Τα νέα μου

Χθές πήγα με τον Β και έκανα μία αξονική τομογραφία και τα νέα ήταν πολύ καλά αλλά όχι τέλεια. Εφυγε το αιμάτωμα και το οίδημα που είχα απο το χτύπημα, αλλά δεν κόλλησε τελείως το ένα απο τα τρία κατάγματα στο κεφάλι μου – άρα θα έχω κάποιους ιλίγγους και ζάλες ακόμη.
Κόλλησε η ωμοπλάτη όμως και τα σπασμένα μου πλευρά, άρα μπορώ άνετα να βγαίνω και έξω και να πηγαίνω περιπάτους, υποβασταζόμενη μη ζαλιστώ όμως, κάτι που δεν μου αρέσει αλλά θα το υποστώ. Γέρασα ξάφνου και πρέπει να με κρατάνε.

Το μυαλό μου γέμισε σχέδια για το τι θα κάνω άμα γίνω τελείως καλά. Θέλω να πάω στη Τήνο, ν’ ανάψω ένα κεράκι στη Παναγία που με έσωσε, τόκανα και τάμα το Μάρτιο. Θέλω να πάω στη Νάξο, να φιλήσω το χωματάκι της για άλλη μία φορά. Οσο προλαβαίνω. Θέλω να σφίγγω τα χέρια των ανθρώπων της οικογένειάς μου όσο ακόμη έχω καιρό. Ελπίζω να μη τους κούρασα πολυ.
Δεν ασπάζονται όλοι τις απόψεις μου. Ο Μάρκος με μάλωσε χθές (που του έλεγα τα σχέδιά μου για πολλά ταξείδια) γιατί έκανα λέει τη ζωή της γυναίκας του κόλαση το διάστημα που ήμουνα άρρωστη με τα καπρίτσια μου και μου είπε «αντε να γίνεις καλά μαμά, έφαγες την Α στο κόκκαλο, θα την πάρω να πάμε για κούρα ξεκούρασης τον Ιούλιο». Φαρμακώθηκα.Δάγκωσα τη γλώσσα μου. Φταίω. Ο,τι μου προσάπτει το έκανα. Και αν μου ξαναδινόταν η ευκαιρία πάλι τα ίδια θα έκανα. Δεν ντρέπομαι πιά, αυτή είμαι. Μια παλιόγρια.

Περιμένω τη πλήρη ανάρρωση.

Advertisements

Σκεψούλες

Πρωϊ-πρωί τρύπωσα ξανά σε ξένα χωράφια. Φύγανε τα παιδιά μου για τη δουλειά, έφυγε ο Β για το κέντρο-για δουλειές και εγώ ήρθα στον υπολογιστή. Επάνω ακριβώς απο το πληκτρολόγιο ένα χαρτί παράκληση απο τη Μ, οταν φεύγω να αλλάζω το ID απο «Θεία Λένα» στο δικό της. Προχθές που έγραψα ξέχασα να το αλλάξω και μάλλον πάλι πατάτα έγινε. Βρε να πάρει! Δεν μαθαίνω με τίποτα. Στενοχωριέμαι πολύ όταν γίνομαι αιτία για μπελάδες.

Δεν έχω πολλά νέα. Αυτό το Πάσχα ήταν δύσκολο. Αυγά δεν βάψαμε, αρνί δεν σουβλίσαμε, στο Ναύπλιο δεν πήγαμε, χαρά δεν νοιώσαμε, Ανάσταση δεν κάναμε. Με εμένα άρρωστη και τη Μ στο νοσοκομείο που καιρός για χαρές. Φοβάμαι για τον Β. Ο πάλαι ποτέ ευκίνητος παπούς έχει σουρώσει, χάνει συνέχεια βάρος και με τριγυρίζει σαν ελικόπτερο. Ετσι βρε μπάρμπα με τριγύριζες στα μικράτα μας, όταν ήσουνα φούλ ερωτευμένος. Με αγκαλιάζει τα βράδυα και κλαίει σιωπηλά όταν νομίζει ότι κοιμάμαι. Αχ βρε Β, μη φοβάσαι! Θα επανέλθω. Μόνο μη μου αρρωστήσεις εσύ μετά.

Βουβαμάρα έχει πέσει και στην οικογένειά. Τα εγγόνια κάνουν ότι μπορούν να αλαφρύνουν το κλίμα, κάνει ο εγγονός τούμπες-καραγκιοζιλίκια, η μικρή μου δείχνει νέες χειροτεχνίες και πιρουέτες που έμαθε στο μπαλέττο, θέλουν να συμμετέχω, προσπαθώ όσο μπορώ. Η Α. με φροντίζει σαν μάνα. Ντρέπομαι που οι σκέψεις μου μονίμως την έχουνε στο πάγο. Τρέχει για μένα, μου ψωνίζει, με ντύνει, με βοηθάει στο μπάνιο, μου μαγειρεύει. Και όλο απαιτήσεις έχω απο εκείνη. Φοβάμαι όμως ότι αν ξελασκάρω και γίνω καλή και φιλική θα μου κάτσει στο σβέρκο. Ο Β λέει να μη παρασύρομαι απο τη δουλικότητα, το γέρικο άλογο δεν αλλάζει εύκολα περπατησιά!.

Ο Πέτρος και ο Μάρκος μου είναι σαν μεθυσμένες κότες. Ο πρώτος γιατί δεν έχει τη γυναίκα του κοντά, δεν έχει το στήριγμά του και ο άλλος γιατί φοβάται μη χάσει τη μαμά του. Κοτζάμ άντρας είναι ο Μάρκος, πατέρας, σύζυγος, έχει γαμ… τη μισή Αθήνα και φοβάται για τη μαμά του. Ποτέ δεν κόβεται ο λώρος με τις Ελληνίδες μάνες. Ο Πέτρος διχασμένος: απο τη μία η αγωνία του για τη Μ και το φόβο μη χάσει τη μαμά του. ΕΡχονται το απόγευμα όλοι τους επίσκεψη, κάθονται γύρω-γύρω, στη μέση εγώ ως Μανώλης, και δακρύζουν. Δεν πέθανα ακόμη παιδιά, σταματήστε να με κλαίτε.

Θέλω να φύγω. Ερχομαι εδώ και γράφω κατεβατά. Δεν τα δημοσιεύω, τα φιλτράρω, ακουμπάω ένα μέρος τους, τα λοιπά αποθηκεύονται σαν προσχέδια. Οι γυναίκες, κακά τα ψέμματα, κρατάνε το στύλο του σπιτιού. Ναί μας πιλατεύουν οι άντρες, μας κερατώνουν, μας γκρινιάζουν, μας κάνουν το καμπόσο, αν όμως πάθουμε κάτι, τους φεύγει το πάτωμα απο τα πόδια τους γίνονται μωρά που έχουν ανάγκη τη ρώγα της μαμάς. Πρέπει μονίμως να είμαστε γερές για να τους δίνουμε την αυτοπεποίθηση που χρειάζονται για να κατακτήσουν το κόσμο. Και εμείς όμως απο που θα αντλήσουμε την αντίστοιχη αυτοπεποίθηση;
Αισθάνομαι σαν τη καλαμιά στο κάμπο

Το κακό μάτι

Με έπιασε το χέρι του φόβου πρίν 10 μέρες. Οταν εισήχθει η νύφη μου στα επείγοντα νοσοκομείου για βρογχοπνευμονία. Τη βάλανε αμέσως στο οξυγόνο, η καρδιά δεν λειτουργούσε καλά. Λεπτομέρειες μάθαινα απο το γιό μου και τον άνδρα μου, δεν μου τα λέγανε όλα, τα φιλτράριζαν πρώτα για να μη τρομάξω. Δεν έκαναν καλά που δεν μου τα λέγανε, έτσι η φαντασία μου για τα χειρότερα ξέφρενα έπλεκε ιστούς. Της κάνανε πολλές εξετάσεις για να βρούν το μικρόβιο που τη χτύπησε. Χθές γύρισε σπίτι χλωμή, αδυνατισμένη και ανάστατη. Πέρασε μεγάλη φουρτούνα και φόβους.

Δεν είμαι μοιρολάτρισσα, ούτε πιστεύω στα ματιάσματα, οι περιστάσεις όμως με κάνουν να απορώ: Μία Δευτέρα έπεσα εγώ και μέσα σε 24 ώρες αρρώστησε η νύφη μου με υψηλώτατο πυρετό. Λές και φάγαμε μαζί τη μούτζα. Θυμάμαι πως είχε έρθει στο σπίτι μας τη προηγούμενη Κυριακή σαν τη καλή χαρά να μας ευχηθεί καλό ταξείδι και να μας προτείνει κάποιες μάρκες αυτοκινήτου να σκεφτούμε για να αγοράσουμε. (Γιατί τότε σκεφτόμασταν να αλλάξουμε το σαραβαλάκι μας με ένα πιο νέο μοντέλλο-σκέψεις που τώρα έχουν πάει περίπατο), τι χαρούμενη που ήταν. Ομως τραβήξαμε τη προσοχή ζηλιάρικων ανθρώπων που ναί υπάρχουν στο σπίτι μας. Το έχω ξαναγράψει αυτό παλιά, η Α. ζηλεύει. Τι να  ζηλέψει απο μιά γριά σαν και εμένα; Ζηλεύει τη ζωή που έζησα, θέλει να οικειοποιηθεί τα πράγματα μου, αφού μου το είπε μιά φορά στα μούτρα «πόσο θα ζήσετε μητέρα;» και μετά φρόντισα και της έκανα τη ζωή της κόλαση με τις απαιτήσεις μου. Ναί τη τσακώνω που και που να κυττάει τα πράγματά μου, τα ασημικά της γιαγιάς μου απο τη Σμύρνη, το σερβίτσιο που αγόρασα απο τη Κύπρο τότε που ο άνδρας μου είχε πάρει απόσπαση, κάτι άλλα μικροέπιπλα και να αναστενάζει με παράπονο που ακομη ζούμε και δεν της δόθηκε ευκαιρία να τα πάρει εκείνη. Και τη άλλη μου νύφη τη ζηλεύει. Θυμάμαι το 1996, ο γιός μου είχε πάρει στη Μ ένα καινούργιο ρολοϊ, δώρο στα γενέθλιά της. Το φορούσε όταν ήρθε να φάμε μαζί, το είδε η Α και με χολή της είπε «τόσα μπιζού έχεις, τι θέλεις κι άλλα;» και μετά έσπασε το λουράκι του ρολογιού και η Μ στενοχωρέθηκε. Και πόσα άλλα που βλέπω γύρω μου να συμβαίνουν αλλά σιωπώ. Να τα βλέπουν άραγε και οι άλλοι; Δεν ξέρω, κανείς δεν μου είπε ποτέ τίποτα.

Ομως είμαι πεπεισμένη ότι το μάτιασμα το φάγαμε μαζί με τη Μ. Εγώ έπεσα, έσπασα τα κόκκαλα μου εκείνη αρρώστησε βαριά. Επιζήσαμε βέβαια αλλά με απώλειες. Ειδικά εκείνη που ποτέ ως τώρα δεν είχε αρρωστήσει σοβαρά. Είμαι στο σπίτι της τώρα, τα παιδιά κοιμούνται και εγώ γράφω βιαστικά το κείμενο με το αριστερό μου χέρι. Το δεξί είναι στο νάρθηκα. Προφασίστηκα ότι θέλω να πάω να τους δώ και ξέφυγα απο τον κλοιό της προστασίας στο σπίτι μου. Μου είχε λείψει άλλωστε και το γράψιμο. Και οι μπλογκερς.

Θέλω να μιλήσω στη Μ για αυτές μου τις σκέψεις, αργότερα όμως γιατί όλο κοιμάται – απο χθές το πρωϊ που ήρθε, όλο κοιμάται. Η κούραση, η αγωνία, οι λογείς επίπονες εξετάσεις, τα χέρια της γεμάτα πρηξίματα και μελανιές απο τις σπασμένες φλέβες, ο φόβος των αποτελεσμάτων – όλα συνείσφεραν σε αυτή την υπνηλία που ονομάζεται «επιτέλους σπίτι μου». Το ξέρω το συναίσθημα, το είχα νοιώσει πρόπερσι μετά την εγχείριση καρδιάς. Μόνο που δεν φίλησα το πάτωμα του σπιτιού μου όταν γύρισα. Οταν γίνει καλύτερα θα της το συζητήσω το θέμα. Πώς να ξορκίσουμε τα ματιάσματα.

Η απο πέσιμο..ή..

Ακριβώς πρίν τρεις εβδομάδες, ο Β και εγώ είχαμε σκοπό να πάμε 5ημερη εκδρομή στην Πορτογαλλία. Είχαμε πληρώσει τα εισιτήρια, είχαμε βρεί παρέα άλλο ένα ζευγαρι, είχαμε μαζέψει τα ρούχα και τις αποσκευές μας, όλα τα είχαμε συμπεριλάβει, εκτός απο το απρόβλεπτο. Το απρόβλεπτο ήρθε την ώρα που κατεβαινα απο το πούλμαν στο αεροδρόμιο. Εμπλεξε το τακούνι μου στο σκαλοπάτι και βρέθηκα στο πάτωμα. Λιποθύμησα.

Ξύπνησα σε ένα ξένο περιβάλλον, με δένδρα έξω απο τα παράθυρα, οικεία πρόσωπα να σκύβουν απο πάνω μου και σε ένα ξένο κρεββάτι. Ετρεμα απο το κρύο και όλο με σκέπαζαν. Δεν καταλάβαινα που είμαι. Τα χέρια μου ακίνητα, στο ένα είχαν βάλει ορό, το άλλο σαν άψυχο δίπλα μου. Μου μιλούν, τους απαντάω, βλέπω τον Μάρκο μου να κλαίει και τη Μ να με σκεπάζει με κουβέρτες, βλέπω τον Β με κόκκινα μάτια και κάποιους ανθρώπους με άσπρες μπλούζες να με πηγαίνουν εδώ και εκεί, τα φώτα στα ταβάνια τρεμοπαίζουν, μα πού είμαι; τι ώρα είναι; τι μέρα είναι; τι έτος είναι; ποιά είμαι; Νυστάζω και κοιμάμαι χωρίς όνειρα. Κάθε τόσο με σκουντάνε, μου μιλούν-απαντάω, με ταϊζουν-τρώω και ξανακοιμάμαι. Απορώ με το χρόνο, θυμάμαι να κυττάω το ρολόϊ μου, έλεγε 05.49 όταν φθάσαμε στο αεροδρόμιο και μετά έλεγε 19.00, πρέπει να χάλασε, κόλλησαν οι δείκτες, δεν περνούν τόσο γρήγορα οι ώρες. Που είμαι και γιατί πονάω τόσο;  

Το κεφάλι μου πάει να σπάσει, σαν τσόφλι αυγού το αισθάνομαι, θέλω να το πιάσω να δώ τι έχει, ένα φουσκωμένο μπαλόνι που πάλλεται. Το ένα μου χέρι ανάπηρο απο τους ορούς το άλλο δεν κουνιέται. «Εσπασες τον ώμο σου» μου λέει ο Πέτρος. Απορώ, που, πώς, πότε, γιατί; οι ερωτήσεις μου πνίγουν το στόμα. Ηχος δεν βγαίνει. Μου εξηγούν ότι έπεσα και χτύπησα στο κεφάλι και το έσπασα σε 3 σημεία. Αίμα λέει βγήκε απο τ’ αυτιά μου. Με πήγαν στα επείγοντα στο Νοσοκομείο. Εκεί βρίσκομαι απο χθές. Σαν να μου λένε παραμύθι. Δεν συμβαίνει αυτό σε μένα. Εγώ είμαι αλλού. Κλείνω τα μάτια. Αφείστε με. Δάκρυα ποτάμια. «Μη κλαίς, σε αγαπάμε» ψίθυροι γύρω μου. Θέλω να φύγω, αφείστε με. Με κρατούν υποχρεωτικά. Παλεύω, κλαίω, φωνάζω. Και μετά έρχεται η βελόνα. Και πέφτει σκοτάδι.   

Ξυπνάω και είναι πάλι μέρα. Με σηκώνουν μισή στο κρεββάτι, αισθάνομαι φυγή, να ντυθώ να πεταχτω έξω. Οχί, περιμενε λίγο, φάε, δεν θέλω-το φτύνω, φάε. Που είμαι, μου εξηγούν, το καταλαβαίνω, θυμάμαι τον εαυτό μου να πέφτει και να χτυπάω σε κάτι σκληρό. Αχ γιατί! Η κακιά η ώρα που έπεσα. Μας φάγανε πιά να μη πάμε. Ο γέρος ή απο πέσιμο ή απο χέσιμο πάει. Λές να είναι αυτό το τέλος; Απορώ, πίστευα ότι θα έτρεμα απο το φόβο μου. Μια γλυκιά μέθη-βάλανε πάλι φάρμακο-γλαρώνω. Ναί πάρε με στο άλογό σου νεαρέ μου πάμε για να κατακτήσουμε άλλους ορίζοντες.  

…………………………………………..

Το κείμενο αυτό το γράφω σε λιγκουαφόν, δεν μπορώ να γράψω με μολύβι έχω γύψο στο ένα μου χέρι και μου έχουν ακινητοποιήσει το άλλο, έχω σπάσει τη κλείδα. Ζαλίζομαι απο τα κατάγματα του κεφαλιού, παίρνω κορτιζόνη έχω αιμάτωμα. Είμαι σπίτι τώρα και παρόλλους τους πόνους περπατάω κάπως. Με σηκώνουν, με ντύνουν, με ταϊζουν, με φροντίζουν 10 άτομα – όλη η οικογένεια στο πόδι είναι. Κλαίω πολύ συχνά και όλοι με αγκαλιάζουν. Δεν ξέρω γιατί δεν είμαι καλά, απορώ πώς μπόρεσα και έπεσα, πώς γίνομαι βάρος. Ντρέπομαι. Και κλαίω.

Το κείμενο το έγραψε η Μ. στον υπολογιστή αλλά το είδα πρίν βγεί στον αέρα .

Λένα