Η απο πέσιμο..ή..

Ακριβώς πρίν τρεις εβδομάδες, ο Β και εγώ είχαμε σκοπό να πάμε 5ημερη εκδρομή στην Πορτογαλλία. Είχαμε πληρώσει τα εισιτήρια, είχαμε βρεί παρέα άλλο ένα ζευγαρι, είχαμε μαζέψει τα ρούχα και τις αποσκευές μας, όλα τα είχαμε συμπεριλάβει, εκτός απο το απρόβλεπτο. Το απρόβλεπτο ήρθε την ώρα που κατεβαινα απο το πούλμαν στο αεροδρόμιο. Εμπλεξε το τακούνι μου στο σκαλοπάτι και βρέθηκα στο πάτωμα. Λιποθύμησα.

Ξύπνησα σε ένα ξένο περιβάλλον, με δένδρα έξω απο τα παράθυρα, οικεία πρόσωπα να σκύβουν απο πάνω μου και σε ένα ξένο κρεββάτι. Ετρεμα απο το κρύο και όλο με σκέπαζαν. Δεν καταλάβαινα που είμαι. Τα χέρια μου ακίνητα, στο ένα είχαν βάλει ορό, το άλλο σαν άψυχο δίπλα μου. Μου μιλούν, τους απαντάω, βλέπω τον Μάρκο μου να κλαίει και τη Μ να με σκεπάζει με κουβέρτες, βλέπω τον Β με κόκκινα μάτια και κάποιους ανθρώπους με άσπρες μπλούζες να με πηγαίνουν εδώ και εκεί, τα φώτα στα ταβάνια τρεμοπαίζουν, μα πού είμαι; τι ώρα είναι; τι μέρα είναι; τι έτος είναι; ποιά είμαι; Νυστάζω και κοιμάμαι χωρίς όνειρα. Κάθε τόσο με σκουντάνε, μου μιλούν-απαντάω, με ταϊζουν-τρώω και ξανακοιμάμαι. Απορώ με το χρόνο, θυμάμαι να κυττάω το ρολόϊ μου, έλεγε 05.49 όταν φθάσαμε στο αεροδρόμιο και μετά έλεγε 19.00, πρέπει να χάλασε, κόλλησαν οι δείκτες, δεν περνούν τόσο γρήγορα οι ώρες. Που είμαι και γιατί πονάω τόσο;  

Το κεφάλι μου πάει να σπάσει, σαν τσόφλι αυγού το αισθάνομαι, θέλω να το πιάσω να δώ τι έχει, ένα φουσκωμένο μπαλόνι που πάλλεται. Το ένα μου χέρι ανάπηρο απο τους ορούς το άλλο δεν κουνιέται. «Εσπασες τον ώμο σου» μου λέει ο Πέτρος. Απορώ, που, πώς, πότε, γιατί; οι ερωτήσεις μου πνίγουν το στόμα. Ηχος δεν βγαίνει. Μου εξηγούν ότι έπεσα και χτύπησα στο κεφάλι και το έσπασα σε 3 σημεία. Αίμα λέει βγήκε απο τ’ αυτιά μου. Με πήγαν στα επείγοντα στο Νοσοκομείο. Εκεί βρίσκομαι απο χθές. Σαν να μου λένε παραμύθι. Δεν συμβαίνει αυτό σε μένα. Εγώ είμαι αλλού. Κλείνω τα μάτια. Αφείστε με. Δάκρυα ποτάμια. «Μη κλαίς, σε αγαπάμε» ψίθυροι γύρω μου. Θέλω να φύγω, αφείστε με. Με κρατούν υποχρεωτικά. Παλεύω, κλαίω, φωνάζω. Και μετά έρχεται η βελόνα. Και πέφτει σκοτάδι.   

Ξυπνάω και είναι πάλι μέρα. Με σηκώνουν μισή στο κρεββάτι, αισθάνομαι φυγή, να ντυθώ να πεταχτω έξω. Οχί, περιμενε λίγο, φάε, δεν θέλω-το φτύνω, φάε. Που είμαι, μου εξηγούν, το καταλαβαίνω, θυμάμαι τον εαυτό μου να πέφτει και να χτυπάω σε κάτι σκληρό. Αχ γιατί! Η κακιά η ώρα που έπεσα. Μας φάγανε πιά να μη πάμε. Ο γέρος ή απο πέσιμο ή απο χέσιμο πάει. Λές να είναι αυτό το τέλος; Απορώ, πίστευα ότι θα έτρεμα απο το φόβο μου. Μια γλυκιά μέθη-βάλανε πάλι φάρμακο-γλαρώνω. Ναί πάρε με στο άλογό σου νεαρέ μου πάμε για να κατακτήσουμε άλλους ορίζοντες.  

…………………………………………..

Το κείμενο αυτό το γράφω σε λιγκουαφόν, δεν μπορώ να γράψω με μολύβι έχω γύψο στο ένα μου χέρι και μου έχουν ακινητοποιήσει το άλλο, έχω σπάσει τη κλείδα. Ζαλίζομαι απο τα κατάγματα του κεφαλιού, παίρνω κορτιζόνη έχω αιμάτωμα. Είμαι σπίτι τώρα και παρόλλους τους πόνους περπατάω κάπως. Με σηκώνουν, με ντύνουν, με ταϊζουν, με φροντίζουν 10 άτομα – όλη η οικογένεια στο πόδι είναι. Κλαίω πολύ συχνά και όλοι με αγκαλιάζουν. Δεν ξέρω γιατί δεν είμαι καλά, απορώ πώς μπόρεσα και έπεσα, πώς γίνομαι βάρος. Ντρέπομαι. Και κλαίω.

Το κείμενο το έγραψε η Μ. στον υπολογιστή αλλά το είδα πρίν βγεί στον αέρα .

Λένα

Advertisements