Σκεψούλες

Πρωϊ-πρωί τρύπωσα ξανά σε ξένα χωράφια. Φύγανε τα παιδιά μου για τη δουλειά, έφυγε ο Β για το κέντρο-για δουλειές και εγώ ήρθα στον υπολογιστή. Επάνω ακριβώς απο το πληκτρολόγιο ένα χαρτί παράκληση απο τη Μ, οταν φεύγω να αλλάζω το ID απο «Θεία Λένα» στο δικό της. Προχθές που έγραψα ξέχασα να το αλλάξω και μάλλον πάλι πατάτα έγινε. Βρε να πάρει! Δεν μαθαίνω με τίποτα. Στενοχωριέμαι πολύ όταν γίνομαι αιτία για μπελάδες.

Δεν έχω πολλά νέα. Αυτό το Πάσχα ήταν δύσκολο. Αυγά δεν βάψαμε, αρνί δεν σουβλίσαμε, στο Ναύπλιο δεν πήγαμε, χαρά δεν νοιώσαμε, Ανάσταση δεν κάναμε. Με εμένα άρρωστη και τη Μ στο νοσοκομείο που καιρός για χαρές. Φοβάμαι για τον Β. Ο πάλαι ποτέ ευκίνητος παπούς έχει σουρώσει, χάνει συνέχεια βάρος και με τριγυρίζει σαν ελικόπτερο. Ετσι βρε μπάρμπα με τριγύριζες στα μικράτα μας, όταν ήσουνα φούλ ερωτευμένος. Με αγκαλιάζει τα βράδυα και κλαίει σιωπηλά όταν νομίζει ότι κοιμάμαι. Αχ βρε Β, μη φοβάσαι! Θα επανέλθω. Μόνο μη μου αρρωστήσεις εσύ μετά.

Βουβαμάρα έχει πέσει και στην οικογένειά. Τα εγγόνια κάνουν ότι μπορούν να αλαφρύνουν το κλίμα, κάνει ο εγγονός τούμπες-καραγκιοζιλίκια, η μικρή μου δείχνει νέες χειροτεχνίες και πιρουέτες που έμαθε στο μπαλέττο, θέλουν να συμμετέχω, προσπαθώ όσο μπορώ. Η Α. με φροντίζει σαν μάνα. Ντρέπομαι που οι σκέψεις μου μονίμως την έχουνε στο πάγο. Τρέχει για μένα, μου ψωνίζει, με ντύνει, με βοηθάει στο μπάνιο, μου μαγειρεύει. Και όλο απαιτήσεις έχω απο εκείνη. Φοβάμαι όμως ότι αν ξελασκάρω και γίνω καλή και φιλική θα μου κάτσει στο σβέρκο. Ο Β λέει να μη παρασύρομαι απο τη δουλικότητα, το γέρικο άλογο δεν αλλάζει εύκολα περπατησιά!.

Ο Πέτρος και ο Μάρκος μου είναι σαν μεθυσμένες κότες. Ο πρώτος γιατί δεν έχει τη γυναίκα του κοντά, δεν έχει το στήριγμά του και ο άλλος γιατί φοβάται μη χάσει τη μαμά του. Κοτζάμ άντρας είναι ο Μάρκος, πατέρας, σύζυγος, έχει γαμ… τη μισή Αθήνα και φοβάται για τη μαμά του. Ποτέ δεν κόβεται ο λώρος με τις Ελληνίδες μάνες. Ο Πέτρος διχασμένος: απο τη μία η αγωνία του για τη Μ και το φόβο μη χάσει τη μαμά του. ΕΡχονται το απόγευμα όλοι τους επίσκεψη, κάθονται γύρω-γύρω, στη μέση εγώ ως Μανώλης, και δακρύζουν. Δεν πέθανα ακόμη παιδιά, σταματήστε να με κλαίτε.

Θέλω να φύγω. Ερχομαι εδώ και γράφω κατεβατά. Δεν τα δημοσιεύω, τα φιλτράρω, ακουμπάω ένα μέρος τους, τα λοιπά αποθηκεύονται σαν προσχέδια. Οι γυναίκες, κακά τα ψέμματα, κρατάνε το στύλο του σπιτιού. Ναί μας πιλατεύουν οι άντρες, μας κερατώνουν, μας γκρινιάζουν, μας κάνουν το καμπόσο, αν όμως πάθουμε κάτι, τους φεύγει το πάτωμα απο τα πόδια τους γίνονται μωρά που έχουν ανάγκη τη ρώγα της μαμάς. Πρέπει μονίμως να είμαστε γερές για να τους δίνουμε την αυτοπεποίθηση που χρειάζονται για να κατακτήσουν το κόσμο. Και εμείς όμως απο που θα αντλήσουμε την αντίστοιχη αυτοπεποίθηση;
Αισθάνομαι σαν τη καλαμιά στο κάμπο

Advertisements