δικά μου, τα δικά της που ήταν στο διπλανό δωμάτιο και ελπίζω να μην άκουγαν. Ολες οι πληγές του Φαραώ πάνω στους ώμους του γιού της που είναι αιώνιος φοιτητής, που πήγε απο το Πανεπιστήμιο, στα μεταπτυχιακά, έκανε στρατιωτικό ενδοιάμεσα και τώρα θα πάει Αμερική..για ακόμη σπουδές. ..και πότε θα αρχίσει να δουλεύει, πότε θα παντρευτεί, θέλω εγγόνια. Τι να της πείς. Αλλαξα θέση για να φάω με την ησυχία μου. Επεσα κοντά σε έναν κύριο, νονό του παιδιού όπως απεδείχθει.. άρχισε να λέει κι αυτός για το παιδί του οικοδεσπότη..σιγά μη τελειώσει τις σπουδές, την έχει καταβρεί να διαβάζει-κάθεται και όλα πληρωμένα, θα περιμένουν πολύ το εγγόνι, δεν είναι για γυναίκες αυτός. Είπε κάτι βρωμιές. Πετάχτηκα επάνω να φύγω. Κατέληξα στη τουαλέττα. Δίπλα μου άλλη μία γιαγιά σαν και εμένα, έρριχνε νερό στο πρόσωπό της.
«Σας πήραν και εσάς τα σκάγια της νύφης μου ε;» ρώτησε γελαστά. Τι να απαντήσω, κατένευσα.
«Μπά, απο τη κακία της τα λέει που του έκανε ένα προξενιό με τη κόρη μιάς φίλης της και δεν τον άρεσε η μικρή, έτσι εξαφανίζεται για οπουδήποτε. Δεν έχει μυαλό η νύφη μου κουκούτσι». Μπλά μπλά
Για το θεό. Να βγεί ο καφές να φύγουμε. Και ο Β βιαζόταν, είχε βαρεθεί.
Πεινάγαμε και λίγο – ετσι πήγαμε στη Βουλιαγμένη για σουβλάκια.
Τα φάγαμε σιωπηλά. Επιτέλους σιγή.

Advertisements

Ολα του γάμου δύσκολα

Μιλάω με πολύ κόσμο, μου λένε πράγματα, τα ιδιωτικά τους, τα ξένα, για τη κρίση που ίσως έρθει και που απο τώρα μαζευόμαστε για να ανταπεξέλθουμε τα χειρότερα, δημιουργώντας ήδη την εισαγωγή στα χειρότερα, γιατί δεν ανοιγόμαστε πολύ και αντίστοιχα όσο εμείς κάνουμε πίσω, κλείνουμε και τις πόρτες της αγοράς.
Μιλάω για μένα, για τα παιδιά, στους γείτονες, στη ψιλικατζού, στη φουρνάρισσα, στον οργανοπαίχτη, οι ξένοι μου μιλάνε, ο Β μου μιλάει, μόνο τα παιδιά μου δεν μου μιλούν. Σφίγγες. Το γιατί το ψυχανεμίζομαι, δεν με θέλουν στούμπο στη ζωή τους, να μπαίνω μέσα σε όλα και να έχω και γνώμη. Σιγά μη βάλουμε και τα πεθερικά στο σπίτι μας να μας το κάνουνε σμπαράλια. Δεν τα κατηγορώ εν τούτοις, λυπάμαι. Ευτυχώς όλοι δεν είναι έτσι.

Μιλάμε με τη Βάσω εδώ και μέρες για πολλά, απο το παρελθόν. Εκείνη μιλάει πολύ, όλα τα βγάζει στη φόρα, όχι τα δικά της – τίποτα δεν έχει κακό να πεί το καημένο το κορίτσι, εκτός κι αν είναι μομφή το ότι έπαθε κατάθλιψη και αρρώστησε ή το ότι δεν ήταν περπατημένη πρίν το γάμο. Το σύζυγό της τον πήρε απο προξενιό, ήταν μαζεμένη κοπελλίτσα και εκείνος φιγουρατζής. Δεν είχε άλλες εμπειρίες πρίν απο εκείνον, κάτι απέξω-απέξω, βασικά ο φιγουρατζής ήταν και ο πρώτος της. Μιλήσαμε για το σύζυγό της περισσότερο πως της κόλλαγε συνέχεια αφροδίσια + ψείρες και πόσο την πονούσε το σέξ που στο τέλος το απέφευγε όποτε μπορούσε, έτσι κι αλλιως αυτός ξενογύριζε, «οπου θέλει ας πήγαινε θεία Λένα, με εμένα μόνο να μη το κάνει» έλεγε στις προσευχές της και το εννοούσε. Η παρουσία του γιού της τράβηξε το ενδιαφέρον της μακριά απο τον σύζυγο.

Πριν προχωρήσω να σταθω 2 λεπτά να πώ ότι όσο παράξενο κι αν ακούγεται σήμερα που θεωρούμε το σέξ ως το ωραιότερο αγαθό, πολλές γυναίκες που οι πρώτες-δεύτερες-τρίτες φορές στο σέξ δεν ήταν οι καλύτερες και που πέσανε στα χέρια ατζαμήδων (γαμπρών-γκόμενων-φίλων) τραυματίστηκαν τόσο που δεν τους άρεσε καθόλου και το απέφευγαν όσο μπορούσαν. Στη ζωή μου ως τώρα συνάντησα κάμποσες γυναίκες που ακούγανε για σέξ και φεύγανε τρέχοντας, δεν τους άρεσε καθόλου και αργά ή γρήγορα ξέκοβαν. Και όχι δεν ήταν ούτε στερημένες, ούτε νευρωτικές. Ο στερημένος-νευρωτικός είναι αυτός που είχε κάτι ωραίο και το έχασε Αυτος που δε δοκίμασε ποτέ το καλό σέξ γιατί να το ποθεί; Αντίστοιχα αν η σεξουαλική πράξη ήταν πηγή πόνου και προβλημάτων φυσικό ήταν να μη το θέλουν καθόλου. Η Βάσω απεδείχθει μία απο εκείνες τις γυναίκες. Ο άντρας της ήταν εραστής τύπου αγοραίου σέξ, «περάστε-σκουπίστε-τελειώσατε» δεκάρα δεν έδινε για εκείνη, τη χρησιμοποιούσε όπως του ερχόταν και μετά τραβιόταν και κοιμόταν. Και εκείνη πάλι αβγαλτη, χωρίς καμμία προτύτερη εμπειρία, μαζευόταν απο την άλλη και έκλαιγε πονώντας. Είπε να τον παρατήσει και να φύγει, αλλά έμεινε έγκυος και τελείωσαν τα βάσανα, γιατί ωσπου να μεγαλώσει το μωρό, πότε το ένα, πότε το άλλο τον απέφευγε, εκείνος μετά τόρριξε στις ξένες που ψώνιζε, μέχρι που αραίωσαν οι επαφές τους και το σέξ μεταξύ τους διεκόπει.

Γιατί τα έγραψα τώρα αυτά; Γιατί α) μπηκε μπροστά το διαζύγιό τους, κοινή υπαιτιότητα, αυτός θέλει να ξαναπαντρευτεί. Την έχει έτοιμη τη νύφη, μιά Ρουμάνα γύρω στα 26 (θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι αν γίνει γάμος, γιατί η μέλλουσα μητριά έχει την ηλικία του γιού του) που την έσωσε απο τα νύχια της ακολασίας (είναι και θρήσκος τρομάρα του) στο μπάρ που τη ψώνισε και γιατί β) η Βάσω γνώρισε κάποιον που της αρέσει. Βγήκαν έξω και φαινόταν ότι αυτός ήθελε και κάτι παραπάνω και αυτή..έκανε πίσω γιατί φοβάται. Και τώρα θέλει να με βάλει εμένα να του μιλήσω. Και εγώ της λέω να του πεί εκείνη την ιστορία της, αμα τη θέλει πραγματικά θα τη βοηθήσει΄να το ξεπεράσει, πέρα απο την απειρία είναι και οι φοβίες του παρελθόντος. Αν πάλι τη κοπανήσει, καλύτερα θα είναι για εκείνη, δεύτερο άχρηστο τι να τον κάνει;
Εσείς τι λέτε;

Για να πώ πώς δεν χάθηκα

Οπως είχα ξεκινήσει το γράψιμο πρίν 3 χρόνια, τώρα φαίνεται πως τελειώσαν αυτές οι ώρες που θα τα αποτύπωνα στο χαρτί όλα όσα δεν γίνονταν πιά στη ζωή μου, απο το να μείνω πίσω να κυνηγάω αέρινες χίμαιρες που ποτέ δεν έπιασα, έγραφα. Τώρα γράφω όλο και λιγώτερο. Υπάρχουν σκέψεις, τρέχουν τα γεγονότα, απο πίσω τους και εγώ, αλληλοκυνηγιώμαστε, όταν σταματάει ο ένας για μιά ανάσα, τον κυττάνε οι άλλοι και περιμένουν να ξεκουραστεί ώς τον επόμενο γύρο. Ετσι γράφω λιγώτερο, αλλά δεν σταματάω τις ενασχολήσεις.
Λοιπόν έχουμε και λέμε
α) Η Βάσω πάει κάθε μέρα στο μαγαζί μαζί με το γιό της. Μένουν και μαζί σε ένα διαμέρισμα που είχαν απο παλιά, κοντά στο μαγαζί ώστε να πηγαίνουν είτε με τα πόδια αμα έχει καλό καιρό είτε με το λεωφορείο για μία στάση άμα κάνει κρύο ή βρέχει. Εμαθε να στριφώνει, να κονταίνει και να φαρδαίνει, ακόμη τη βοηθάω, αγόρασε και μία ραπτομηχανή που την έστησε στο πίσω μέρος του καταστήματος, εκεί που ο Μάρκος μου το είχε κάνει γαμιστρώνα με πτυσσόμενα κρεββάτια..φύγανε όλα αυτά. Βάλανε τραπέζι-καρέκλα-ραπτομηχανή, μιά ντουλάπα για τα έτοιμα πρός μεταποίηση ρούχα και ένα σιδερωτήριο, στρίμωξαν και ένα μικρό σέτ ψυγείο-κουζινάκι-ραφάκια για κανένα καφέ. Περίπου όπως το είχαμε εμείς παλιά, πρίν τις αναπροσαρμόσεις των παιδιών με βουλιαχτούς καναπέδες και ερωτικά ξεσαλώματα. Δουλεύουν εκ περιτροπής ή και μαζί. Τις περασμένες 2 εβδομάδες πήγαινε κάθε μέρα ο Β και ο πρώην συνέταιρός μας και τους βοηθούσαν, πάω και εγώ πολύ συχνά, εφόσον δεν κάνει πολύ κρύο ή δεν βρέχει. Θέλει να το εμπλουτίσει με χειροποίητα πουλόβερ η Βάσω, γιατί πλέκει μετά μανίας, απίθανα πράγματα. Θα φτιάξει 1-2 να τα βάλει βιτρίνα για κράχτη και μετά οι πελάτισσες ας έρχονται να τους παίρνει τα μέτρα να τους πλέχει τα ρούχα που θέλουν εκείνες. Θα δούμε αν θα πιάσει. Πλέξιμο δεν ξέρω αλλά μπορώ να της φτιάχνω απλικέ λουλούδια και άλλα διακοσμητικά απο τσόχα ή και δαντέλλα. Με αυτό ασχολούμαστε τώρα, τι να βάλουμε στη βιτρίνα και αν θα πιάσει. Κάτι μωρουδιακό, κάτι σε αξεσουάρ για τη κοπελίτσα, κάτι σε πουλόβερ για τη μαμά, ή ένα σάλι για τη γιαγιά.

Πληρώνουν νοίκι στην Α και τη Βίκη και τα υπόλοιπα, κέρδη τους!

Α! Η Βίκη τα ξαναέφτιαξε με τον άντρα της και ζούνε πάλι μαζί χωρίς στεφάνι όμως. Ο Μάρκος ξεπέρασε τη λύπη απο τη Βίκη και τόχει ρίξει πάλι στην Α που όλο φτιάχνεται και συγυρίζεται, να τα κομμωτήρια, τα μανικιούρ, οι δίαιτες και οι μοδίστρες.
Είμαι ευχαριστημένη. Επιτέλους, ήσυχη οικογενειακή ζωή όσον αφορά τα παιδιά μου.
Οσο για μένα, ξαναπήρα βάρος, τρώω. Οχι πολύ, αλλά πήρα. Υποσχέθηκα όμως στον εαυτό μου να τρώω περισσότερα πράσινα κάθε μέρα. Και να μειώσω λίγο το ψωμί. Οχι δεν ζυμώνω πιά, τάμαθα αυτά. Πάει ο Β στην Αθήνα και μου παίρνει ένα ψωμί, μούρλια που βαστάει 5 μέρες. Αχχ! Ωραία είναι η ζωή όταν έχεις πολλά πράγματα να κάνεις. Γλυκιά σαν μία αγκαλιά μαργαρίτες.

Οι δυό καμπαλέρος

Ο διαχειριστής και ο Β χρίστηκαν ως οι τιμωροί της πολυκατοικίας. Μαζεύουν τα παράπονα όλων, τα καταχωρούν με αύξοντα αριθμό στο βιβλίο πρωτοκόλου και προσπαθούν να λύσουν το πρόβλημα.
α) Τρίχες:Οι έχοντες τετράποδα ζώα μέσα στα διαμερίσματα, εισπράττουν και τον ανάλογο αριθμό τριχών. Οσο και να βουρτσίζεις τη γάτα, τρίχες θα πέφτουν στα έπιπλα, στα ρούχα σου και στα χαλάκια. Το πρόβλημα ξεκινάει όταν θέλεις να τινάξεις το γατοχαλί σου έξω απο το παράθυρο. Ουρλιάζει η γειτόνισσα απο κάτω ότι της λέρωσες τη μπουγάδα με ..κ@@λότριχες. Και όσο και να λέτε ότι οι τρίχες πετάνε, δεν πιάνει πάντα στης αντιπαθητικης τη μπουγάδα θα κολλήσουν. Λύση των καμπαλέρος: να τινάζουν τα χαλιά μέσα στο σπίτι του οι ιδιοκτήτες ζώων, ή να κυττάζουν πρός τα κάτω πρίν τα τινάξουν. Εφαρμογή:Χμμμ!

β) Τηλεόραση στη διαπασών. Υπάρχουν και κουφοί κάτοικοι, μη πώ και θεόκουφοι. Τους αρέσει όμως η τηλεόραση, ιδιαίτερα οι μεταμεσονύκτιες τσόντες. Τα αχ και τα μμμμμ, μου μου σου του τα ακούνε όλοι οι όροφοι. Αντίστοιχα ακούνε το πιστολίδι ή τις μουσικές. Τοίχοι απο χαρτόνι σίγουρα, τώρα όμως δεν ξεγίνονται. Βροχή τα παράπονα για την ηχορύπανση, ακόμη και εκείνοι που ρυπαίνουν παραπονιούνται για τους γείτονες που τους χτυπάνε τα ταβάνια τόσο δυνατά που δεν ακούνε τους διαλόγους (ΨΨ σιγα τη σημαντικό διάλογο που έχουν οι ερωτικές ταινίες). Οι δύο καμπαλέρος οπλισμένοι με μία σκάλα και απο ‘ενα ποτήρι (για να το στήνουν στα πατώματα και να συλλαμβάνουν τους ήχους) και ένα ντεσιμπελόμετρο, μετρούν και καταγράφουν. Πάντα φοράνε και τα δικά τους ακουστικά όταν επισκέπτονται γείτονες..αυτό να λέγεται. Τα ακούνε βέβαια όλα μαζί και απο τις δύο παρατάξεις..¨»έχουμε πρόβλημα με ηχορύπανση, τώρα ήρθαν και οι κουφοί να μετρήσουν» ή «ωσπου να ξυπνήσετε εσείς εμείς δεν κοιμώμαστε απο το θόρυβο» και ..»θα τη μαδήσουμε ομαδικά τη καρακάξα που εξαιτίας της ο γιός μας γυρίζει με το χέρι μονίμως στο σώβρακό του!»

γ) σκουπίδια. Οι πρώην μεγάλες αρχόντισες που είχαν τους υπηρέτες και τους θυρωρούς στις επαύλεις τους, ποτε΄δεν λέρωναν τα λευκά τους χέρια με τα σκουπίδια και τις σακούλες τους, άλλοι ανελάμβαναν το καθήκον τούτο. Οι κυρίες των πολυκατοικιών με θυρωρό, έβγαζαν τη σακούλα έξω απο τη πόρτα του διαμερίσματος και οι θυρωρός τις μάζευε. Εδώ και πολλά χρόνια δεν υπάρχουν πιά θυρωροί, οπότε καλούνται όλες οι εξ όλης και προώλης ανακατεμένες, να κατεβάζουν κάτω τα σκουπίδια και να μη τα αφήνουν στους κοινόχρηστους χώρους για να περπατάνε μόνα τους. Βρωμάει όλη η πολυκατοικία και τα ζουμιά είναι ό,τι χειρότερο. Οι καμπαλέρος κάνανε πολλές συστάσεις σε αυτές τις κακομαθημένες (που δεν είναι όλες γριές – είναι και νεαρές) αλλά δεν έγινε τίποτα, οπότε τους χτυπάνε το κουδούνι και τους δίνουν τις βρωμερές σακούλες στο χέρι και εκείνες έξαλλες τους τις πετάνε πίσω. Αν προλάβουν και φύγουν εγκαίρως τους στήνουν καραούλι στο μπαλκόνι και οι καμπαλέρος μας,
άρπαξαν ούκ ολίγα καρούμπαλα απο τις σκουπιδοσακούλες που έσκασαν στη φαλάκρα τους και τους περιέλουσαν!
Εγινε καυγάς τρικούβερτος χθές, πέταξε μία σκουπιδοσακούλα η κερία του 6ου γεμάτη τενεκεδάκια αναψυκτικών και φλούδες και χτύπησε τον Β. Μόλις συνήλθε απο το σόκ, πήγε πάνω και γρονθοκόπησε την εξώπορτα με ένα σκουπόξυλο και μετά άρχισε να καρφώνει σανίδες στην εξωτερική κάσα της ΄πόρτας ώστε να τους κλείσει μέσα. Οι σανίδες καρφώθηκαν και οι λέρες έπρεπε ή να σκύψουν να περάσουν απο κάτω ή να σηκώσουν ψηλά τις γάμπες τους.. όλη η πολυκατοικία έχει πεθάνει στο γέλιο.
Οι 2 καμπαλέρος μόλις συνέλθουν απο τα τραύματά τους (είναι αντίστοιχα 73 και 82 ετών) θα επανέλθουν δριμυτεροι.