Συνοπτικά

Γράφω για να δείξω ότι υπάρχω,. Σαν να έφυγε απο πάνω μου το πέπλο της λύπης, σαν να με ξέχασε ο Θεριστής που σουλατσάριζε έξω απο το κατώφλι μου, σαν να παραχώρισαν οι θύμισες τη θέση τους σε πραγματικότητες. Σαν να ήρθαν στα ίσα τους τα παιδιά μου και να καταστάλαξαν. Σαν τα συμβάντα γύρω μου να μην είναι τόσο αξιοκατάκριτα, σαν να έχασα την όρεξή μου να γράφω ηλεκτρονικά και να επιλέγω να ζώ.

Κάθε μέρα έχω να κάνω και κάτι καινούργιο. Ολο στο δρόμο βρίσκομαι, πότε τόνα πότε τάλλο. Σκεφτόμαστε ν’ αγοράσουμε καινούργιο αυτοκίνητο με τον Β. Ε και που έχουμε κλείσει τα 8Ο τι έγινε, μπλά μπλά για αντανακλαστικά, κωλόγερους κλπ. Σιγα μην είναι ο παπούς που οδηγεί αργά δεξιά δημόσιος κίνδυνος, είδαμε και τους νέους με τις βολίδες-σφήνες πώς οδηγούν. Ο Β κάθε μέρα μαλώνει με τους γιούς του γι’ αυτό. Θέλει το νέο αυτοκίνητο να έχει έξτρα λάστιχα στα φτερά γιατί είναι γνωστή η ατζαμοσύνη του με το πάρκινγκ. Ο Μάρκος του αντιπροτείνει να πάρει μαούνα αντί γι’ αμάξι έτσι τσακώνονται κάθε μέρα.  Εγώ πάλι θέλω μερσεντές αλλά όχι το σμάρτ που πήγαν να μου χώσουν. «Ψωριάρα»  με είπε η Α σε μιά φίλη της..το έμαθα απο τη κομμώτρια. «Είδαμε και τις μη ψωριάρες πως συμπεριφέρονται», ενώ έχει δίπλωμα δεν οδηγεί γιατί λέει κυττώντας το οδόστρωμα «πέφτει σε τράνς»,  χάχα! ενώ όταν δεν κυττάει το οδόστρωμα είναι νηφάλια, χάχα – ανέκδοτο.  Στις απόκριες ντύθηκε μάγισσα της νύχτας, αλλά έμοιαζε με σαμπρέλλα της ημέρας  – τουλάχιστον έτσι τη χαρακτήρισε ο εγγονός. Επι τη ευκαιρία, η Α συνεχίζει και ζεί στην αγκαλιά της Βίκης, μεγάλη η καρδιά της σαν τα λάχανα, χωράει μέσα ο πρώην άνδρα της, τα παιδιά της, η Α και μπορεί και ο Μάρκος μου να γλείφει κανένα ξεροκόμματο απ’ έξω. Α! και η πιθανή εγκυμοσύνη απεδείχθει λάθος. Ισα για να ψαρέψει πίσω τον πρώην, μετά φρττ! της τελείωσε.  Δεν λέω τίποτα, ό,τι κάνουν τα κάνουν στο σπίτι της Βίκης, όταν ο πρωην είναι στη δουλειά. Τώρα κατά πόσο οργιάζουν όλοι μαζί μετά δεν ξέρω..πάντως ο Μάρκος θα κάνει εγχείρηση για αιμορροίδες μετά το Πάσχα. «Η ηλικία είναι μητέρα» λέει η Α. Κουνάω το κεφάλι μου  …δικός του είναι ο πι σι νος ό,τι θέλει τον κάνει.

Πάω και στο μαγαζί να βοηθάω τη Βάσω και το γιό της τουλάχιστον 2 φορές την εβδομάδα, μιά χαρα τα πάνε, πλέκει τώρα αξεσουάρ, τσαντούλες, κασκώλ , γάντια  και μπεμπέ!. Ως το φθινόπωρο υπολιγίζει να έχει μία πλήρη σειρά σε χρώματα και σχέδια. Θα πιάσει πιστεύω καλά το χειροποίητο σε λογικές τιμές. Τη βοηθάω όσο μπορώ τα απογεύματα που δεν βγαίνω έξω, ράβω τα κομμάτια και προσθέτω λουλουδάκια απλικέ.

Εφτιαξε ο καιρός και πάμε εκδρομές. Στο τέλος Μαρτίου πάμε εκδρομή στην Πορτογαλία με ένα σύλλογο, μετά έρχεται το Πάσχα όπου θα πάμε Ναύπλιο αλλά θα μείνουμε στο ξενοδοχείο και όχι στο σπίτι των παιδιών γιατί είμαστε πολλοί και όσο νάναι όπου λαλούν πολλοί κοκόροι αργεί να ξημερώσει. Θα είναι πιο άνετα, να έχουμε το δικό μας μπάνιο και η  αδελφή μου το δικό της γιατί ο άντρας της γύφτος πάντα ήταν σε θέματα καθαριότητας τουαλέττας, γύφτος παραμένει, τώρα δεν αλλάζει περπατησιά το γέρικο άλογο. Κάνω έρευνα αγοράς για το σωστό χασάπη που θα μου προμηθεύσει ωραίο τρυφερό αρνάκι μη γίνω πάλι ρεζίλι όπως πέρυσι που αγόρασα ωραία γριά προβατίνα που μύριζε. Και τις μπογιές των αυγών τις παρήγγειλα σε μία γνωστή μου που θα πάει ταξείδι στη Τουρκία, καλές παλιές μπογές χωρίς καμμία οικογολία επάνω τους ώστε να μη ξεβάφουν στα χέρια.

Απο πλευράς υγείας είμαι καλά. Παραμένω χοντρούλα, αλλά μ’ αρέσει. Ερραψα 2-3 πουκάμισα απο ύφασμα που αγόρασα στις εκπτώσεις, τώρα κόβω ένα ταγιεράκι για την Ανάσταση. Τα πόδια μου δεν είναι πρησμένα πιά και ο αιματοκρίτης σταθερός. Μετά το Πάσχα να ζεστάνει ο καιρός ν’ αρχίσω πάλι τα μπάνια στη θάλασσα. Η συμπεθέρα έφυγε για το νησί τους αλλά δώσαμε ραντεβού τον Ιούλιο να βρεθούμε εκεί. Αν είμαστε όλοι καλά βέβαια.

Οι αναμνήσεις και οι απώλειες που στο παρελθόν με ταλάνιζαν με πόνο, υπάρχουν αλλά έχουν πάει στο πίσω μέρος του μυαλού μου, όταν βρέχει τις θυμάμαι αλλά δεν πονώ όπως παλιά. Χρόνος-γιατρός. Ευτυχώς είμαι ακόμη εδώ.

Καθαρά Δευτέρα

Οπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος κάλεσα τα παιδιά και όλο το σόγι μας να περάσουμε μαζί τη Καθαρά Δευτερα. Είχε έρθει και η συμπεθέρα απο το νησί με τον άνδρα της μαζί με ένα ψυγείο ψαρικά. Κάτσαμε λοιπόν απο τη Κυριακή 4 νοικοκυρες (και 2 γαιδάροι) σε μία κουζίνα, να μιλήσουμε, να μαλώσουμε, να στραβομουτσουνιάσουμε, να κλάψουμε και μετά να μαγειρέψουμε. Πιο πολύ μ’ αρέσει να ετοιμάζω παρά να τρώω. Εχει μιά γλύκα όταν ανακατεύω τα υλικά ή χτυπάω τη μαγιονέζα (στο χέρι εννοείτε) και σκέφτομαι διαφορα και τα λέω μετά και μετά λέει η αδελφή μου «αϊντε, νερόπλυμμα θα γίνει η μαγιονέζα αν δεν σου κόψει τελείως» και αρπαζόμαστε. Και πάει μετά η μη μου άπτου και φοράει λαστιχένια γάντια για να στολίσει τις πιατέλες σαν τους επαγγελματίες και της ξέφυγε χθές ένα σφιχτό αυγό απ’ τα χέρια και πετάχτηκε στο διάδρομο την ώρα που άνοιγε η αναθεματισμένη η πόρτα. Το πάτησε ο Β το αυγό και έφαγε τη γλίστρα και μετά έβριζε. Οτι θ’ αργήσει να ξημερώσει με τόσες όρνιθες στον αχερώνα. Στη κουζίνα λοιπόν ήταν η συμπεθέρα, η Φοφώ, η Βάσω, η Α, η Μ και εγώ. Η Μ και η Βάσω κάνανε χρέη λαντζέρη, ενώ κρυφοπίνανε ούζο. Την Α την είχα στείλει για ψώνια, ξανά και ξανά πήγε γιατί φέρνει τα μισά. Δεν θέλει να παίρνει χαρτί και μολύβι, «τα θυμαμαι μητέρα» λέει, «ορίστε που τα θυμάσαι, ξαναπήγαινε τώρα». Ο Β και ο συμπέθερος κρατήθηκαν εκτός κουζίνας, πήγανε στον Περαία για χάζεμα. Και όταν γυρίσανε φέρανε γυαλιστερές και κυδώνια. Να μη παραπονιέμαι είναι κουβαλητές!
Και ήρθε η Καθαρά Δευτέρα και στρώσαμε τα τραπέζια και βγάλαμε τη προκοπή μας όλη και πετάχτηκε ο Μάρκος και λέει » μα καλά τα ίδια φτιάξατε σε διάφορα πιάτα;» και τότε είδαμε ότι είχαμε κάνει, χταπόδι κρασάτο, χταπόδι με μακαρονάκι κοφτό, χταπόδι με ξύδι στο φούρνο, καλαμαράκια τηγανιτά, καλαμαράκια γεμιστά, καλαμαράκια πιλάφι, ευτυχώς που ήταν τα θαλασσινά και οι γαρίδες για να σώσουν τη στραβομάρα μας.
Βεβαίως έγινε ο πατροπαράδοτος καυγάς, τσακώθηκε ο Πέτρος με το μπαμπά του για τις ..γάτες. Ο Πέτρος απο παιδί τις λάτρευε, ζούσαμε σε μονοκατοικία με κήπο τότε, είχαμε πολλά γατιά που τρώγανε τα αποφάγια και ότι βρίσκανε απο ποντίκια, γιατί υπήρχαν πολλά ποντίκια και αρουραίοι τότε. Και όταν παντρεύτηκε είχε γάτα δική του αλλά δεν μπορούσε να την πάρει μαζί του γιατί η Μ είχε σκύλο. Μετά όμως που ψόφισε ο σκύλος έχουν 4 γάτες στο σπίτι τους, φοβάσαι να περπατήσεις μη πατήσεις τίποτα, ή να καθίσεις γιατί οι τρίχες παντού. Και ο Β αγαπάει τις γάτες, ταϊζει όλες τις αδέσποτες. Και πώς του ήρθε του ηλίθιου του άντρα μου να πεί «μαζεύτηκαν πολλές γάτες κάτω να ρίξουμε καμμιά φόλα». Τι έγινε μετά! Μου χάλασαν το ωραίο μου τραπέζι. Σαν να ήταν ταύρος ο Πέτρος και του κούνησε το κόκκινο πανί. Πέταξε μιά ελιά στο μπαμπά του και τον πέτυχε στο μάτι! Στραβώθηκε με το χτύπημα..τρέχαμε απο εδώ, φωνάζαμε απ’ εκεί. Μπήκε να τους χωρίσει η τρελλή η αδελφή μου και τ’ ακουσε κι αυτή για τα λαστιχένια γάντια και το αυγό. Τελικά σηκωθήκανε και φύγανε οι συμπέθεροι και ο Β πήγε βόλτα για να χωνεψει και πήγανε τα παιδιά στου Μάρκου και μείναμε η Μ και εγώ με σχεδόν ανέγγιχτα τα φαγητά. Στρωθήκαμε λοιπόν φάγαμε, ήπιαμε το καταπέτασμα, κοιμηθήκαμε λίγο και μετά ξαναφάγαμε.
Α μα πιά!