Χρονογράφημα

Ηταν πολύ της μόδας παλιά..κάθε εφημερίδα που σεβόταν τον εαυτό της είχε και τον χρονογράφο της που με λίγες λέξεις αναμόχλευε τα κακώς κείμενα. Τώρα τα λένε «απόψεις» και τα άρθρα της κάθε εφημερίδας γκρινιάζουν συνέχεια για τη κατάρα της Ελλάδας. Την όποια κατάρα. Και αν δεν είχαμε οικονομική κρίση, όλο και κάποια άλλη κατάρα θα εύρισκαν. Κατάρες πάντα υπάρχουν..όπως και οι παλιοί πασατέμποι που τους έφτυναν τα παιδιά στα χαλίδια των υπαίθριων κινηματογράφων. Η απορία μας ήταν ποιοί σκούπιζαν τα φλούδια απο τα χαλίκια..γιατί μετά απο κάθε παράσταση ήταν βουνά και την επομένη τα χαλίκια καθαρά.

Το πρόβλημα της Ελλάδας είναι ο κοινός νούς. Το αντικείμενο δεν είναι «ποιοί καθαρίζουν τα χαλίκια» ή αν θα τους δώσουμε την ελληνική ιθαγένεια. Το αντικείμενο και ο στόχος θα έπρεπε να ήταν «πώς να εκπαιδεύσουμε τον θεατή ΝΑ ΜΗ ΦΤΥΝΕΙ».

Να και ένα άρθρο που διάβασα και συμφωνώ.http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_28/02/2010_392427

Advertisements

Σκανδαλιές

Δεν υπάρχει ηλικιακό όριο στις σκανδαλιές..τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι ειδικεύονται..ίσως γιατί τα μέν πρώτα δεν έχουν αποκτήσει ακόμη το πέπλο του καθως πρεπεισμού και της υποκρισίας, οι δε δεύτεροι, το απέκτησαν ως ενήλικες-υπεύθυνα ‘ατομα – και στη πορεία το απέβαλλαν.

Η 14χρονη της αποβολής

Το γεγονός της αποβολής της μαθήτριας, να το διαβάσετε απο εδώ.  Εχουν ακουσθεί πολλά για τους δασκάλους της, για τη μαθήτρια, για τη διευθύντρια, για τους γονείς της.  Θα γράψω λοιπόν αυτά που μου έκαναν και εμένα εντύπωση.

1) Το χαμένο τρένο του εκπαιδευτικού. Που απο τη μιά θέλει να κρατήσει τη θέση του, αλλά δεν πασχίζει να μάθει 5 πραγματάκια, ώστε να συμβαδίζει με την εποχή του. Πώς βρε φίλε θα είσαι  κοντά στη νέα γενιά αν δεν ξέρεις διαδίκτυο, αν δεν ξέρεις ΤΙ τραβάει τα παιδαρέλια σήμερα, που φυσάει ο άνεμος; Καλώς ή κακώς όλα έχουν κινητά, κομπιούτερ, σελίδες στο myspace, twitter, facebook ότι άλλο. Η εγγονή μου που είναι 10 ετών έχει απ’ όλα αυτά..ε, καί; Μη πάς μακριά, εγώ που έχω περάσει ΠΡΟ ΠΟΛΛΟΥ τα 8Ο έχω σελίδα στο μπλόγκ!  Είναι λέει στη Κρήτη, είναι μακριάαααα, δεν ξέρουν τι θα πεί Ιντερνέτ! Ε ! Αφού δεν ξέρεις, μη μιλάς, ενημερώσου και τότε πέστα. Σκέψουν πρίν κάνεις ενέργειες, γιατί θα γίνεις ρεζίλι αν πάρει διαστάσεις το θέμα.. 

2) Το χαμένο τρένο της 14χρονης. Που σαν παιδί θεώρησε ότι όλα επιτρέπονται. Επειδή ίσως έχει πλήρη ελευθερία στο σπίτι της, επειδή ίσως κανείς δεν ασχολείται με το τι κάνει στο διαδίκτυο..Τα εγγονάκια μου έχουν και φέιςμπουκ και απ’ όλα αλλά όλοι προσέχουμε, προσέχει η νύφη μου, προσέχω εγώ, προσέχει ο Πέτρος. Πώς προσέχουμε, απλά είμαστε κοντά στα παιδιά, ακολουθούμε τα βήματά τους, τα υποστηρίζουμε, μας εμπιστεύονται..και τα προστατεύουμε απο κακοτοπιές. Αυτή η μικρή δεν έχει κανέναν μεγάλο να στέκεται πλάϊ της. Ετσι έφτιαξε αυτή την ιστοσελίδα βρίζοντας τη διευθύντριά της ως μπουλντόγκ (pitbull) μάζεψε και κόσμο και κάνανε και πλάκα ανεβάζοντας ταινίες που τράβηξαν στη τάξη, με πρωταγωνιστές τους καθηγητές τους. Κάποιος μίλησε για προσωπικά δεδομένα. Πέρα απο το πρόσωπο του εκπαιδευτικού που πιθανόν να μη θέλει να βγεί στον αέρα, δεν βλέπω άλλο παράπτωμα. Τι κάνουνε οι δάσκαλοι στην αίθουσα, το πισινό και τα παπάρια  τους,  ξύνουν; Ούτε είναι δυνατόν να τους πάρουν και την άδεια «κύριε Κόπανε σε τράβηξα να σκαλίζεις τη μύτη σου, έχω την άδειά σου να σε δημοσιεύσω για να γελάμε». Παλιά δεν είχαμε το διαδίκτυο και κάναμε τα ίδια σε άλλη μορφή για όσους δεν μας καθόντουσαν καλά, όποιος νεώτερος ας δεί την ταινία με τη Βουγιουκλάκη «το ξύλο βγήκε απο τον Παράδεισο».

Εχασε το τραίνο η μικρή, γιατί ενώ κατάλαβε ότι αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό (υπέπεσε και σε νομικό παράπτωμα γιατί όταν διασύρεις κάποιον δημόσια πρέπει να έχεις και τα κότσια να αντέξεις μία μήνυση) και ζήτησε συγνώμη..δεν έγινε αποδεκτό απο τους Χαμένους καθηγητές της..Χαμένους στο κόσμο τους που τιμωρεί αντί να εκπαιδεύει.

3) Το χαμένο τρένο της νοοτροπίας. Εμείς οι παλιοί δώσαμε τον ουρανό με τ’ αστρα στα παιδιά μας, τους βάζαμε όμως και κανόνες. Επεφταν και μερικές σφαλιάρες. Οι νέοι γονείς δεν δέρνουν, δεν απειλούν, δεν κάνουν κυρώσεις..ασύδοτα τα παιδιά πορεύονται. Αν είναι καλοί μαθητές οι γονείς τα προσκυνάνε..αν είναι κακοί μαθητές τα κυνηγάνε όχι για να μάθουν για να φέρνουν καλούς βαθμούς. Το ψάρι βρωμάει απο το κεφάλι.

ΟΛΟΙ ΕΧΟΥΝ ΑΔΙΚΟ

Δεν μπορεί ο κάθε τις να διασύρει τον άλλον χωρίς συνέπειες.  Μπορεί όμως να λέει άφοβα τη γνώμη του. Η κα διευθύντρια είναι σκληρή μαζί γιατί..τούτο-κείνο. Οχι όμως να τη κάνεις ρεζίλι επειδή δεν σου κάθεται καλά. Αλλοίμονο, αν όλοι μας πιάναμε τον κόσμο απο τους διευθυντές μας έως το μπακαλόγατο και τους γράφαμε στις εφημερίδες (κάπως έτσι είναι και το διαδίκτυο) επειδή κάτι μας είπαν ή μας κάνουν τη ζωή πατίνι.

Δεν νοείτε ο εκπαιδευτικός να μη συμβαδίζει με την εποχή του. Αν δεν το κάνει σημαίνει ότι είναι πολύ μεγάλος για να διδάσκει, ας πάρει τη σύνταξή του να κάτσει σπίτι του. Και τη σκυτάλη να τη πάρουν οι νεώτερες γενιές που πληρούν τις απαιτήσεις των νέων.

Δεν μπορούν οι νέοι να γυρίζουν ασύδοτοι, πάντοτε ελπίζοντας ότι κάποιος θα τους ξελασπώνει. ΧΡΟΝΙΑ αυτά γίνονται στην Ελλάδα για αυτό καταντήσαμε έτσι, μέσα στις κρίσεις και στα χρέη.  Ολοι μας τρώγαμε και πίναμε εδώ και χρόνια, πάρτα τώρα..αλλά ακόμη και τώρα κάποιος πατερούλης θα βρεθεί να μας βοηθήσει. Ετσι και τα νέα παιδιά μαθαίνουν απο τους μεγαλύτερους και στα βήματά μας βαδίζουν. Εκανε ό,τι έκανε η τσαπερδώνα, νάτο τώρα ΟΛΟΟΟΟΟ το διαδίκτυο υπέρ της. Αύριο θα πετάξει μία πέτρα και θα σπάσει το κεφάλι του καθηγητή που δεν τη πέρασε στη Χημεία…τι την νοιάζει..όλο και κάποιος θα την υποστηρίζει. Ετσι το σημερινό της πάθημα, μάθημα δεν θα γίνει ποτέ.

Κούλουμα

Καλή Σαρακοστή σας εύχομαι εκ των προτέρων.
Εμείς καλά περάσαμε, φάγαμε, τσακωθήκαμε, αηδιάσαμε, μαλώσαμε, ξαναφάγαμε, φουρκιστήκαμε και θυμωμένοι αποχωρήσαμε. Πού αλλες εποχές που μαζευόταν όλο το σόϊ και έφτιαχνα πράγματα 3 μέρες πρίν..αυτή τη φορά είμασταν 6 άτομα. Ολοι είχαν πάρει το καπέλλο τους και είχαν αναχωρήσει να τσαλαπατηθούν στις Εθνικές μας Οδούς. Ο Μάρκος πήρε την οικογένειά του να πάνε στο Αίγιο, καλεσμένοι απο φίλους με παιδιά..4 ώρες κάνανε να φθάσουνε (!!!) τόση η κίνηση σε συνδυασμό με τον επικίνδυνο δρόμο.., και άλλη τόση ώρα τη Καθαρά Δευτέρα ώσπου να φτάσουνε σπίτι τους, ψόφιοι. Ομως κοιμήθηκαν παραπάνω, τρέξανε κυνηγώντας τους χαρταετούς, βρίσανε, ασιχτίρισαν που δεν έλεγαν να πετάξουν οι άτιμοι και τελικά σπ΄τι κατέληξαν να παίζουνε μπιρίμπα. Διακοπές! Και ο αδελφός μου πρωτοτύπησε φέτος, δεν έμεινε μαζί μας πήγε στην Εύβοια σε κάτι φίλους τους που έχουν εξοχικό. Μαζί με τις γάτες τους βέβαια που τους ακολουθούν σαν σκυλάκια..σήκω τους λές, σηκώνονται..κάτσε τους λές κάθονται..τα έχουν μάθει να πειθαρχούν.
Αλλο πήγα να σας γράψω, άλλο γράφω. Οταν ήταν μικρός ο Μάρκος είχε λυσσάξει ήθελε να του πάρουμε γατούλα. Δεν ήθελε τις στρατιές γάτες που περιφέρονταν ήθελε μία κατάδικιά του, λές και η γάτα είναι παιχνίδι. Περίμενε ο Β μία έγκυο γάτα της αυλής να γεννήσει και όταν μεγάλωσαν κάπως τα γατιά, πήρε το πιο όμορφο, του έβαλε ένα φιόγκο και το έκανε δώρο στο μικρό! Τι χαρές έκανε, όλο αγκαλιά είχε το γατί, μαζί του έτρωγε, μαζί του κοιμόταν. Του έδωσε και ένα ωραίο όνομα, Ναυσικά νομίζω (έκανε την Οδύσσεια στο Δημοτικό). Ομως το γατί είχε και άλλες ανάγκες που δεν αναβάλλονταν, τις φυσικές ανάγκες. Και ο γιός μου δεν καταλάβαινε ότι το να έχει αγκαλιά μονίμως δεν έλυνε το πρόβλημα. Οταν έφευγε για το σχολείο, το βγάζαμε λίγο έξω..μπάς και τα κάνει εκεί..εκείνο όμως είχε βρεί μέρος. Μέσα στο σπίτι. Στο σπίτι που πλανιόταν μία μυρωδιά..και δώστου να ανοίγω τα παράθυρα, να ρίχνω Αερομπέλ (αποσμητικό χώρου), η σάπια μυρωδιά εκεί. Φέραμε και έναν υδραυλικό να δεί τις σωλήνες, μήπως είχε πρόβλημα ο βόθρος..και τελικά ήταν η γάτα που λέρωνε. Τα έκανε όπου έβρισκε σκοτεινό μέρος, κάτω απο τις πολυθρόνες, μέσα σε ντουλάπι με χειμωνιάτικα, κάτω απο το κρεββάτι του Μάρκου, έτσι απο Ναυσικά ονομάστηκε Κοπρούλα και μετά έγινε Κοπρούλης γιατί ήταν γάτος. Και όταν ήρθε η εποχή για ζευγάρωμα, σήκωνε το ποδάρι του και περιέχυνε ό,τι εύρισκε και μπόχα ανεκδίηγητη. Ετσι τον βγάλαμε έξω γιατί δεν γινόταν άλλο, θα φεύγαμε εμείς απο το σπίτι και του έμεινε μαράζι του Μάρκου που δώσαμε τη γάτα. Και επειδή ο αδελφός μου λάτρευε τις γάτες, έδωσα το Κοπρούλη σε εκείνον..που τον εκπαίδευσε να κάνει την ανάγκη του σε άμμο και όχι παντού. Είναι στον άνθρωπο. Ούτε γάτα δεν μπόρεσε να εκπαιδεύσει ο Μάρκος..πόσο μάλλον την οικογένειά του.
Στα Κούλουμα λοιπόν μαζευτήκαμε, 3 εμείς μαζί με την αδελφή μου και 3 ο Πέτρος με την γυναίκα του και τη θεία της, την κα Π. Είχα κάνει φασόλια, ταραμοσαλάτα, σαρμαδάκια, καλαμαράκια-σουπιές, γαρίδες ψητές, βολβούς και καβουροσαλάτα. Και νηστίσιμο γλυκό με σταφίδες. Χαλβά απο τον Κοσμίδη, 2 ωρες στήθηκε τη Παρασκευή ο Β στην ουρά, στη Δραπετσώνα για αυτόν τον χαλβά, αξίζει όμως. Πήρε 3 είδη, σκέτο, με αμύγδαλα και με σοκολάτα. Αχ! Χαλβά! Τρελλαίνομαι. Κάθε πρωϊ τρώω με το πρωϊνό μου!
Τα σερβίρω όλα και με το που καθόμαστε άρχισε η αδελφή μου να μας λέει για τη λόξα της. Γιατί έχει λόξα, είναι γνωστό αυτό. Γιατί μόνο ένας λοξός και βλαμμένος άνθρωπος θα κάτσει να εξιστορεί στο τραπέζι χρονιάρα μέρα πώς πήγε στον οδοντογιατρό και πώς του βγάλανε το δόντι..περιγραφές για τη νάρκωση, τη τανάλια, τα ραψίματα, τα αίματα.. και δώστου σαδιστικά να μας λέει και τα αισθήματά της μετά..και θύμωσα και της πέταξα μιά γαρίδα μπάς και σκάσει..αλλά με περίμενε η αδικιωρισμένη στη γωνία και γύρισε το πρόσωπό της πρίν φάει τη γαριδιά και τη χτύπησε στο μάγουλο..εκεί που είχε κάνει εξαγωγή. ΩΙΜΕ! Και έσυρε φωνή ότι τη σφάζουν, αχ το δόντι μου, αχ το πονεμένο μου, αχ βαχ, ουρλιαχτά, έβαλε μία χαρτοπετσέτα στο στόμα της και την πήραν πάλι τα αίματα γιατί το ζούπηξε.. επίτηδες το πίεσε για να ματώσει και να εκδικηθεί..και να τρέχουμε αντί να φάμε να ψάχνουμε για αιμοσταλτικά ή όπως λέγονται αυτά που σταματάνε την αιμορραγία..μου έβαλε τις φωνές ο Β, μου έβαλε τις φωνές ο Πέτρος, με αγριοκύτταγε η Μ και η αδελφή μου καμάρωνε που όλοι εμένα μάλωναν.. και έγινε χαμός. Και μέσα σε όλη αυτη την αναμπουμπούλα ακούστηκαν χαχανα. Ξέφρενα, παλαβά χαχανητά απο τη θεία της Μ τη Π που έβλεπε όλο αυτό το καραγκιοζιλίκι και βέβαια πέθανε στο γέλιο.
Και προσεβλήθει η αδελφή μου που της χάλασε η γριά το σόου και μουτρωμένη πήγε σπίτι της νηστική. Ευτυχώς! Γιατί μόνο έτσι μπορέσαμε να καθίσουμε να φάμε σαν άνθρωποι..ξαναζεστάναμε τα παγωμένα και κάναμε Κούλουμα..
Αντε και του χρόνου.

Ολα του γάμου δύσκολα 2

Βλέπω, ακούω και δεν μιλώ. Απέναντί μου μένουν άνθρωποι, στην απέναντι πολυκατοικία στο ίδιο ύψος με τον δικό μας όροφο. Μας χωρίζει ένας στενός δρόμος. Αντρόγυνο με 2 παιδιά του Γυμνασίου. Βλέπω τη γυναίκα τα απογεύματα και τα σαββατοκύριακα.
Παχιά σαν και εμένα, ξεμαλλιασμένη, με κάτι φαρδιές γκελεμπίες και μουτρωμένη μονίμως. Ο σύζυγος ψηλός, ξερακιανός, γυαλάκιας με τη πίπα στο στόμα, μεσα κυρίως στο σπίτι. Κάθε απόγευμα μαλώνουν. Μαλώνουν τα παιδιά μεταξύ τους, το αγόρι στο Γυμνάσιο είναι, το κορίτσι στο Δημοτικό. Δέρνονται, χωρίζουν και ξαναδέρνονται. Συχνά τα πρωίνά ακούω τη μητέρα τους να τα βρίζει, «μαλάκα» ξεφωνίζει στο αγόρι, «που μου θές και ταξί για να πάς στο σχολείο σου, επειδή έχω γρίπη, να πάρεις το λεωφορείο ανεπρόκοπε, γάϊδαρε, που έχεις την απαίτηση να σηκωθώ να σε πάω…» άλλη φορά λέει «καργιόλα (στη κόρη της), τα πέταξες όλα κάτω και περιμένεις απο τη μάνα σου να σε ξεβρωμίσει..ζώο, χαϊβάνι, μαλάκω…». Τις αργίες τσακώνεται με τον άνδρα της «αμάν η πίπα, βρωμάς » και της λέει «σαν φάλαινα έχεις γίνει, χάσε κανένα δράμι».
Απο τον Σεπτέμβριο όμως δεν μαλώνουν τόσο πιά.. ήσυχα φεύγουν τα παιδιά το πρωϊ, και εκείνη σαν πιο αδύνατη να είναι απο πέρυσι. Στις 9.00 έρχεται μία Φιλιπινέζα, κάθε πρώϊ έρχεται. Καθαρίζει, και το μεσημεράκι σιδερώνει.. ..Τις Δευτέρες και Τετάρτες..κατά τις 3.30 εμφανίζεται ο σύζυγος, μαζί με τη πίπα του..που τη πέφτει στη κοπέλλα. Χαίρεται εκείνη που τον βλέπει, πηδάει στην αγκαλιά του και μετά..δεν τους βλέπω γιατί πάνε μέσα.. Ακούω όμως τους αναστεναγμούς και την έκσταση. Μετά η κοπέλλα ντύνεται και φεύγει.
Το ζευγάρι σταμάτησε να μαλώνει. Η γυναίκα δεν βρίζει τα παιδιά, τα αγκαλιάζει και τα χαϊδεύει. Ο άνδρας της όμως χαϊδεύει και την άλλη. Αυτό αντί να σπάσει το ζευγάρι, το βοηθάει να ξεπεράσουν τα προβλήματά τους. Παράξενο δεν είναι;

Ολα του γάμου δύσκολα

Ξανάπιασε το κρύο και βάζω το κεφάλι μέσα. Σπίτι, μαγείρεμα, εικονικός κόσμος. Πορευόμαστε εμείς οι ηλικιωμένοι σαν φαντάσματα. Αμα αρρωστήσουμε μας προσέχουν, άμα είμαστε καλά κυττάνε το δικό τους κόσμο..σαν φαντάσματα πορευόμαστε..βλέπουμε, ακούμε και δεν μιλούμε. Τέσσερα ζευγάρια γυρίζουν γύρω μας..τεσσερις μικρόκοσμοι. Της ευρύτερης οικογένειας.
Συχνά ακούμε το σύζυγο της διπλανής οικογένειας (ας τη λέω 1 για συντομία) να φωνάζει και να βρίζει. Τοίχοι απο χαρτί, καμμία ηχομόνωση. Η κουζίνα μου είναι δίπλα με δωμάτιό τους, μάλλον γραφείο. Κάτι με το κομπιούτερ κάνει, κάθεται αργά τις νύχτες. Ολα του φταίνε, κυρίως δε οι άλλοι. Ακόμη και το Ιντερνέτ «να πέσει» αρχίζει τα τηλέφωνα και μέσα στη μαύρη νύχτα και βρίζει όλο το κόσμο. Τσακώνεται με τη γυναίκα του σε καθημερινή βάση. Της μπαίνει για το οτιδήποτε, για πράγματα που δεν τα κατέχει, λέει βλακείες και τη στενοχωρεί. Την ακούω να κλαίει, στο μπάνιο. Δεν έχουν παιδιά, ευτυχώς. Αρνείται εκείνη να κάνει. Παίρνει αντισυλληπτικά. Τα λέει και στις φίλες της, στο τηλέφωνο το απόγευμα που γυρίζει απο το γραφείο ή τα Σάββατα που εκείνος κοιμάται ώς αργά. «Να τρώω εγώ τη κακκία του, τα παιδιά δεν φταίνε σε τίποτα». Τα βράδυα της κάνει σέξ με το ζόρι, συνήθως εκείνη δεν μπορεί, δεν κάνει. Πώς να θέλει και έρωτα η γυναίκα που τη βρίζει νυχθημερόν; Γιατί δεν χωρίζει; Τι τον θέλει τον γάϊδαρο; Αβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.
Μας προβληματίζει η γειτνίαση, άθελά μας ακούμε τη σκαιά πραγματικότητα αυτών των γειτόνων, που αγόρασαν το διαμέρισμα δίπλα πέρυσι. Εξω που κυκλοφορούν είναι μία χαρά ζευγάρι, να τους χαίρεσαι, χαρούμενοι, ευχάριστοι..μέσα όμως, μόνο εμείς ακούμε τι γίνεται. Δύο κόσμοι σφιχταγκαλιασμένοι που εφάπτονται μόνο για τα μάτια του κόσμου. Ο Β τους καταλαβαίνει πιο πολύ απο μένα, θές η πείρα στο Στρατό, θές η οξυδέρκειά του. Λέει για το σύζυγο 1 ότι είναι τυπικό παράδεισμα μη αναγνωρισμένης μεγαλοφυίας. Θέλει να τον προσκυνούν, επαινούν, αναγνωρίζουν ως σωτήρα. Αυτό σπάνια γίνεται σε ένα γραφείο, ακόμη και οι πιο ικανοί μάνατζερς όλο και κάποιο κάλο θα έχουν απο πάνω τους να τους τρέχει. Ετσι έχοντας φουσκώσει απ’ οτι περνάει στη δουλειά του (που μπορεί να είναι μία εξαιρετική δουλειά για κάποιον άλλο ίσως που δεν έχει τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του) παίρνει τα νεύρα του και γυρίζει σπίτι. Εκεί είναι η γυναίκα του που μπορεί και εκείνη να θέλει να μιλήσει για τα θέματα του δικού της γραφείου. Και αντί να κάτσουν να ακούσουν με αγάπη ο ένας τον άλλο, αρχίζουν και μαλώνουν. Λένε
«Πώς είσαι έτσι; Τι μαλλιά πατσαβούρα είναι αυτά; Θα τους τρομάξεις στο γραφείο»! (Η γυναίκα αντιμιλά με κάτι χειρότερο και αρπάζονται).
«Αμάν πιά με τα ρούχα σου, όπου νάναι τα σπέρνεις..σαν να βρίσκεσαι στης μάνας σου..υπηρέτρια θέλεις να σε μαζεύει» (Ο άντρας αντιμιλά με κάτι χειρότερο και αρπάζονται).
«Κρυόπιαστη και κρυόκωλη έχεις γίνει, πότε το ένα, πότε το άλλο, αν το άφηνα σε σένα..θα πρεπε να πήγαινα στις πουτ.. για να ξεδίνω» Εδώ γίνεται μετά της κακομοίρας, ουρλιάζει οργισμένη η γυναίκα, το τι του σούρνει δεν λέγεται. Χτυπάνε πόρτες..ο καθένας τρυπώνει σε ένα δωμάτιο.

Σαν παιδιά κάνουν. Εχουν ξεχάσει ότι πέρα απο αντρόγυνο είναι σύντροφοι. Ο Β λέει ότι δεν το ξέχασαν, απλά ποτέ δεν το έμαθαν. Και ευτυχώς που δεν κάνουν παιδιά. Κάποια στιγμή θα σκάσουν και ο γάμος θα διαλυθεί. Με μεγάλο κόστος και πόνο. Για απλά πράγματα που όμως είναι και τόσο δύσκολα. Το να αισθάνεσαι σύντροφος και να είσαι.