Κυριακάτικες ανταύγειες

Σήμερα το πρωϊ με πήρε ο Β αγκαζέ και πήγαμε βόλτα με το κρύο. «Μα που πάτε μητέρα, καθίστε στη ζέστη μην αρπάξετε καμμιά πούντα», λέει η Α. Υπάρχει κίνδυνος να κρυώσω, ξέρω..όμως το Γενάρη οι ουρανοί έχουν ένα όμορφο λευκό φώς που λαμπυρίζει πάνω στη ανταρεμένη θάλασσα. Μόνο το Γενάρη βλέπεις αυτή την λευκή ανταύγεια..και πόσο μάλλον αυτή τη Κυριακή που όλοι έχουν χωθεί μέσα μήπως και τους φάει..η παγωνιά! Ψυχή στους δρόμους σήμερα το πρωϊ στις 09.00, κάτι βιαστικά γεροντάκια μόνο τρέχανε πρός το περίπτερο, να πάρουν τις εφημερίδες της εβδομάδας.
Παλιά το κάναμε και εμείς αυτό, να παίρνουμε 3-4 εφημερίδες τις Κυριακές και να τις διαβάζουμε όλη την εβδομάδα..και να γελάμε με το τρόπο που παρουσίαζε η καθε μιά την ίδια είδηση, διαφορετικά ανάλογα με τη πολιτική της πνοή..για μία καραμπόλα στην Ε. Ο, οι ακροδεξιές εφημερίδες κατακεραύνωναν τους αμαθείς οδηγούς και οι αριστερές τους κεφαλαιοκράτες καπιταλιστές που αντί να φτιάχνουν δρόμους, τσεπώνουν τα λεφτά! Αγοράσαμε και εμείς απο ένα ταγάρι εφημερίδες και περιοδικά, τα αφήσαμε όμως εκεί να τα πάρουμε στο γυρισμό, φόρεσα το κασκώλ μου στο κεφάλι-λαιμό, τυλίχθηκα, έβαλα και γάντια, ο Β, σκούφο και τραβήξαμε για μία ωραία βολτούλα, να πιάσουμε το γεναριάτικο φώς.
Ψυχή στους δρόμους μόνο κάποιοι άφοβοι σαν και εμάς πορεύονταν..στην αμμουδιά.. Γιατί εκεί καταλήξαμε. Να περπατάμε δίπλα στο αφρισμένο κύμα και να καθρεφτιζόμαστε στο φώς. Και άστους να πιστεύουν ότι πήγαμε στην εκκλησία. Απλό σκασιαρχείο.
Το καλύτερο.

Γυρίσαμε πίσω. Η Βάσω, μας είχε ετοιμάσει καυτή φασολάδα. Την ευχή μου να έχεις κόρη μου. Ολα τα καλά του θεού να σου τύχουν.

Απώλειες

«Χειμώνιασε το κρύο μας περόνιασε» βελάζαμε σαν τα αρνάκια στο Δημοτικό. Δεν κρυώναμε τόσο, θυμάμαι. Και δεν είχαμε καλοριφέρ, μία μεγάλη σόμπα είχαν οι γονείς μου σε κεντρικό σημείο του σπιτιού και μετά άλλες μικρές στα δωμάτια. Οσο όμως αυξάνεται η τεχνολογία τόσο κρυώνουμε.. Η καλομάθαμε στη ζεστούλα και με το παραμικρό τουρτουρίζουμε.
Χειμώνιασε επιτέλους ήρθε ο καιρός να κάτσω λίγο μέσα, να συμμαζεφτώ, να κόψω τις βόλτες, να πιάσω λίγο το πλέξιμο, να κάνω αχλάδια κομπόστα και μαρμελάδα πορτοκάλι.
Τα Χριστούγεννα φέτος περασαν σαν όνειρο. Χωρίς καυγάδες και μεγάλες έχθρες, ούτε που τα θυμάμαι όλα. Κακό που δεν μαλώσαμε, θα είχαμε και κάτι να λέμε για να γελάμε τους υστερους μήνες. Ο καθένας φέτος κράτησε τη γλώσσα του, τη κόλλησε στον ουρανίσκο με ψαρόκολλα.
Γύρισε και η Βάσω απο το νησάκι της, άνοιξε πάλι το σπίτι μας. Καλό κορίτσι, μακάρι να βρεί μιά καλή τύχη γιατί προκοπή απο τον πρώτο της άνδρα δεν είδε ακόμη, αυτός χαμπάρι δεν παίρνει για τίποτα. Τόσο ξύλο έφαγε απο «κάποιους» δεν χαλαλίσθηκε..πέρα βρέχει. Γομάρι.
Απο τα Χριστούγεννα και ύστερα έχουμε πάει με τον Β σε 2 κηδείες φίλων μας. Ο ένας πέθανε, ο άλλος έχασε τη γυναίκα του. Είναι τρομερό να πεθαίνουν οι φίλοι σου οι άνθρωποι που μοιράστηκες είτε στιγμές της επαγγελματικής σου ζωής, είτε χαρούμενες ώρες όταν είχε σχόλη. Ο Β καταστενοχωρέθηκε που έχασε το φίλο του, ήταν μαζί απο τα πρώτα χρόνια στο Στρατό..δίπλα-δίπλα στο ίδιο όπλο. Και η γυναίκα του άλλου που πέθανε..ήταν μάλλον απο κούραση, στενοχώρια, ο άνδρας της είχε άνοια, δεν καταλάβαινε τίποτα πιά, τον είχε δεί λίγο-λίγο να χώνεται στους κρυμμενους κόσμους του Αλζχάιμερ, να γίνεται ραμολιμέντο που λέγαμε παλιά. Δεν είναι εύκολη αυτή η εξελιξη ενός γάμου, ειδικά στα γεράματα που θές να ξαποστάσεις και να περνάς γλυκά.
Και οι δύο φίλοι έφυγαν και οι σύντροφοί τους μείνανε πίσω, να μαζέψουν τα κομμάτια. Η μοναξιά της τρίτης ηλικίας είναι ένας βασανιστικός θάνατος. Σε τρώει λίγο-λίγο. Κανείς νέος δεν το καταλαβαίνει αυτό, έχει λένε τα παιδιά της, τα εγγόνια της, τα αδέλφια της..ποιά μοναξιά. Λές και οι συγγενείς έχουν την όρεξη του παπού που χήρεψε, της γιαγιάς που έχασε το στήριγμά της. Δεν αντικακαθίσταται ο χαμένος σύντροφος. Τουλάχιστον στην αρχή.
Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις που μετά το πένθος..πάει ο μπάρμπας στο κοντινώτερο μπάρ να ξεδίνει και να παίρνει μάτι και τις στριπτιζούδες / τις τραγουδίστριες. Μερικοί τον έχουν μέσα τους τον ποδόγυρο. Αμεσα τα φτιάχνουν με μιά αλλοδαπή. Εκείνες πάνε για τα λεφτά, τη σιγουριά, τη πράσινη κάρτα (άμα τις παντρευτεί), εκείνοι πάνε για λίγη παρέα. Δύο κόσμοι σφιχταγκαλιασμένοι.
Αλλοι όμως δεν φτιάχνουν νέες σχέσεις, μένουν εκεί με τις χίμαιρες και τις φιγούρες των φαντασμάτων.

Απώλειες όπως και να το πάρεις

Sibyl

Πρίν απο πολλά χρόνια, είχε βγεί ένα βιβλίο για τη ζωή της Σίμπιλ, μιάς γυναίκας με πολλές προσωπικότητες. Αργότερα έγινε και ταινία. Το βιβλίο το είχα διαβάσει στα γαλλικά..εκδόσεις τύπου άρλεκιν, ήταν ωραίο και με προβλημάτισε. Πώς δηλαδή έχει κάποιος πολλούς εαυτούς, σήμερα θα είμαι ο Γιώργος, αύριο η Πηνελόπη; Στη πορεία της ζωής έμαθα ότι όλοι μας έχουμε και μία Sibyl μέσα μας, οι μάσκες της καθημερινότητας, ακόμη και της κάθε αναγκαιότητες σωστά τοποθετημένες επάνω μας, γίνονται δεύτερο-τρίτο-τέταρτο δέρμα. Τις καλύτερες μάσκες τις φοράμε με τους συντρόφους μας, την οικογένειά μας, τα παιδιά μας και τους κοντινούς μας ανθρώπους κυρίως. Βενετσιάνικες μάσκες, περίτεχνες, στολισμένες. Μετά έρχονται εκείνες της εργασίας, άλλες είναι μαδημένες όταν θεωρούμε ότι δίνουμε ότι δίνουμε πολλά και παίρνουμε λίγα, άλλες κακοπαθημένες, άλλες σκέτες, μία κόλλα χαρτί ίσα να σκεπάζει..εμάς. Οι μάσκες προσωρινά πέφτουν άμα αρρωστήσουμε, εκεί έχουμε ανάγκη να ανακάμπτουμε..να ξαναγίνουμε εμείς..δυνατοί ώστε να φορέσουμε πάλι τις υποκρισίες μας. Ερχεται η στιγμή που αναρωτιέσαι, απο όλα αυτά, ποιός είμαι εγώ; Ακόμη χειρότερα, τι είμαι εγώ;
Μύθος μεγάλος ότι με τους συντρόφους μας είμαστε εμείς, ξεμασκαρεμένοι τραγέλαφοι!. Εκεί παίζεται και το πιο καλό παιχνίδι..όπως στα fun parks εκείνα με τα κάτοπτρα, αλλού φαίνεσαι σαν ξυλάκι αδύνατος, αλλού τεράστιος. Εναν ωραιοποιημένο άλλο ερωτευόμαστε..και μετά απο μερικά χρόνια ανακαλύπτουμε τις σπασμένες γωνίες του καθρέφτη του. Μία αγγελική ύπαρξη θεωρεί ότι βλέπει σε εμάς..και μετά απο μερικά χρόνια..προσγειώνεται σε μία ανούσια πραγματικότητα. Μερικοί τυχεροί άνθρωποι βέβαια φοράνε τις μασκούλες τους εσαεί..και μιά χαρά περνάνε μέχρι τα γεράματα.

Δεν έχουμε δυαδικές προσωπικότητες. Εχουμε πολλές προσωπικότητες. Το τραγικό είναι όταν πρέπει να διαλέξουμε. Να γίνουμε «εμείς». Εσείς τι θα πάρετε, τη γλυκιά καλή γατούλα στο σπίτι, ή τον Καλλιγούλα στο γραφείο; Το δύσκολο είναι να δεχθούμε ότι όλες αυτές οι μάσκες είμαστε εμείς. Ολα αυτά τα ελαττώματα, όλα αυτά τα κακά και τα καλά. Ο εαυτούλης μας. Η Sibyl της ψυχής μας.