Γιατί ζώ;

Είμαι πολύ στενοχωρεμένη. Πέθανε ο άντρας μιάς γνωστής μου, στα 60 του χρόνια, πατέρας 3 παιδιών. Πέθανε γρήγορα-γρήγορα, τον Ιούλιο του σηκώθηκε πυρετός, είπανε μήπως έχει τη νεα γρίππη, πήγε νοσοκομείο και εκεί του βρήκανε καρκίνο. Παντού. Σε ζωτικά όργανα, νεφρά, λεμφαδένες, συκώτι, στομάχι, πάγκρεας. ‘Κανόνισε τις υποθέσεις σου, γρήγορα» του είπαν. Κανείς δεν μίλησε για θεραπεία. Εντάξει κάπνιζε 1 πακέτο την εβδομάδα. Εκανε υγιεινή διατροφή, τζόγκινγκ, δεν έτρωγε ζάχαρες και κόκκινα κρέατα, ήταν χαρούμενος και πάντα ελπιδοφόρος. Αύριο είναι η κηδεία θα πάμε μαζί με τον Πέτρο γιατί είχανε κουμπαριά.
Πρίν λίγο καιρό πάλι, καποιος νέος άνθρωπος πέθανε, μιά συμβολαιογράφος γνωστή μου, 40 ετών κοπέλλα. Και εκείνη πρόσεχε τον εαυτό της, τσέκ-απ κάθε τόσο, γυμναστική, χορτοφαγία, καθαρό αέρα γιατί έμενε μακριά απο την πόλη, χόρευε στον ελεύθερο χρόνο της.. άφησε πίσω της ένα ανήλικο. Και ποσοι άλλοι.
Και εγώ πάω στα 83 και συνεχίζω..ούτε υγιεινές διατροφές, ούτε δίαιτες, αντίθετα έχω γίνει σαν ντουλάπα, τρώω, πίνω και λίγο και το τσιγαράκι..όλο και κάτι. Και λέω πώς αυτοί οι άμοιροι που μια ζωή προσέχουνε, γυμνάζονται και μπάμ και κάτω ενώ άλλοι που δεν δίνουμε δεκάρα για εξετάσεις-πριν-πάθουμε, φτάνουμε να ασπρίζουμε και να γερνάμε;
Δεν είναι υπαρξιακή η απορία μου «γιατί να ζώ», είναι πρακτική. Γιατί μας έχουν κάνει το κεφάλι καζάνι με τις δίαιτες για μακροζωϊα, και τελικά εκείνοι είναι που ζούν λιγώτερο.

Πώς θα πάω αυριο στη κηδεία..με τι κότσια. Ηξερα τη μάνα των κοριτσιών, η οποία πέθανε κοντά 100 ετών..απο γηρατειά. Και τώρα ο άντρας της κόρης της..θέε μου, τι να πώ στη κοπέλλα αυτή, θα χρειαστώ κουράγιο. Πολύ. Μόνο την αγκαλιά μου έχω.

…και μυαλό δεν έβαλα

Καθομαι και σκέφτομαι τα καλά του μπλόγκιν, εδώ ακουμπάω τις σκέψεις, τα περιστατικά, τις πίκρες, τις χαρές, τι είπα, τι έκανα και κυρίως τις βλακείες μου. Μερικές τις λέω και στους δικούς μου ή σε φίλες μου, άλλες πάλι, όταν είναι χονδροειδείς και φταίω εγώ, τις κατάπινα..με την ουρά στα σκέλια. Εδώ όμως έξω τις βγάζω παρόλλες τις υποδείξεις και τα μαλώματα που μου ρίχνετε (και σας ευχαριστώ γι’ αυτό)..όλα στο εικονικό χαρτί.
Πώς έμπλεξα έτσι, τα έκανα μούσκεμα και είμαι πολύ θυμωμένη με τον εαυτό μου. Πώς παρασύρθηκα γριά γυναίκα και αντί να δείξω χαρακτήρα και να μη μιλήσω, έπεσα στο επίπεδο μιάς τρελλής γριάς (πιο γριά απο εμένα) που τάχει χαμένα εντελώς.. ..την έβρισα και ..με εκδικήθηκε. Η τρελλόγρια με καπέλωσε και θάχει να το λέει. ΕΜΕΝΑ που υποτίθεται ότι καμμιά δεν μου έβγαινε..

Είμασταν με τον Β καθοδόν πρός το υπόγειο γκαράζ, χθές, να πάρουμε το αυτοκίνητό μας να πάμε στο μαγαζί γιατί φύγανε τα παιδιά και βοηθάμε εμείς. Διασταυρωθήκαμε με τη νύφη μου και τη θειά της τη Π, που γυρίζανε απο το σούπερμάρκετ..είχαν φορτώσει τα καρότσια τους και πήγαιναν πρός το ασανσέρ. Η Π γκρίνιαζε και φώναζε, κατηγορώντας όλο τον κόσμο. Απ’ οτι μαθαίνω συνέχεια αυτό κάνει, καταριέται, γκρινιάζει, κουτσομπολεύει.. την αποφεύγω όσο μπορώ. Οταν μπήκαμε στο γκαράζ είμασταν απο πίσω τους και δεν μας έβλεπε η Π, έτσι συνέχισε να «λέει» διάφορα για εμάς..
Για εμένα ότι είμαι «μυγιάγγιχτη, τρελλοκαμπέρω, κουτσομπόλα, να πάω να μαζέψω τον άντρα μου που ξερογλείφετε με τις μικρούλες, για το Μάρκο μου έλεγε ότι είναι λιμοκοντόρος σαν τη μάνα του, όσα φύλλα και άνθη, την άλλη μου τη νύφη ότι είναι αγράμματη, βόδι απο τρόπους, συμφεροντολόγα και τσιγγούνα, τον Β ότι έτσι γέρος που είναι τι να της κάνει τις μικρές..μόνο για πινέλο, κάτι προστυχιές, ενώ εκείνη είναι απο σόι, και απλά πως καταδέχτηκε να έρθει να μείνει με το καρακατσουλιό..»..
ώσπου να τα πεί όλα αυτά..είχα αρχίσει να φουντώνω και ο Β δίπλα μου είχε κοκκινήσει γιατί αυτά που τούσερνε για τις γκόμενες τον έτσουζαν. Και πιάνει στο στόμα της την αδελφή μου και μου ανάβουν τα γλομπακια, γιατί η Φοφώ μόνο «που..» δεν ήταν ποτέ της, αμάν κάναμε να τη παντρέψουμε ήθελε να γίνει καλογριά.. και την είπε βρωμιάρα. και κάτι άλλα για τον άντρα της που ήταν θεολόγος.. και έχασα τη ψυχραιμία μου
Την άρπαξα απο τους ώμους παρόλλες τις τρομαγμένες ματιές της νύφης μου και τις χειρονομίες της «ΜΗ ΜΙΛΑΣ» και της έβαλα τις φωνές πώς τολμάει και μας βρίζει…εμάς που όταν ήταν άρρωστη τη τρέχαμε στους γιατρούς, εμάς που τις κάνουμε τις δουλειές της κλπ..

Και όταν σταμάτησα να πάρω ανάσα, τσάκ μου πέταξε ένα κεσέ γιαούρτι στο πρόσωπο..μάλλον τον είχε στη σακούλα της πρόχειρο..και την ώρα που έξαλλη τη κατσάδιαζα, δεν πρόσεξα που άνοιξε το καπάκι και με περιέλουσε.
Και μετά
πεθανανε ΟΛΟΙ στο γέλιο. Ο Β έπεσε κάτω απο τα χάχανα, η Μ κατουρήθηκε, εγώ ήμουνα στήλη άλατος και η Π κακάριζε και κακάριζε και κακάριζε.

Εντάξει με μαζέψανε μετά, μου σκούπισαν τα γιαούρτια απο το πρόσωπο, το λαιμό μου, τη μπλούζα μου, η ίδια η Π με σκούπισε γελώντας, με παρηγορούσε να μη τη ξεσυνερίζομαι κιόλας (με τι θρίαμβο θα τα λέει στις φιλενάδες της) πέφτει σε τράνς και δεν ξέρει τι λέει, μου ζήτησε και συγνώμη γελώντας πάντα.. με πήγανε σπίτι όπου ξεπλύθηκα, κανονικό μπάνιο – λούσιμο έκανα..
Ημουνα πολύ θυμωμένη που ξεσπάθωσα και έπεσα στο επίπεδό της και της έδωσα πάτημα να με ..καπελώσει και απο πάνω.
Με μάλωσε ο Β μετά, χαλαρά όμως γιατί «τάθελες και ταπαθες» και
σήμερα που κατέβηκα στο σπίτι της Μ για να γράψω μου είπε γελώντας «γέρασες αλλά μυαλό δεν έβαλες»..

Ακόμη χολιασμένη είμαι.

Σωφερίνα

Εμαθα να οδηγώ αυτοκίνητο πάρα πολύ νέα, αμέσως μετά το Πόλεμο, όταν πηρε ένα ο μπαμπάς μου ως Ανάπηρος Πολέμου. Οπως έμαθε εκείνος μάθαμε όλοι εμείς, μαζί με τη μαμά μας. Δεν ήταν και τίποτα το δύσκολο, εκ περιτροπής οδηγούσαμε όταν πηγαίναμε εδώ και εκεί. Ηταν ένα Ρόβερ δεν θυμάμαι το μοντέλο, ήταν όμως γερό, σκυλί για τα σημερινά δεδομένα. Καθόταν ο μπαμπάς στη θέση του συνοδηγού και συνήθως εγώ γινόμουνα οδηγός όντας εκείνη που «είχε μπεί στο νόημα της οδήγησης» με τη πρώτη. Ημουνα μία σωφερίνα και το λάτρευα.
Μετά το γάμο μας με το Β, δεν είχαμε αυτοκίνητο, που να τα βρούμε τα λεφτά τότε για τέτοια. Μας έδινε όμως ο μπαμπάς μου το ρόβεράκι τα Σάββατα και πηγαίναμε. Το πρόβλημα ήταν ο Β που θεωρούσε υποτιμητικό να κάθεται στο πλάι και «να τον πηγαίνει» μιά γυναίκα. Χάλαγε το τουπέ του, ντρεπόταν, ιδίως όταν περνάγαμε απο γειτονιές και ολη η μαρίδα που μας κυνηγούσε απο πίσω τον γιουχάριζε.. Πάτησε πόδι και ήθελε να οδηγεί εκείνος. Ομως δεν ήξερε. Και ο μπαμπάς μου δεν του το έδινε ..για να μάθει επειδή φοβόταν μη το κάνει σμπαράλια. Επρεπε να πάρει μαθήματα.
Ποιός να του τα δώσει όμως; Που να βρεί δάσκαλο και με τι λεφτά να τον πληρώνει; Ευτυχώς το θέμα λύθηκε απο τον Στρατό. Εχοντας αποφοιτήσει απο τη σχολή Ευελπίδων και μπεί στο ένδοξο στράτευμα (μετά το Πόλεμο εννοείτε) βρήκε κάποιους φαντάρους φίλους του και του μάθανε να οδηγεί ΡΕΟ..του δώσανε μάλιστα και δίπλωμα οδήγησης.
Το έφερε λοιπόν ένα απόγευμα στο σπίτι του πεθερού του, ότι ορίστε τώρα που έχω δίπλωμα, ενώ η κόρη σου δεν έχει, μπορώ να οδηγώ με ασφάλεια, φέρ το Ρόβερ λοιπόν. Ο μπαμπάς όμως ανένδοτος, δεν το έδινε με τίποτα. Γιατί το ρόβερ ήταν για να εξυπηρετεί το μπαμπά μου όχι για να κάνει το κομμάτι του ο νεαρός, ασε που κατα βάθος δεν του είχε εμπιστοσύνη μη του το ξύσει. Αναψε ο Β και κόρωσε, αλλά το αμάξι δεν το πήρε. ΚΑτάπιε το σάλιο του.. και έκοψε τα πολλά-πολλά με τα πεθερικά. Για πολλά χρόνια δεν είχαμε αυτοκίνητο, κάτι με τις μεταθέσεις του Β, κάτι με τα δικά μου ταξείδια στο εξωτερικό, μπήκε η δεκαετία του ’70 και είπαμε να πάρουμε ένα.. Και τι αυτοκίνητο, ένα Autobianchi A112 που ήταν της μόδας τότε, το πήραμε θυμάμαι σχεδόν καινούργιο απο κάποιον που έπρεπε να φύγει επειγόντως για το εξωτερικό, ζήτημα να είχε κάνει 1000 χιλιόμετρα. Το ονομάσαμε Μπιάνκα γιατί ήταν άσπρο και πολύ γλυκό.
Στην αρχή το οδηγούσα εγώ σχεδόν αποκλειστικά, γιατί ο Β έλειπε στις μεταθέσεις του και σε εμένα έπεφτε το βάρος των μετακινήσεων κυρίως για τα μαθήματα των παιδιών και να τα περιμένω τα βράδυα απο τα πάρτυ που πήγαιναν. Ηταν ο Πέτρος μου κλεισμένα 13 χρόνια, τον περίμενα όμως τις νύχτες απ’ έξω δεν τον άφηνα να γυρνάει μόνος..μήπως του τύχει κανένα κακό, ποτέ δε ξέρεις. Οσο μπορούσα τα πρόσεχα. Οταν όμως ο Β ερχόταν να μας δεί, τότε το οδηγούσε εκείνος, ο θεός να το κάνει οδήγημα..όλο χτυπήματα σε κολώνες, γρατζουνιές σε τοίχους και σπασμένα φανάρια. Ηταν ατζαμής ο άτιμος, του έβγαινε αυτόματα. Και όσο με έβλεπε να οδηγώ καλά και στρωτά, τόσο θύμωνε και πάταγε το γκάζι..

Που τα θυμήθηκες όλα αυτά βρέ Λένα; Καθάριζα κάτι παλιά κουτιά και βρήκα μία στοίβα απο κλήσεις της Τροχαίας, πακέτο ολόκληρο, μέχρι και μπροστά στον Αγνωστο Στρατιώτη είχε παρκάρει ο αθεόφοβος, καβάλλησε το πεζοδρόμιο και το άφησε εκεί να το κουτσουλάν τα περιστέρια! Τι χρόνια, τι αναμνήσεις.. όπως τότε που του πήρανε τις πινακίδες (για 100η φορά) γιατί παρκάριζε όπου γουστάριζε, δεν λογάριαζε τίποτα και πάντα βέβαια τους τις επέστρεφαν όταν τον έβλεπαν με όλη του τη στρατιωτική εξάρτηση.. τον πίστευαν όταν τους γέμιζε μπαρούφες για τους λόγους που είχε παραβιάσει όλα τα κόκκινα της Πανεπιστημίου, που έτρεχε σαν το δαίμονα για «μυστική αποστολή του Στρατού Ξηράς»! Μάλλον καμμιά γκομενίτσα θα είχε δίπλα και θα πήγαινε να τη ζαλίσει!
Τι ωραίες αναμνήσεις..
θυμάμαι επίσης όταν πήραμε το Πεζώ στη δεκαετία του 80 που σώνει και καλά το οδηγούσε μόνο εκείνος στην αρχή..Ηταν τότε που έγραφα απο μία διαθήκη κάθε που πηγαίναμε οικογενειακή εκδρομή, φοβούμενη για τα παιδιά κυρίως.. Αλλά μετά απο 3-4 χρόνια πάλι εγώ πήρα το τιμόνι..γιατί έπαθε κωλικό του νεφρού και κάποιος έπρεπε να τον πηγαίνει στους γιατρούς..
Αρχές Σεπτεμβρίου έρχεται το νέο μας αμάξι.. Γριά-ξε-γριά θα το οδηγήσω. Το περιμένω πώς και πώς.

Ψίθυροι

Εχω καιρό να γράψω. Δεν έτυχε να θέλω να γράψω, να θέλω να αποτυπώνω στην εικονική κόλλα αναφοράς τις σκέψεις μου αυτό το μήνα. Οχι ότι δεν ήθελα να τις μοιραστώ, απλά ήθελα πρώτα να τις ζήσω. Να ζήσω τις σκέψεις που συνήθως έρχονται μετά τα γεγονότα. Οι δικές μου έρχονται ταυτόχρονα. Είναι της ηλικίας μάλλον που προσπαθούμε να ξεγελάσουμε το χρόνο.
Το μυαλό σαλτάρει σε απίστευτα ύψη, πιο ψηλά απο τις βουνοκορφές. Κύκλους κάνει πάνω απο γνωστά αγαπημένα μέρη, μέρη της χαράς και της πίκρας γιατί και η τελευταία σαν ανάμνηση μένει, μέρη ανάκατα απο αναμνήσεις, μέρη που είδες ή δεν πρόλαβες να δείς αν και υποσχέθηκες να ξαναγυρίσεις και την υπόσχεση την έρριξες κατά μέρος. Σαν τότε στο σχολείο που υποσχέθηκα στον εαυτό μου κάποια στιγμή να διαβάσω την Οδύσσεια. Μου άρεσε τόσο όταν μας διάβαζε η δασκάλα αποσπάσματα, αυτός ο αγώνας για επιβίωση αλλά και η εμπειρία του ταξειδιού με μάγευε. Και πως ήρθε η ζωή και κάθισα να διαβάσω την Οδύσσεια το 2005 όντας γιαγιά, σε ένα κρεββάτι ανάσκελα μετά απο έμφραγμα. Εκρυβα το βιβλίο μέσα απο τα σκεπάσματα, μη το δούν τα παιδιά και με περιγελάσουν, ότι ξεμωράθηκα. Με βοήθησε απίστευτα ο ‘δυσσέας να ξεπεράσω τις Συμπληγάδες μου. Μετά έβαλα κι άλλο στόχο. Να διαβάσω την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων». Ηταν άπιαστο μέχρι τώρα, το αγόρασα απο τη Καρδίτσα και το χαίρομαι σελίδα-σελίδα όταν μπορώ. Αντίστοιχα το κρύβω απο τους άλλους.

Μετά το νησί, κάτσαμε Αθήνα για 1 εβδομάδα, ίσα να κάνουμε τη μπουγάδα μας. Μετά μπήκαμε στο εξπρές του ΟΣΕ και πήγαμε Καρδίτσα. Εχουμε φίλους εκεί που μας έκλεισαν δωμάτιο σε ένα βολικό και αρκετά φτηνό ξενοδοχείο για πρωϊνό και ύπνο. Ολο τον άλλο καιρό το περάσαμε στο σπίτι τους, μιλώντας, γελώντας, τρώγοντας. Μαγειρέψαμε οι γυναίκες ωραία μεζεδάκια, κάναμε και βύσινο γλυκό – εκεί επέκρινα το μηχανάκι για τα κουκούτσια, αν βάλεις μέσα περισσότερα απο μία χούφτα, κάποιο κουκουτσάκι όλο ξεφεύγει – και κάθε φορά πάει στο πιάτο του πιο γκρινιάρη! Οι άντρες μας γύριζαν στα καφενεία, τον κάνανε σκόνη το Β στη πρέφα, πώς και πώς φαίνεται τον περίμεναν για να τον μαδήσουν, δεν το παραδέχεται, τα βάζει με τη γκίνια του. Το βράδυ βολτούλες στα περίχωρα, πήγαμε και για παγωτό εδώ και εκεί, πήγαμε και μία εκδρομή πρός το Πήλιο. Μπάνιο όμως δεν κάναμε..ήταν κρύο.

Πρέπει να με παίρνουν τα χρόνια γιατί όλο θέλω να ξαναγυρίζω στην ασφάλεια «του χωριού» εκεί που υπάρχουν άνθρωποι μαζεμένοι. Τα μοναχικά ταξείδια και η απομόνωση ποτέ δεν ήταν η δική μου ρότα, όμως είχα μέσα μου το αίσθημα της ανεξαρτησίας. Τώρα θέλω να εξαρτώμαι, σαν τα μωράκια να με κανακεύουν και να μου γλυκο-ψιθυρίζουν προστατευτικά λόγια στο αυτί.
Θα μείνουμε στην Αθήνα ώς το τέλος Αυγούστου. Αρχές Σεπτεμβρίου θα πάω να κάνω την αξονική, να δούν οι γιατροί το κεφάλι μου – το αιμάτωμα αν υπάρχει και τα κόκκαλα αν έδεσαν. Το αν ωρίμασα ή ξεμωράθηκα δεν θα φανεί στην εξέταση, δεν έχει προχωρήσει τόσο η επιστήμη και ευτυχώς. Υπάρχει και η περηφάνεια. Η η ελπίδα ότι πρίν μου πέσουν τα δόντια θα έχω έτοιμη τη μασέλα για να ξεγελάω τον καθρέφτη. Η νιότη μέσα μας είναι, στη σκέψη μας. Η εικόνα βέβαια μπροστά μας κατακεραυνώνει την όραση, «πως έγινα έτσι;» και «που πήγαν τα λακκάκια, τα ροδαλά τα χείλη;»το ατσαλάκωτο δέρμα» και » τι είναι αυτές οι σακούλες, τα χαλαρά μπράτσα, οι ρυτίδες γύρω απο τα μάτια μου» ξέρω γελούσα πολύ ακόμη το κάνω..όμως η φθορά μου κόβει την ανάσα.
Το μυαλό μου πετάει ψηλά, ψηλά μέσα απο τον μαγικό καθρέφτη.. «Φάγε με» λέει το μανιτάρι της Αλίκης. Ισως να αλλάξεις μέγεθος, μορφή και κυρίως σώμα. Ισως να τα καταφέρω να σας γλυκο-ψιθυρίζω για ακόμη μία χρονιά.

Καλό χειμώνα.